<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067</id><updated>2012-01-10T12:31:55.612+02:00</updated><category term='ονόματα'/><category term='δοκίμια'/><category term='μυθιστορήματα'/><category term='παραλλαγές'/><category term='αποσπάσματα'/><category term='θέατρο'/><category term='παραμύθια'/><title type='text'>yannis petsas</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://yannispetsas.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default?start-index=101&amp;max-results=100'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>128</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-4431647642770327712</id><published>2012-01-09T13:33:00.004+02:00</published><updated>2012-01-10T12:31:55.620+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>«FORTUNA»</title><content type='html'>Επιτέλους, σκεφτόταν με ανακούφιση, η μέρα είχε περάσει. Το τηλέφωνο είχε πάψει να κουδουνίζει από ώρα, η γιορτή τέλειωσε. Και ως συνήθως, όταν όλα εκείνα τα πυροτεχνήματα έσβησαν, ο ουρανός επέστρεψε στην αδιασάλευτη ησυχία του. Η νύχτα γύρισε, συνοδευόμενη από ένα ταπεινό φεγγάρι που ήταν στη χάση του… ή μήπως δεν ήταν; Δεν είχε σημασία. Όλα έγιναν όπως πριν, σαν ντεκόρ που ‘χε επαναληφθεί χιλιάδες, εκατομμύρια φορές, που θα επαναλαμβανότανε επ’ άπειρον. Και δεν υπήρχε κάποιο νόημα , αυτό ήταν σαφές. Ακόμα κι ένας ανόητος το καταλάβαινε… ή μήπως υπήρχε; Μήπως αδυνατούσε εκείνος να το δει; Και οι άλλοι; Κανένας δεν είχε σκεφτεί κάτι… εκτός από ‘κείνους τους φανατικούς της εκκλησίας. Αλλά αυτοί ήταν θρησκόληπτοι. Ή θεομπαίχτες. &lt;br /&gt;Δεν πίστευε σε τίποτα… δεν έτυχε. Απ’ την άλλη πάλι… πώς στέκονταν αυτοί στο άλλο ημισφαίριο ανάποδα; Πώς κρεμόταν εκεί πάνω το φεγγάρι; Ποιος είχε φτιάξει όλα αυτά τα αστέρια; Και άσε τον Θεό στην άκρη του, τους τραγόπαπες, δεν είναι αυτό το θέμα. &lt;br /&gt;Πώς μπορούσαν να συζητούν για τη χρεωκοπία; Είναι δυνατόν να ‘χεις μπροστά σου κάτι σαν αυτό και να επιμένεις να σκέφτεσαι τα δίφραγκα; Είναι δυνατόν να βλέπεις αυτό το πράγμα και να σκέφτεσαι τον Σώρος; Μα δεν έχουν μυαλό οι άνθρωποι; Ή είναι μονάχα τσέπες; &lt;br /&gt;Εντάξει, δε θα τους έλυνε αυτό το πρόβλημα αλλά δεν είναι αυτό και λόγος… μην περιμένεις τίποτα, δε λέω αυτό. Λέω απλώς να σκέφτεσαι. Όλες αυτές τις τροχιές, τη νύχτα… πού πάνε και πέφτουνε τα αστέρια… θέλω απλώς να σκέφτεσαι. &lt;br /&gt;Στο σαλόνι, το τηλέφωνο κουδούνιζε όλη αυτή την ώρα επίμονα. Το αγνόησε επιδεικτικά και πήγε στο ψυγείο, το άνοιξε και πήρε μια γκοφρέτα απ’ το ράφι. Ξετύλιξε το περιτύλιγμα και δάγκωσε ένα κομμάτι. Ετοιμαζόταν να δαγκώσει και δεύτερο όταν διάβασε την κάρτα της τύχης που περιείχε η γκοφρέτα: «Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΨΑΤΕ ΜΟΛΙΣ», έγραφε το χαρτί, «ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΤΕΝΟΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΣΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ.ΧΑΣΑΤΕ ΕΤΣΙ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ». Έμεινε σαν χαζός να κοιτάζει την κάρτα ενώ με το μυαλό του επαναλάμβανε τον ήχο που έκανε το τηλέφωνο, εκείνον που χτυπούσε στο πατρικό του σπίτι, όταν ήταν παιδί. Το τηλέφωνο κουδούνισε ξανά, μια - δυο φορές κι αυτή τη φορά τσακίστηκε να το προλάβει, «ναι», είπε με κομμένη την ανάσα, «ποιος είναι;» &lt;br /&gt;«Άκουσέ με παιδί μου», αναγνώρισε τη φωνή, «δεν έχω πολύ χρόνο, άκουσέ με…». Η γραμμή έκλεισε. Δεν είχε προλάβει να του μιλήσει, είχε χάσει την ευκαιρία. Κατέβασε το ακουστικό. Δάγκωσε μηχανικά και το τελευταίο κομμάτι της γκοφρέτας και το μάσησε, περισσότερο απ' το κανονικό. Η πίκρα στο στόμα δεν έφευγε. Κοίταξε συλλογισμένος το άγνωστο νούμερο στην αναγνώριση. Κάλεσε πίσω τον αριθμό. Άκουσε το τηλέφωνο που καλούσε, μετά κάποιος το σήκωσε αλλά δε μίλησε. «Ναι», έκανε, «ποιος είναι παρακαλώ;» &lt;br /&gt;«Μαμά, μαμά», ακούστηκε μια παιδική φωνή, «ο μπαμπάς». &lt;br /&gt;«Πόσες φορές σου ‘χω πει να μη σηκώνεις το τηλέφωνο;», είπε σ’ αυστηρό τόνο μια γυναικεία φωνή. Ύστερα η ίδια φωνή ρώτησε: «Ναι, ποιος είναι στο τηλέφωνο;» &lt;br /&gt;Έμεινε αμήχανος δυο δευτερόλεπτα. Μετά είπε: «συγγνώμη, φαίνεται πως η μικρή σας έπαιζε με το τηλέφωνο γιατί βρήκα μια κλήση». &lt;br /&gt;«Με συγχωρείτε», είπε η γυναίκα, «δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτό το παιδί». «&lt;br /&gt;Νόμιζε πως ήταν ο μπαμπάς της», είπε αυτός. &lt;br /&gt;«Ναι», είπε η γυναίκα χαμηλόφωνα, «ο μπαμπάς της… καταλαβαίνετε. Κι όλο νομίζει πως είναι αυτός στο τηλέφωνο». &lt;br /&gt;«Καταλαβαίνω», έκανε. «Εδώ μεγάλοι άνθρωποι αποζητούν τον μπαμπά τους, πόσω μάλλον ένα παιδί». &lt;br /&gt;«Ναι», έκανε αμήχανα τώρα η γυναίκα. «Όπως και να ‘χει… ήταν λάθος, συγγνώμη για την ενόχληση». &lt;br /&gt;Είχε όμορφη φωνή. «Δεν πειράζει», της είπε, «έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε». &lt;br /&gt;Εκείνη γέλασε. «Μα είμαστε άγνωστοι», είπε, «τι έχουν να πουν δυο άγνωστοι;» &lt;br /&gt;«Ξέρετε», είπε αυτός, «είχα μια περίεργη εμπειρία πριν λίγο… ένα λεπτό πριν καλέσω το νούμερο». &lt;br /&gt;«Αλήθεια;», έκανε εκείνη μ’ ενδιαφέρον, «τι εμπειρία;» &lt;br /&gt;«Να», είπε αυτός, «θα σας φανεί γελοίο… αλλά λίγο πριν που χτύπησε το τηλέφωνο, δεν ήταν η μικρή». &lt;br /&gt;«Δεν ήταν η μικρή; Και ποιος ήταν;» &lt;br /&gt;«Δεν ξέρω», της έκρυψε την αλήθεια, «κάποιος άλλος. Αλλά απ’ αυτό το νούμερο». &lt;br /&gt;«Πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε η γυναίκα. &lt;br /&gt;«Δεν ξέρω», της είπε, «συμβαίνουν ένα σωρό περίεργα πράγματα αυτές τις μέρες, θα μπερδεύτηκαν οι γραμμές». &lt;br /&gt;«Ναι… μάλλον», είπε εκείνη, «αλλά τι άλλο σας συνέβη;», ρώτησε. Δεν έδειχνε ενοχλημένη που έχαναν την ώρα τους, αυτό ήταν ενθαρρυντικό. &lt;br /&gt;«Να, πήγα στο ψυγείο πριν να φάω μία γκοφρέτα, ξέρετε από ‘κείνες που έχουν μέσα μια κάρτα της τύχης». &lt;br /&gt;«Ξέρω», είπε η γυναίκα, «FORTUNA. Η μικρή μου τρελαίνεται γι’ αυτές τις γκοφρέτες, κάθε μέρα παίρνουμε τουλάχιστον τρεις. Δεν κάνει αλλά πώς να πεις όχι σ’ ένα παιδί;» &lt;br /&gt;«Ναι», είπε αυτός. «Κι έλεγε μια από τις συνηθισμένες κουταμάρες που γράφουν σ’ αυτές τις κάρτες». &lt;br /&gt;«Δηλαδή τι σας έλεγε η κάρτα;» &lt;br /&gt;«Ότι θα απέρριπτα μια κλήση… πολύ σημαντική». &lt;br /&gt;«Έχω κι εγώ εδώ μια γκοφρέτα», είπε η γυναίκα, «σταθείτε να δω τι λέει». Εκείνος περίμενε χωρίς να μιλάει. Μετά από λίγο η γυναίκα διάβασε: «ΘΑ ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ. ΜΗΝ ΤΟ ΑΓΝΟΗΣΕΤΕ, ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΖΩΗ ΣΑΣ». &lt;br /&gt;«Έτσι λέει;» &lt;br /&gt;«Ακριβώς έτσι». &lt;br /&gt;«Κι εσείς τι λέτε;» &lt;br /&gt;«Εγώ; Τι να πω; Αν το λέει η κάρτα έτσι θα είναι». &lt;br /&gt;«Πιστεύετε στην τύχη;» &lt;br /&gt;«Καθόλου… αλλά ποτέ δεν ξέρεις… θέλω να πω… τι θα φέρει η άλλη στιγμή». &lt;br /&gt;«Σωστά», έκανε αυτός. &lt;br /&gt;«Συγγνώμη, πρέπει να κλείσω, πρέπει να βάλω τη μικρή να κοιμηθεί». &lt;br /&gt;«Μετά;», τη ρώτησε, «μπορώ να σας καλέσω μετά;» &lt;br /&gt;«Ναι», είπε η γυναίκα, «αν θέλετε…». &lt;br /&gt;Κατέβασε το ακουστικό. Τα άστρα στον ουρανό τρεμόπαιζαν, το φεγγάρι στεκότανε ακίνητο, όλα ήταν όπως πριν… και δεν ήταν. &lt;br /&gt;Είναι άραγε τόσο σημαντική η προέλευση της διάσπασης της ηλεκτρασθενούς συμμετρίας; Τι σημασία έχει αν οι φορείς της ασθενούς πυρηνικής δύναμης έχουν μάζα και το φωτόνιο καθόλου; Μήπως παρ’ όλη την προσπάθεια για το αντίθετο στένεψαν τόσο τα πλαίσια που γίναμε σαν το μποζόνιο του  Higgs, σκέφτηκε, αθέατοι και δε μπορούμε να ειδωθούμε; &lt;br /&gt;Κρατούσε ακόμα στο χέρι του την κάρτα της γκοφρέτας. Από τη μία έγραφε τον χρησμό. Στην άλλη όψη, με μικρότερα στοιχεία έλεγε τα εξής: «Θεά της σύμπτωσης, του μη προβλεπόμενου ή επιδιωκόμενου, αλλά απροσδόκητου συμβάντος που βαθμηδόν έγινε η πολιούχος θεά της ευτυχίας των αρχαίων Ελληνικών πόλεων. Κατά τη «Θεογονία» του Ησίοδου ήταν θυγατέρα του Ωκεανού και της Τηθύος, δηλώνοντας ίσως το ότι η ναυτιλία και το ναυτικό εμπόριο γενικά υπήρξαν η πρώτη και κύρια αιτία πηγή της ευτυχίας των ανθρώπων. Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς πατέρας της ήταν ο Δίας. Κατά τον Πίνδαρο, ο οποίος την καλεί και Φερέπολιν, ήταν μία από τις Μοίρες, που είχε την μεγαλύτερη ισχύ από τις αδελφές της, θεά άρα του πεπρωμένου, αλλά ευμενής. Ως ευμενής θεά του πεπρωμένου λατρεύονταν με το επώνυμο «Αγαθή Τύχη» στην αρχαία Ολυμπία, όπου είχε δικό της βωμό, και στην Λιβαδειά έχοντας το ιερό της στο Τροφώνιο. Ήταν συνδεδεμένη με τον Αγαθό Δαίμονα, ένα πνεύμα που προστάτευε τα άτομα και τις οικογένειες, και με την Νέμεση, την τιμωρό των υπερευημερούντων ανθρώπων, και έτσι πιστεύονταν ότι ενεργούσε ως παράγοντας ισορροπίας. Ως θεά της αφθονίας και του πλούτου απεικονίζονταν μεν στο ιερό της Θήβας κρατώντας, ως μητέρα ή τροφός, το παιδί Πλούτο (το έργο ήταν του Αθηναίου γλύπτη Καλλιστόνικου), ενώ στην Σμύρνη, από τον Βούπαλο, κρατώντας με το ένα της χέρι το κέρας της Αμάλθειας, σύμβολο της αφθονίας. Ως θεά που διεύθυνε την ανθρώπινη ζωή, απεικονίζονταν κρατώντας πηδάλιο, ως σύμβολο της κατευθύνσεως, την οποία αυτή έδινε σε κάθε άνθρωπο και ως θεά της ευμετάβλητης φύσης, απεικονίζονταν με τροχούς ή σφαίρες ή πτέρυγες ακόμη και με δεμένους οφθαλμούς , σύμβολα της αστάθειας, αβεβαιότητας και του ρίσκου. Στην Αιγείρα της Αχαΐας, με την αντίληψη ότι και τα περί του έρωτα περισσότερο από τύχη ή μέσω του κάλλους κατορθώνονταν, απεικονίζονταν δίπλα στο άγαλμά της, πτερωτός έρωτας».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-4431647642770327712?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4431647642770327712'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4431647642770327712'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2012/01/fortuna.html' title='«FORTUNA»'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3389983579062965193</id><published>2012-01-01T15:22:00.002+02:00</published><updated>2012-01-01T15:28:50.207+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραλλαγές'/><title type='text'>“DR JEKYLL AND MR HYDE AND MR HYDE AND MR HYDE…”… ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ</title><content type='html'>Η συγκεκριμένη ιστορία δε θα ‘χε προκύψει δίχως καθρέφτες και ίσως τα πράγματα να ήταν πιο εύκολα χωρίς τους καθρέφτες.  Για παράδειγμα, στον τρίφυλλο καθρέφτη του μπάνιου θα μπορούσε να παρακολουθήσει τρεις εκδοχές του εαυτού του ταυτόχρονα… υπό κανονικές συνθήκες ο καθένας θα έβλεπε αυτά τα είδωλα κάθε μέρα, μόνο που γι’ αυτόν δεν ήταν και τόσο απλό, σήμερα του ‘χε κολλήσει πως δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν σ’ ένα μπάνιο; Και πόσοι απ’ αυτούς διατηρούσαν δική τους ιστοσελίδα στο internet; Γιατί είχε συμβεί και αυτό. Κάποιος νεοθρησκευόμενος που ζούσε στη Φλόριντα είχε εμφανιστεί μια μέρα απ’ το πουθενά κι έβγαζε το ψωμάκι του με θρησκευτικούς ύμνους και τέτοια, τα εκκλησιαστικά για κάποιο λόγο βρίσκουν στις Η.Π.Α πρόσφορο έδαφος. Τον είχε ανακαλύψει τυχαία, όταν δεν πληκτρολόγησε σωστά ένα s, εκείνο στη μέση της λέξης blogspot. Η ύπαρξη αυτού του άλλου τον παραξένεψε, τον πήρε για σατανιστή στην αρχή.. Συνονόματοι υπήρχαν ένα σωρό βέβαια, ο συγκεκριμένος όμως υπέγραφε όπως κι αυτός, πράγμα σπάνιο. αλλά αυτό ήταν όλο, δεν ήξερε τίποτα άλλο γι’ αυτόν, δεν ήξερε καν αν του έμοιαζε, αν είχαν οτιδήποτε άλλο κοινό… δεν είχε κι ιδιαίτερη σημασία, ήταν μια απλή σύμπτωση. Εκείνη τη μέρα δε σκεφτότανε αυτόν άλλωστε, προβληματιζότανε με κάτι πιο σοβαρό. &lt;br /&gt;Το πρόσωπό του είχε συνήθως μια μετρημένη, σοβαρή έκφραση, έσμιγε λίγο τα φρύδια και κατεύθυνε το βλέμμα του ίσια στον πελάτη ενώ παράλληλα φρόντιζε το κεφάλι του να γέρνει μια - δυο μοίρες μπροστά, σαν ένδειξη σεβασμού. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό μοντέλο συμπεριφοράς πελατειακών σχέσεων και ταυτόχρονα του πρόσδιδε και το ύφος του ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά τι του γίνεται, πώς να κάνει τη δουλειά του σωστά. Ανεξάρτητα με το τι έχει να πουλήσει κανείς, πρέπει πρωτίστως να κάνεις τον αγοραστή να σ’ εμπιστευτεί, να νοιώσει πως δεν πετάει τα λεφτά του απ’ το παράθυρο, ήταν το πιστεύω του. Όσο δε γι’ αυτό καθαυτό το αντικείμενο, όσο πιο παράδοξο - τόσο καλύτερα, νόμιζε.&lt;br /&gt;Αλλά η παραδοξολογία λίγο ενδιέφερε πια… εξού κι η ανεργία και όλα. &lt;br /&gt;Τελικά δε μπορούσε ν’ αποφασίσει ποιο ήταν το καλύτερό του προφίλ. Για την ακρίβεια δε μπορούσε ν’ αποφασίσει για τίποτα. Δεν ήταν καν σίγουρος αν αυτό στα δεξιά ήταν το δεξί ή το αριστερό, απ’ τη μεριά του καθρέφτη όλα αυτά φαίνονταν αλλιώς… όσο για το υφάκι, αυτό εμφανιζόταν μόνο ανφάς άλλωστε… και άρα το σκεπτικό του πήγαινε στον διάολο. Εξάλλου είχαν εξαφανιστεί κι οι αγοραστές… ή είχε συμβεί κάτι ακόμα χειρότερο, όλο αυτό που ονομαζόταν κάποτε αγορά είχε διαλυθεί στα εξόν συνετέθη, δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο. &lt;br /&gt;Έδινε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες, αυτό ήταν γεγονός. Η γραβάτα του έπρεπε να ήταν απ’ το συγκεκριμένο κατάστημα, το κουστούμι του απ’ τα ακριβότερα της αγοράς, τα παπούτσια του αν ήταν δυνατόν, αφόρετα. Αυτά ήταν σαν να λέμε οι κανόνες του παιχνιδιού. Αλλά δεν έφταναν. Έπρεπε να είναι ο καλύτερος… αλλιώς η δουλειά θα έκανε φτερά και θ’ αναγκαζόταν να πουλήσει το κουστουμάκι του σε κανέναν απ’ αυτούς τους αγιογδύτες που πουλούσαν όλους αυτούς τους ξοφλημένους εαυτούς στα πανέρια, να το δει να κρέμεται απ’ το τσιγκέλι. Και αυτό θα γινόταν σύντομα… αν δεν του παρουσιαζόταν, κατεπειγόντως, μια ευκαιρία. &lt;br /&gt;Έφτυσε την οδοντόκρεμα στον νιπτήρα. Όλα αυτά άνηκαν στο παρελθόν, τώρα δεν του συνέβαινε απλώς τίποτα. Πίσω από ‘κείνη τη μάσκα της αυτοπεποίθησης διέκρινε εκείνον τον άλλον, δε μπορούσε να του κρυφτεί. Έβλεπε κάποιον που τα ‘χε χαμένα, έναν παραιτημένο μεσήλικα που είχε χάσει το τρένο, που δεν είχε να πληρώσει το νοίκι κι αναγκαζόταν να μπαινοβγαίνει στο διαμέρισμα τις πρωινές ώρες, όταν οι άλλοι κοιμούνταν. Τι διάολο είχε πάει στραβά; &lt;br /&gt;Η καταστροφή είναι νομοτελειακό θέμα, συμπέρανε, δε μπορείς να την αποφύγεις. Κι είχε έρθει η ώρα, το ενώπιος ενωπίω που λένε. «Ως εδώ», είπε, «να τελειώνουμε μ’ αυτή την υπόθεση». &lt;br /&gt;Άνοιξε το ντουλαπάκι του φαρμακείου. Θα μπορούσε να πιεί όλα αυτά τα χάπια, να ξαπλώσει ύστερα στο κρεβάτι και να βυθιστεί σ’ έναν γλυκό, βαθύ ύπνο. Δεν έχει κανένα νόημα αυτή η ζωή, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του, δεν έχω να περιμένω τίποτα. &lt;br /&gt;Η φύση λειτούργησε αυτόματα. Η αυτοσυντήρηση τον έσπρωξε να βάλει το κεφάλι του κάτω απ’ τη βρύση. Το παγωμένο νερό τον συνέφερε. Στο κάτω - κάτω δεν είμαι ο μόνος που μένει στον δρόμο, σκέφτηκε, να πάει στον διάολο και το κουστουμάκι και όλα. &lt;br /&gt;Αθλιότητα. Αυτό τον περίμενε. &lt;br /&gt;«Ωραία» είπε. «Έτσι θα ‘χουμε την ευκαιρία να δούμε και μια διαφορετική όψη αυτής της ζωής». &lt;br /&gt;Κρέμασε το κουστούμι του με μηχανικές κινήσεις ξανά στην ντουλάπα. Θρονιάστηκε σε μια πολυθρόνα και περίμενε κάτι απροσδόκητο να συμβεί. Αλλά δε συνέβαινε τίποτα. Όλα είναι κανονισμένα από πριν, συλλογίστηκε. Το πεπρωμένο. Αυτό το γαμημένο το πεπρωμένο φταίει για όλα. &lt;br /&gt;Μετά αναρωτήθηκε τι να έκανε εκείνη την ώρα ο «άλλος» στη Φλόριντα. Μπήκε και διαπίστωσε πως ανέβαζε τραγουδάκια. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη Φλόριντα, ο άλλος σηκώθηκε και πήγε κι εκείνος στο μπάνιο. Κι εκείνου οι εαυτοί πήραν ξανά θέση μπροστά στους καθρέφτες. Κάθε μέρα το έβλεπε αυτό αλλά όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, λένε… το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν τέλος πάντων σ’ ένα μπάνιο; «Έχει κανένας από σας καμιά φαεινή;» ρώτησε φωναχτά. Οι εαυτοί του αλληλοκοιτάχτηκαν. Ύστερα εκείνος στ’ αριστερά τραβήχτηκε λίγο πίσω, μια χαρακτηριστική κίνηση που έκανε και ο ίδιος όταν κάτι τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Οι άλλοι δεν κινήθηκαν. Αυτός έκανε μια ενστικτώδη κίνηση να φέρει την κατάσταση στα ίσια, εκεί που ήταν πριν. Ο αριστερός του εαυτός παρέμεινε αποστασιοποιημένος, δεν ήθελε να υπακούσει. &lt;br /&gt;Τον κοίταξε στα μάτια για να του δείξει ποιος ήταν το αφεντικό. Ο άλλος του έδειξε την αυτονομία του στέλνοντάς του ένα χαμόγελο. Οι άλλοι δυο παρέμειναν ακίνητοι κι είχαν παρόμοια έκφραση. Αυτός έκλεισε τα μάτια του να σκεφτεί, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, είπε μέσα του. Και πρέπει να ελέγξω την κατάσταση, αλλιώς θα με πάρει από κάτω. &lt;br /&gt;Όταν τα άνοιξε πάλι, ο αριστερός του εαυτός κοίταζε αλλού. &lt;br /&gt;«Ανάθεμα με» είπε. «Μπορείς να μου πεις τι τρέχει εδώ… τι σκατά γίνεται;» &lt;br /&gt;«Τα ‘χεις κάνει μαντάρα, αυτό τρέχει» είπε ο άλλος χωρίς να τον κοιτάζει. «Και μαζί με ‘σένα κι εμείς… αυτό είναι το κακό. Ότι το πράγμα σου ξέφυγε και δε μπορείς να το πιάσεις». &lt;br /&gt;Η καρδιά του χοροπηδούσε στο στήθος του, τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν, το κεφάλι του βούιζε… πισωπάτησε κι έκατσε στη λεκάνη της τουαλέτας. Οι άλλοι δυο του εαυτοί έκαναν το ίδιο και έμοιαζαν έντρομοι. Ο άλλος παρέμεινε όρθιος. &lt;br /&gt;Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα» ψέλλισε, «κοιμάμαι και βλέπω κάποιο όνειρο». &lt;br /&gt;«Η αλήθεια είναι πως μόλις ξύπνησες» είπε ο άλλος. Μετά κοίταξε τους άλλους που κοίταζαν σαν ηλίθιοι, «κι εσείς» είπε, «δείξτε του πως υπάρχετε, αντί να κάθεστε και να κοιτάτε, κάντε κάτι». &lt;br /&gt;Κοιτάζονταν μεταξύ τους χωρίς να μιλάνε, σαν φωτογραφία που πείραξε κάποιος στο Photoshop και κάτι δεν πήγε καλά. Ύστερα εκείνος στον μεσαίο καθρέφτη κατέβασε αργά το κεφάλι του. Μετά ο τρίτος της παρέας μίλησε: «ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Και δε θα συναντηθούμε ποτέ, μόνο θ’ αλληλοκοιταζόμαστε». &lt;br /&gt;«Θέλετε να πείτε πως έχει ο καθένας από σας άλλες ζωές;» ρώτησε αυτός. &lt;br /&gt;«Όπως βλέπεις…» είπε ο αριστερός. «Κι αν υπήρχαν εδώ μέσα χίλιοι καθρέφτες θα ήμασταν άλλα τόσα εγώ… και θα κάναμε όλοι κάποιες άλλες ζωές. Δεν είναι και τόσο τραγικό». &lt;br /&gt;«Δε μπορούμε όμως να συναντηθούμε ποτέ» είπε αυτός. &lt;br /&gt;«Ναι. Αλλά θα μπορούμε τουλάχιστον να μιλάμε, ν’ ανταλλάσουμε απόψεις» είπε ο τρίτος της παρέας. «Είναι κι αυτό κάτι». &lt;br /&gt;«Εσύ δε θα πεις τίποτα;» ρώτησε τον μεσαίο καθρέφτη. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, «τι να πω;» είπε, «τα ‘χω χαμένα κι εγώ όπως όλοι μας». &lt;br /&gt;«Ναι… αλλά γιατί τώρα; Γιατί να συμβεί αυτό τώρα;» αναρωτήθηκε. &lt;br /&gt;«Ποιος ξέρει» είπε ο αριστερός. «Τι σημασία έχει;» &lt;br /&gt;«Σωστά» είπε αυτός. «Δεν έχει. Σημασία έχει το ότι βρεθήκαμε, αυτό δεν έχει; &lt;br /&gt;«Ναι… μάλλον» είπε ο τρίτος. «Και μάλλον είμαστε και οι μόνοι στους οποίους συνέβη». &lt;br /&gt;«Είναι καλό να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος στον κόσμο» είπε ο πρώτος, «να ξέρεις ότι έχεις έναν άνθρωπο να μιλήσεις, κάποιον που σκέφτεται σαν κι εσένα, που δε σου σκάβει τον λάκκο πίσω απ’ την πλάτη σου». &lt;br /&gt;«Ναι» είπε ο μεσαίος που μιλούσε λιγότερο. «Αλλά νομίζω πως είμαστε περισσότεροι από τρεις… ή τέσσερεις, ο καθένας από μας έχει τουλάχιστον έναν καθρέφτη… κι ο καθένας από όλους εμάς βλέπει τον εαυτό του σ’ έναν καθρέφτη κι ο εαυτός του επίσης… κι υπάρχουν χιλιάδες… εκατομμύρια καθρέφτες, εκατομμύρια εαυτοί που βλέπουν τους εαυτούς τους μες στους καθρέφτες». &lt;br /&gt;«Δεν τρέχει τίποτα» είπε ο πρώτος, «όλοι οι καλοί χωράνε». &lt;br /&gt;«Μα πού είναι όλοι αυτοί οι κόσμοι;» αναρωτήθηκε αυτός, «υπάρχουν ή εγώ έχω τρελαθεί μήπως;» &lt;br /&gt;«Ο καθένας θα τρελαινόταν στη θέση μας… δεν είναι εύκολο… είναι όλα αλλιώς θέλω να πω». &lt;br /&gt;«Κι αν πεθάνει κάποιος από μας; Θα πεθάνουμε όλοι;» ρώτησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Ναι, προφανώς» είπε αυτός που ‘χε ανεξαρτητοποιηθεί πρώτος. «Αλλά σημασία έχει πως δώσαμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να τα δούμε όλα αλλιώς, αυτό από μόνο του φτάνει… δεν έχει σημασία τι θα γίνει μετά». &lt;br /&gt;Όλη αυτή την ώρα κρατούσε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, κόντευε να του στρίψει. Τέλος σήκωσε τα μάτια του και τους κοίταξε, να κάνει ο καθένας κάτι διαφορετικό. Αποδέχθηκε τελικά αυτή τη νέα κατάσταση, δε γινόταν κι αλλιώς. Σηκώθηκε απ’ τη λεκάνη. «Λοιπόν» έκανε. «Αφού ήρθαν όπως ήρθαν τα πράγματα… με λένε Γιάννη». &lt;br /&gt;Κανένας απ’ τους άλλους δεν είπε τίποτα. Μετά ο τρίτος, εκείνος στον δεξιό καθρέφτη ρώτησε στα ξεκούδουνα: «αν κάποιος από μας πάθει κάτι θα το πάθουν κι οι άλλοι… αν κάποιος από μας πάει και κολλήσει σύφιλη θα γίνω κι εγώ συφιλιδικός». &lt;br /&gt;«Πώς σου ήρθε αυτό τώρα; Δεν κάνεις και καμιά σπουδαία ζωή απ’ όσο ξέρω» είπε ο άλλος απ’ το αριστερό άκρο, «από πού θα την κολλήσεις τη σύφιλη;» &lt;br /&gt;«Δεν είπα για μένα, το έθεσα ως υπόθεση» είπε ο τρίτος, «ξέρεις πολύ καλά πως το έθεσα». &lt;br /&gt;«Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνετε» είπε ο μεσαίος που έδειχνε να σκέφτεται περισσότερο, «έχουμε βρεθεί σε μία όχι και τόσο συνηθισμένη κατάσταση… είναι σαν να παραφρονήσαμε γενικώς». &lt;br /&gt;«Ο δίαυλος είναι αυτοί οι καθρέφτες» είπε αυτός που ήταν στο μπάνιο. «Αν ξεχάσουμε πως υπάρχουν καθρέφτες θα συνεχίσει να κάνει ο καθένας τη ζωή του κανονικά… απλώς δε θα πρέπει να κοιταζόμαστε σε καθρέφτες». &lt;br /&gt;Το αριστερό άκρο τους γύρισε την πλάτη. «Δεν κάνουμε τίποτα. Απ’ τη στιγμή που έγινε αυτό που έγινε, δεν ξεγίνεται» είπε. &lt;br /&gt;«Αν δεν παραφρονήσαμε… που είναι πολύ πιθανόν» είπε ο μεσαίος, «αν δεν τρελαθήκαμε δηλαδή, ζούμε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εμπειρία». &lt;br /&gt;«Δεν είναι κακό» είπε ο τρίτος. «Προσωπικά το είχα σκεφτεί δεκάδες φορές… το θεωρούσα απίθανο βέβαια αλλά φαίνεται πως πάντα πρέπει να αφήνεις περιθώρια και στο πιο απίθανο». &lt;br /&gt;«Ναι» είπε αυτός που ήταν στο μπάνιο. «Είναι μια εξαιρετικά ασυνήθιστη θέση. Ακόμη και το να περάσει κάποιος από μας απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη. Τίποτα δεν αποκλείει το ότι γίνεται» είπε. &lt;br /&gt;Αυτός στο αριστερό άκρο κόλλησε το χέρι του στον καθρέφτη. Η παλάμη του άσπρισε από την πίεση αλλά δεν έγινε κάτι. «Δε γίνεται» είπε. &lt;br /&gt;«Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα μπορούσε να γίνει» είπε ο μεσαίος. «Είναι θέμα συντεταγμένων. Αν τύχει και κάτσουν οι ανάλογες συντεταγμένες… θα ερχόμουν να σας κάνω επίσκεψη». &lt;br /&gt;Οι άλλοι γέλασαν. Αυτός που ήταν στο μπάνιο άναψε τσιγάρο. Ο αριστερός καθρέφτης τον μιμήθηκε. Οι άλλοι ύστερα έκαναν το ίδιο. Μετά αυτός που ήταν στο μπάνιο πήγε κι άρχισε να κοιτάει τον καθρέφτη από κοντά, άρχισε να τον ψηλαφεί. Οι άλλοι του εαυτοί έκαναν όλοι το ίδιο. &lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο» είπε ο μεσαίος. «Κάπου πρέπει να βρίσκεται ένα πέρασμα». &lt;br /&gt;«Δεν ψάχνω για πέρασμα» είπε εκείνος στο μπάνιο και πέταξε το τσιγάρο του στην τουαλέτα. Οι άλλοι σταμάτησαν να ψαχουλεύουν την άλλη πλευρά του καθρέφτη. &lt;br /&gt;Και τι ψάχνεις;» ρώτησε ο τρίτος. &lt;br /&gt;«Δεν ψάχνω τίποτα» είπε ο εαυτός που βρισκόταν στο μπάνιο, «ξεκρεμάω αυτόν εδώ» και με μια κίνηση αποκαθήλωσε τους εαυτούς απ’ τον τοίχο. Μετά τους πήρε παραμάσχαλα και τους πήγε στο σαλόνι. «Δεν έχω σκοπό να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στο μπάνιο» έκανε και θρονιάστηκε στην πολυθρόνα του. Οι άλλοι κοίταξαν με περιέργεια το δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Δεν είσαι κι άσχημα» είπε ο μεσαίος, «λίγο παρατημένος αλλά εντάξει». &lt;br /&gt;«Είσαι εργένης;» ρώτησε ο τρίτος της παρέας. &lt;br /&gt;«Ναι» είπε αυτός. «Η γυναίκα μου με εγκατέλειψε». &lt;br /&gt;«Τι ρωτάς;» είπε ο αριστερός, «εσένα μήπως δε σ’ εγκατέλειψε;» &lt;br /&gt;Έβαλαν τα γέλια. &lt;br /&gt;«Ξέρετε ποια θα ήταν η πλάκα αν καταφέρναμε να περάσουμε απ’ την άλλη;» ρώτησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Ποια;» ρώτησαν οι άλλοι, όλοι μαζί. &lt;br /&gt;«Ότι θα μας πέρναγαν για τετράδυμα» είπε αυτός και ξανάρχισε να γελάει. &lt;br /&gt;Οι άλλοι δε γέλαγαν. &lt;br /&gt;«Και πού τη βλέπεις την πλάκα;» ρώτησε ο αριστερός. &lt;br /&gt;Στο ότι αν συνέβαινε το ίδιο με όλους μας τους εαυτούς στους καθρέφτες» συνέχισε να γελάει ο μεσαίος, «δε θα ‘μασταν απλώς πεντάδυμα ή εξάδυμα… θα ‘μασταν ένας απεριόριστος αριθμός αντιτύπων και θα κατακλύζαμε την αγορά με την παρουσία μας». &lt;br /&gt;«Και θα παίρναμε όλο το χαρτί… αυτό δε θες να πεις;» είπε εκείνος στην πολυθρόνα, «θα τους ξεσκίζαμε τους ξεκωλιάρηδες». &lt;br /&gt;«Αυτό» είπε ο μεσαίος που ‘χε πέσει κάτω απ’ τα γέλια. &lt;br /&gt;Οι άλλοι δυο ήταν σε άλλο mood και δε γέλαγαν… ή το έκαναν επίτηδες. &lt;br /&gt;Αυτός απ’ την εδώ μεριά του καθρέφτη το παρατήρησε, «τι διάολο έχετε εσείς οι δυο;» ρώτησε. Εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι ο αριστερός σήκωσε τους ώμους του, «εγώ δεν έχω τίποτα, απλώς δε μου φάνηκε αστείο, δεν καταλαβαίνω γιατί γελάτε». Ο δεξιός έκανε κι αυτός μια παρόμοια κίνηση αλλά δε μίλησε. Ο μεσαίος προσπαθούσε με δυσκολία να συγκρατήσει τα γέλια του. Στο τέλος σταμάτησε απότομα και είπε πολύ σοβαρά: «πρόκειται για ομαδική παράκρουση, αυτά τα πράγματα δε γίνονται, είναι αυθυποβολή». &lt;br /&gt;«Έχει δίκιο» είπε αυτός δεξιά.»Ένας από μας παραφρόνησε κι έχει επηρεάσει και τους άλλους. Αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά γίνονται ή δε γίνονται. Αυτό το πράγμα είναι πάνω από μένα». &lt;br /&gt;«Προφανώς γίνονται» είπε αυτός αριστερά, «αλλιώς δε θα μιλάγαμε τώρα. Και φυσικά γίνονται, δεν είμαι τρελός, σας βλέπω και με βλέπετε». &lt;br /&gt;«Πάντα βλεπόμασταν» είπε ο μεσαίος. «Και καμιά φορά λέγαμε και καμιά κουβέντα στον καθρέφτη. Αλλά αυτό εδώ είναι τελείως διαφορετικό, δεν είναι φυσιολογικό». &lt;br /&gt;«Και πού ξέρεις εσύ τι είναι ή τι δεν είναι φυσιολογικό;» ρώτησε ο αριστερός, «επειδή δεν μας είχε ξανασυμβεί δε σημαίνει πως εκείνο ήταν το λογικό κι αυτό δεν είναι, πρέπει να ‘μαστε ανοιχτοί στα νέα ερεθίσματα, στο καινούργιο». &lt;br /&gt;«Αυτό δεν είναι απλώς καινούργιο» είπε ο μεσαίος, «είναι μια τρέλα, είναι μια ομαδική παράκρουση που μας έχει πιάσει… και μπορεί να μη συμβαίνει καν, μπορεί όλα αυτά να τα φανταζόμαστε… ναι, αυτό είναι το πιθανότερο, τα φανταζόμαστε». &lt;br /&gt;«Να τα φανταζόμαστε;» ρώτησε ο αριστερός. &lt;br /&gt;«Ναι, μπορεί να συμβαίνει κάτι άλλο, να ‘χουμε πέσει σε κώμα, να ‘χουμε πεθάνει… δεν ξέρω τι διάολο μπορεί να συμβαίνει».»Ε λοιπόν θα σου αποδείξω ότι μια χαρά μας συμβαίνει κάτι διαφορετικό κι ότι δεν είναι τρέλα. Κοίτα» είπε και γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Ο αριστερός καθρέφτης έδειχνε τα πλακάκια του μπάνιου. &lt;br /&gt;«Αυτό δε σημαίνει τίποτα» είπε εκείνος από δεξιά, «πάλι μπορεί να τα φανταζόμαστε όλα αυτά». &lt;br /&gt;Αυτός απ’ την εδώ μεριά του καθρέφτη αναστέναξε. Το ίδιο έκανε κι ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν κατάπινα όλα τα χαπάκια που έχω στο μπάνιο» είπε ο από ‘δω. &lt;br /&gt;«Δε θα έκανες τίποτα» είπε ο μεσαίος, «κατά πάσα πιθανότητα όλα αυτά τα φάρμακα δεν είναι φάρμακα, είναι φυτικά, έτσι δεν είναι;» &lt;br /&gt;«Κάτι θα κάνανε» είπε ο απ’ την από ‘δω μεριά του καθρέφτη. &lt;br /&gt;«Είμαστε πολύ κουρασμένοι για να το λύσουμε αυτό σήμερα» είπε ο μεσαίος. «Προτείνω να πάμε για ύπνο και να το δούμε μετά». &lt;br /&gt;«Μπορεί να ξυπνήσουμε και να είναι όλα όπως πριν» είπε ο τρίτος καθρέφτης. «Να ‘μαστε μόνοι μας μ’ εκείνα τα άλαλα είδωλα». &lt;br /&gt;«Έχει δίκιο» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη. «Ίσως θα πρέπει ν’ αποχαιρετιστούμε για πάντα». &lt;br /&gt;«Εγώ πάντως πέρασα πολύ όμορφα πρέπει να πω» είπε ο τρίτος καθρέφτης. &lt;br /&gt;«Κι εγώ, κι εγώ» είπε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;Κοίταζαν κι οι τρεις την άδεια μεριά του καθρέφτη. «Μα πού πήγε;» ρώτησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Μπορεί να πήγε για κανένα ποτό» είπε ο δεξιός. &lt;br /&gt;«Μα δεν πίνει» απάντησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Σωστά» είπε ο απ’ την εδώ μεριά. «Μπορεί να βλέπει τηλεόραση στο άλλο δωμάτιο».&lt;br /&gt;Ο άδειος καθρέφτης παρέμεινε κενός. &lt;br /&gt;«Το γεγονός όμως ότι ενώ αυτός λείπει εμείς συνεχίζουμε να μιλάμε εδώ κάτι λέει, δε λέει;» ρώτησε ο τρίτος. &lt;br /&gt;«Ναι. Μάλλον λέει κάτι» είπε ο από ‘δω. «Αλλά δεν ξέρω τι» &lt;br /&gt;Λοιπόν θα το λύσουμε μετά ως φαίνεται» είπε ο μεσαίος, «πάω για ύπνο και τα λέμε μετά». &lt;br /&gt;«Είσαι σίγουρος; Πώς θα βρεις κάποιον μετά;» ρώτησε ο τρίτος. &lt;br /&gt;«Κάτι μου λέει πως θα ‘σαστε όλοι εδώ γύρω» είπε ο άλλος. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του κι έφυγε. &lt;br /&gt;«Λοιπόν» είπε ο τρίτος, «να φεύγω κι εγώ. Ελπίζω να τα ξαναπούμε μετά». &lt;br /&gt;Κι εγώ» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη. «Κι αν δεν τα πούμε να ξέρεις πως χάρηκα». &lt;br /&gt;«Κι εγώ» είπε ο άλλος. «Και δε μου είπες, τι δουλειά κάνεις;» &lt;br /&gt;«Ψάχνομαι» είπε ο από ‘δω. «Ψάχνω τον Θεό μάλλον». Η απάντηση δεν του φάνηκε αρκετή, «διαχειρίζομαι καταστάσεις συνήθως», πρόσθεσε.&lt;br /&gt;«Σωστά» είπε ο τρίτος. «Όλοι αυτό κάνουμε. Ο καθένας με τον τρόπο του. αλλά στην ουσία όλοι αυτό κάνουμε ». &lt;br /&gt;Κοιτάχτηκαν για λίγο. &lt;br /&gt;«Θα μου λείψετε… αν δεν ξανασυμβεί» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη. &lt;br /&gt;«Κι εμένα» είπε ο άλλος. «Δεν έχεις κάθε μέρα την ευκαιρία να μιλάς με τον εαυτό σου… πόσω δε με πολλούς εαυτούς ταυτόχρονα». &lt;br /&gt;«Θα το λες και δε θα σε πιστεύουν» είπε ο από ‘δω. &lt;br /&gt;«Δεν πρόκειται να το πω, δε θα καταλάβαιναν» είπε ο τρίτος. «Λοιπόν» είπε μετά, «γεια». &lt;br /&gt;«Γεια» είπε κι ο από ‘δω. Μετά ο καθρέφτης άδειασε. Κανένας δεν ήταν απ’ την άλλη μεριά. Ίσως να μην είμαι καν στο δωμάτιο, σκέφτηκε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το τηλέφωνο άρχισε να κουδουνίζει. Θα ‘ναι από καμιά Τράπεζα, σκέφτηκε, άσε το να χτυπάει. Το τηλέφωνο σταμάτησε. Μετά κουδούνισε ξανά. «Ναι, ποιος είναι;» είπε σηκώνοντας το ακουστικό. Απ’ την άλλη μια φωνή κάτι είπε, δεν καταλάβαινε. «Ναι, ποιος είναι;» ξαναρώτησε. &lt;br /&gt;«Συγγνώμη που παίρνω» είπε η φωνή, «αλλά έχετε το τηλέφωνό σας στον κατάλογο». &lt;br /&gt;«Ναι το έχω» είπε αυτός, «ποιος είναι;» &lt;br /&gt;«Είμαστε συνονόματοι» είπε ο άλλος. «Και αναρωτιόμουν αν έχουμε και κάποια άλλη σχέση». &lt;br /&gt;«Τι άλλη σχέση να έχουμε; Δεν σας ξέρω» είπε αυτός. &lt;br /&gt;«Ησυχάστε» είπε η φωνή στο τηλέφωνο. «Με ξέρετε, αφήστε με να σας εξηγήσω. Μόλις πριν…» &lt;br /&gt;«Δε θέλω να μου εξηγήσετε τίποτα, δεν σας ξέρω». &lt;br /&gt;«Με ξέρετε» επέμεινε ο άλλος. &lt;br /&gt;«Λυπάμαι κύριε» είπε εκνευρισμένος, «δε συνηθίζω να χάνω την ώρα μου με αγνώστους» και κατέβασε το ακουστικό. &lt;br /&gt;Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε, μία, δύο… πέντε φορές. Σήκωσε πάλι το ακουστικό. &lt;br /&gt;«Μην κάνεις σαν ηλίθιος» είπε η φωνή, «μιλούσαμε μια ώρα πριν στον καθρέφτη. Και μη διανοηθείς να το ξανακλείσεις». &lt;br /&gt;Γύρισε και κοίταξε ξανά τον καθρέφτη. Εξακολουθούσε να παραμένει κενός. Είμαστε ακόμα στο ίδιο τριπάκι, σκέφτηκε. &lt;br /&gt;«Μ’ ακούς;» ρώτησε ο άλλος απ’ την άλλη μεριά. «Είμαι σίγουρος πως μ’ ακούς». &lt;br /&gt;«Σε ακούω» είπε εκείνος. «Αλλά νομίζω πως το αστειάκι αυτό παρατράβηξε». &lt;br /&gt;«Δεν είναι αστείο» είπε ο άλλος, «το ξέρεις πως δεν είναι αστείο». &lt;br /&gt;«Δε με νοιάζει τι είναι και τι δεν είναι, παράτα με&gt;» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. «Αυτό μου έλειπε τώρα» είπε, «να μιλάω με τον εαυτό μου και στο τηλέφωνο». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μπορώ να σου μιλάω κι από ‘δω αν θες» είπε ο αριστερός εαυτός του απ’ τον καθρέφτη. &lt;br /&gt;Γύρισε ξαφνιασμένος. Ο άλλος στεκόταν εκεί και τον κοίταζε. «Όπως βλέπεις είναι κάτι παραπάνω από μια απλή φαντασίωση» είπε. &lt;br /&gt;«Εσύ με πήρες τηλέφωνο;» ρώτησε. &lt;br /&gt;«Ναι». &lt;br /&gt;«Καλά, πώς γίνεται;» &lt;br /&gt;«Έχουμε το ίδιο τηλέφωνο. Και προφανώς έχουμε και το ίδιο σπίτι, τις ίδιες γκόμενες». &lt;br /&gt;«Αυτό μου φαίνεται λογικό» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Αλλά είναι το μόνο που μου φαίνεται λογικό». &lt;br /&gt;«Κοίτα» είπε ο άλλος, «δεν έχει σημασία πώς έγινε. Το θέμα είναι πως είμαστε εδώ και μιλάμε, πως μπορώ και σε παίρνω τηλέφωνο». &lt;br /&gt;«Δηλαδή αν πάρω τον αριθμό μου θα βγεις εσύ;» ρώτησε αυτός στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Δεν ξέρω, μάλλον» είπε ο άλλος. «Δοκίμασε»./ &lt;br /&gt;Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε το νούμερο. «Βουίζει» είπε. &lt;br /&gt;«Θα το άφησα ανοιχτό» είπε ο άλλος. «Αλλά σίγουρα σε πήρα εγώ πριν… άρα το λογικό είναι να μπορείς να με πάρεις κι εσύ». &lt;br /&gt;Αυτός στο δωμάτιο κάθισε στην πολυθρόνα. «Δε μπορώ να το εξηγήσω» είπε, «απλώς δε μπορώ να το εξηγήσω». &lt;br /&gt;«Γιατί πάντα πρέπει να δίνεις μια εξήγηση σε όλα;» ρώτησε ο άλλος απ’ τον καθρέφτη. &lt;br /&gt;«Γιατί έτσι έχω μάθει, τι γιατί;» &lt;br /&gt;«Έχει γίνει κάποια διάσπαση του εγώ, πιστεύω» είπε ο άλλος. «Κι είναι σαν να ‘χουμε μπει σε κάποια άλλη διάσταση» έτσι νομίζω. &lt;br /&gt;«Ναι, μάλλον κάτι τέτοιο συμβαίνει» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Κι η αδρεναλίνη μου έχει χτυπήσει ταβάνι». &lt;br /&gt;«Από ποιο τηλέφωνο με πήρες;» ρώτησε ο εαυτός στον καθρέφτη. &lt;br /&gt;«Απ’ αυτό εδώ» είπε αυτός στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Γι αυτό βουίζει», είπε ο άλλος. «Εγώ σε πήρα από κινητό». &lt;br /&gt;Ο άλλος στο δωμάτιο έβγαλε απ’ την τσέπη του το κινητό και το κοίταξε. «Απ’ αυτό εδώ;» ρώτησε τον εαυτό του απέναντι. Ο άλλος συγκατένευσε. Εκείνος κοίταξε τις κλήσεις. Υπήρχε μια κλήση στο σταθερό, λίγο πριν. Και δεν την είχε κάνει αυτός. Τα πράγματα άρχισαν να μπερδεύονται πολύ άσχημα, σκέφτηκε. Έβαλε μετά το τηλέφωνο πάλι στην τσέπη του. &lt;br /&gt;«Δεν θα καλέσεις;» ρώτησε ο άλλος. &lt;br /&gt;«Δε χρειάζεται, κατάλαβα τι έγινε» είπε αυτός στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Όπως και να ‘χει είναι μια ενδιαφέρουσα κατάσταση, αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς» είπε ο άλλος. &lt;br /&gt;«Α, ναι… τουλάχιστον» είπε αυτός. &lt;br /&gt;Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ύστερα ο εαυτός του καθρέφτη είπε: «τι σκέφτεσαι να κάνεις; Εμένα δε μου ‘ρχεται τίποτα». &lt;br /&gt;«Ούτε εμένα. Πώς μπλέξαμε έτσι;» &lt;br /&gt;«Δεν ξέρω. Αλλά έχει την πλάκα του». &lt;br /&gt;«Δε με διασκεδάζει καθόλου». &lt;br /&gt;«Κουταμάρες. Φυσικά σε διασκεδάζει. Απλώς είσαι λίγο στριμόκωλος όπως πάντα». &lt;br /&gt;«Είναι διασκεδαστικό… αν συνέβαινε σε κάποιον άλλον θα το διασκέδαζα. Αλλά συμβαίνει σε μένα που να με πάρει. Και δεν έχω ιδέα πώς γίνεται». &lt;br /&gt;«Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα σου, ότι πάντα θέλεις να ξέρεις πώς γίνεται οτιδήποτε. Αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν εξηγούνται, πότε θα το καταλάβεις αυτό;» &lt;br /&gt;«Θες να πεις πως εσύ το καταλαβαίνεις;» &lt;br /&gt;«Δεν το καταλαβαίνω αλλά δε με νοιάζει, αυτό προσπαθώ να σου πω, χέστηκα για το πώς γίνεται». &lt;br /&gt;«Χέστηκες;» &lt;br /&gt;«Ναι. Δε μιλάει ο καθένας με τον εαυτό του στον καθρέφτη, ούτε τον παίρνει τηλέφωνο. Το πώς λίγο μ’ ενδιαφέρει». &lt;br /&gt;«Ναι, απ’ αυτή την πλευρά έχεις ένα δίκιο». &lt;br /&gt;«Φυσικά κι έχω. Δεν ξέρω κανέναν που να μην ήθελε να μιλάει με τον εαυτό του». &lt;br /&gt;«Άλλο να το θες και άλλο να το κάνεις, δεν είναι το ίδιο». &lt;br /&gt;«Ξέρεις…» έκανε ο καθρέφτης, «όταν έφυγα πριν…» &lt;br /&gt;«Τι έκανες;» &lt;br /&gt;«Προσπάθησα να ‘ρθω να σε βρω». &lt;br /&gt;«Να με βρεις πού;» &lt;br /&gt;«Σωστά. Δεν ήξερα πού να σε ψάξω». &lt;br /&gt;«Δεν έφυγα καθόλου, ήμουν συνέχεια εδώ». &lt;br /&gt;«Ναι, το ξέρω. Εγώ όμως βγήκα και σ’ έψαξα». &lt;br /&gt;«Δηλαδή πού μ’ έψαξες;» &lt;br /&gt;«Έκανα μια βόλτα και μετά γύρισα σπίτι και χτύπαγα το κουδούνι». &lt;br /&gt;«Δε χτύπησε κανείς το κουδούνι». &lt;br /&gt;«Το υπέθεσα, ήταν το δικό μου σπίτι, στη δικιά μου ζωή. Εσύ… ή οι άλλοι μένετε στο ίδιο σπίτι αλλά σε άλλες ζωές». &lt;br /&gt;«Ναι αλλά με πήρες τηλέφωνο». &lt;br /&gt;«Ναι. Στην αρχή δεν πίστευα πως θα μπορούσε να το σηκώσει κανείς… αφού το είχα μπροστά μου και το κοίταζα». &lt;br /&gt;«Αλλά χτύπησε. Εδώ». &lt;br /&gt;«Κάποιος παίζει μαζί μας». &lt;br /&gt;«Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχει κάποιος πίσω απ’ όλα αυτά, αν υπάρχει Θεός». &lt;br /&gt;«Ξέρω τι σκέφτεσαι, τα ίδια σκεφτόμαστε». &lt;br /&gt;«Σωστά». &lt;br /&gt;«Είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, ένα σύστημα, ένα κύκλωμα, ό,τι σκέφτομαι εγώ το σκέφτεσαι κι εσύ απαραίτητα και το αντίθετο, είμαστε αλληλένδετοι, αυτός είναι ο σωστός όρος». &lt;br /&gt;«Και είτε έχουμε χάσει τα λογικά μας ή αυτό συμβαίνει πραγματικά και κάποιος διάολος γελάει τώρα μαζί μας». &lt;br /&gt;Ακούστηκε μια φασαρία κι ύστερα ο μεσαίος εαυτός εμφανίστηκε κι αυτός στον καθρέφτη. «Δεν έκλεισα μάτι» είπε. &lt;br /&gt;«Με πήρε τηλέφωνο» είπε αυτός στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Ποιος;» ρώτησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Εγώ» είπε ο αριστερός εαυτός. &lt;br /&gt;«Δηλαδή η κατάσταση όσο πάει και μπερδεύετε περισσότερο» είπε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Έχω ανάγκη από καφέ» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Εσείς μη φύγετε, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά απ’ ό,τι νόμιζα». &lt;br /&gt;«Πώς τον πήρες τηλέφωνο;» ρώτησε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Απ’ το κινητό» είπε ο άλλος. «Αλλά πριν τον πάρω βγήκα και τον έψαξα». &lt;br /&gt;«Τον έψαξες; Πού τον έψαξες;» &lt;br /&gt;«Πουθενά. Βγήκα μια βόλτα και γύρισα πάλι εδώ». &lt;br /&gt;«Κάνουμε κύκλους» είπε ο μεσαίος, «έχουμε μπει σ’ έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο που νομίζουμε ότι κάνουμε πράγματα ή ότι επικοινωνούμε μεταξύ μας, έχουμε υλοποιήσει μια φαντασίωση». &lt;br /&gt;«Δεν περίμενα από ‘σένα διαφορετική εξήγηση, πάντα είσαι έτσι πεζός». &lt;br /&gt;«Νομίζω ότι εσύ δεν είσαι διαφορετικός, απλώς πότε είμαστε έτσι και πότε αλλιώς. Και τώρα αυτό το έτσι κι αυτό το αλλιώς συνυπάρχουν… ή νομίζουμε πως συνυπάρχουν». &lt;br /&gt;Ναι, τα ίδια λέγαμε λίγο πριν με τον άλλον. Κι ο καθένας από μας ζει στο δικό του σπίτι και γι’ αυτόν οι άλλοι φιλοξενούνται σ’ αυτόν τον γαμημένο τον καθρέφτη». &lt;br /&gt;«Έτσι ακριβώς. Τίποτα απ’ αυτά δεν πρέπει να ‘ναι αληθινό, είναι μια φαντασίωση». &lt;br /&gt;«Ναι. Μόνο που ο άλλος φτιάχνει καφέ τώρα και εμείς καθόμαστε ο καθένας στο μπάνιο του και μιλάμε». &lt;br /&gt;«Και τι να κάνουμε; Να πάμε κι εμείς για καφέ;» &lt;br /&gt;«Δεν είναι κακή ιδέα ένας καφές. Και να βάλουμε κι εμείς αυτούς τους καθρέφτες στο σαλόνι, δε μπορώ όρθιος». &lt;br /&gt;«Έχεις δίκιο, ούτε εγώ μπορώ να σκεφτώ όρθιος». &lt;br /&gt;Αποκαθήλωσαν κι αυτοί τους καθρέφτες. Στο μεταξύ γύρισε κι ο άλλος με τον καφέ. «Τι βλέπω εδώ; Έχουμε αλλαγές;» ρώτησε. &lt;br /&gt;Ο τρίτος εμφανίστηκε κι αυτός στα δεξιά. «Βλέπω ότι έχουμε απαρτία» είπε. &lt;br /&gt;«Συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα» ανέλαβε να εξηγήσει ο μεσαίος, «αυτός εδώ» είπε κι έδειξε τον διπλανό του, «πήρε τον άλλον τηλέφωνο, εκεί» κι έδειξε αυτόν στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Πώς έγινε αυτό;» απόρησε ο τρίτος καθρέφτης. &lt;br /&gt;«Το θέμα δεν είναι πώς έγινε το ένα ή το άλλο αλλά αν το ‘χουμε χάσει εντελώς» είπε αυτός στο δωμάτιο, «αυτή η κατάσταση είναι τελείως τρελή». &lt;br /&gt;«Εμένα με διασκεδάζει αφάνταστα» είπε ο τρίτος, «τέτοια πράγματα δε συμβαίνουν κάθε μέρα». &lt;br /&gt;«Δε συμβαίνουν κι όμως συμβαίνουν» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Και προσωπικά τα ’χω παίξει». &lt;br /&gt;«Μην κάθεσαι όρθιος» είπε ο αριστερός στον δεξιό, «εμείς όπως βλέπεις μετακομίσαμε». &lt;br /&gt;Ο τρίτος αποκαθήλωσε κι αυτός τον δικό του καθρέφτη και τον μετέφερε κι αυτός στο σαλόνι. Μετά κάθισε κι αυτός στην αντίστοιχη πολυθρόνα και είπε: «είναι σαφώς πιο άνετα εδώ… απ’ το μπάνιο». &lt;br /&gt;«Κύριοι» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο και σηκώθηκε, «είμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα πρόβλημα… που παρόμοιό του μάλλον δεν έχει αντιμετωπίσει κανείς. Και καλούμεθα σαν λογικοί άνθρωποι ή άνθρωπος να το λύσουμε». &lt;br /&gt;«Ωραία τα λες» ειρωνεύτηκε ο αριστερός, «συνέχισε». &lt;br /&gt;«Μην ειρωνεύεσαι» είπε ο μεσαίος, «έχουμε πραγματικά κάποιο πρόβλημα». &lt;br /&gt;«Εγώ δεν το αντιμετωπίζω σαν πρόβλημα, εμένα μ’ αρέσει» είπε ο τρίτος. «Το προτιμώ απ’ το να με χαζεύουν από απέναντι τρεις άλαλοι, το δήλωσα». &lt;br /&gt;«Δε χρειάζεται να βρισκόμαστε σ’ αντιπαλότητα, το πρόβλημα μας αφορά όλους» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε ο αριστερός καθρέφτης. «Ποιος μας λέει πως δεν έγινε κάτι και περάσαμε σε κάποια άλλη διάσταση; Θέλω να πω πως είναι μια άλλη κατάσταση, δε νοιώθω καθόλου τρελός. Όσο για την εξήγηση… δε χρειάζεται πάντα εξήγηση, συμβαίνουν κάθε μέρα εκατομμύρια πράγματα που παραμένουν ανεξήγητα». &lt;br /&gt;«Ναι, είναι κι αυτό μια άποψη» συμφώνησε ο μεσαίος, «η ιδανική θα ‘λεγα άποψη. Αλλά δεν ξέρω καθόλου αν είναι έτσι». &lt;br /&gt;Εμένα δε μ’ απασχολεί καθόλου πώς είναι ή γιατί έγινε… είναι σαν να απέκτησα απ’ το πουθενά μια οικογένεια, κάποιους στους οποίους μπορώ να εμπιστεύομαι οτιδήποτε… τουλάχιστον έτσι νοιώθω». &lt;br /&gt;«Δεν είμαστε οικογένεια» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Είμαστε ένα είδος πολλαπλού, αντίτυπα. Και οι τρεις από μας είναι φασματικοί, είδωλα πίσω από ένα τζάμι, δεν ξέρω τι ακριβώς είσαστε». &lt;br /&gt;«Εγώ δεν είμαι καθόλου φασματικός» είπε ο αριστερός. «Για ‘μένα εσείς είστε φασματικοί… αλλά δεν είναι σωστό, συνυπάρχουμε θα έληγα». &lt;br /&gt;«Σωστά, συνυπάρχουμε» είπε ο μεσαίος. «Και κανένας μάλλον δεν είναι φασματικός, επικοινωνούμε μ’ έναν φασματικό τρόπο αλλά δεν είμαστε φασματικοί, εγώ τουλάχιστον είμαι με σάρκα και οστά… όπως όλοι μας, δε διαφέρουμε». &lt;br /&gt;«Ναι» συμφώνησε κι αυτός στο δωμάτιο, «μάλλον έχετε δίκιο… δηλαδή πρέπει να έχετε δίκιο. Αυτό όμως δε λύνει το πρόβλημα, μάλλον το κάνει ακόμα πιο περίπλοκο». &lt;br /&gt;«Μα δεν καταλαβαίνω γιατί το αντιμετωπίζεις σαν πρόβλημα, απλώς είμαστε σε πλεονεκτική θέση έναντι των άλλων, έχουμε μια επιπλέον ιδιότητα». &lt;br /&gt;«Δεν καταλαβαίνω σε τι μας ωφελεί αυτή η ιδιότητα που λες πως έχουμε, δε βρίσκω καμιά χρηστικότητα» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο. «Μόνο μπέρδεμα». &lt;br /&gt;«Είναι μάλλον αυτή η στενή άποψη που έχεις για τη ζωή» είπε ο αριστερός καθρέφτης, «συμφωνώ πως δεν είναι καθόλου πρόβλημα το συγκεκριμένο». &lt;br /&gt;«Είπες το συγκεκριμένο. Άρα δεν ξέρεις αν υπάρχει κάπου ένα πρόβλημα» είπε ο μεσαίος. &lt;br /&gt;«Ναι, δεν ξέρω, μπορεί και να υπάρχει. Για την ώρα όμως απλώς περνάω μια πολύ ενδιαφέρουσα νύχτα» είπε ο αριστερός και άναψε ένα τσιγάρο. &lt;br /&gt;«Πόσα τσιγάρα έχεις στο πακέτο σου; Ρώτησε αυτός που ήταν στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;Ο αριστερός έβγαλε το πακέτο του και τα μέτρησε. «Επτά» είπε. &lt;br /&gt;Οι άλλοι μέτρησαν κι αυτοί τα τσιγάρα τους. Είχαν όλοι επτά. &lt;br /&gt;«Μα πώς γίνεται;» ρώτησε ο τρίτος, «έχω να καπνίσω μια ώρα». &lt;br /&gt;«Συγχρονισμός» είπε ο μεσαίος. «Ένας παράλογος συγχρονισμός που φαίνεται πέρα για πέρα λογικός». &lt;br /&gt;Αυτός στο δωμάτιο ξανακάθισε στην πολυθρόνα του. «Δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη» είπε. &lt;br /&gt;«Είναι η πιο παλαβή ιστορία που έχω ακούσει» είπε ο μεσαίος. «Συνήθως οι άνθρωποι ψάχνουν να βρούνε τον εαυτό τους, δεν τον έχουν εις τριπλούν να κάθονται να τα λένε». &lt;br /&gt;«Μπορεί να συμβαίνει στους μοναχικούς ανθρώπους, να τρελαίνονται» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο. «Μπορεί να το ‘χουμε χάσει». &lt;br /&gt;«Και μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να ‘ρθουν άλλοι τρεις ή πέντε όμοιοι, τίποτα δεν αποκλείεται» είπε χασκογελώντας ο αριστερός, «εδώ που φτάσαμε». &lt;br /&gt;«Δεν περίμενα ποτέ πως θα συζητούσα με τον εαυτό μου» είπε ο μεσαίος. «Και τώρα έχω διάλογο με τρεις… που θα μπορούσαν να είναι οκτώ ή δώδεκα, είναι θέμα καθρέφτη». &lt;br /&gt;«Κανένας δεν έχει δώδεκα καθρέφτες στο σπίτι του» είπε ο τρίτος. &lt;br /&gt;Εκείνος που ήταν στο δωμάτιο πετάχτηκε πάνω. «Φέρτε όσους καθρέφτες έχετε ο καθένας στο σπίτι, φέρτε τους όλους εδώ». &lt;br /&gt;Οι άλλοι έκαναν όπως τους είπε. Συγκέντρωσαν συνολικά δέκα καθρέφτες και τα είδωλα πολλαπλασιάστηκαν Κι εκείνα έφεραν επίσης και τους δικούς τους καθρέφτες και τα είδωλα στους άλλους καθρέφτες έφεραν κι άλλους και αυτό το πράγμα έδειχνε χωρίς τελειωμό. «Δεν ήταν καλή ιδέα» είπε εκείνος απ’ τον μεσαίο καθρέφτη, «δε βγάζουμε έτσι άκρη». &lt;br /&gt;«Σωστά» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο, «βάλτε τους κάπου αλλού». &lt;br /&gt;«Σε μια στιγμή μου φάνηκε πως θα τρελαθώ στ’ αλήθεια» είπε ο μεσαίος όταν γύρισαν &lt;br /&gt;«Φοβερή φάση» είπε ο αριστερός. «Κι είχες δίκιο πριν, θα κατακλύζαμε την αγορά με την παρουσία μας». &lt;br /&gt;«Πιστεύεις πως αυτό το πράγμα θα δούλευε κι εκεί έξω;» ρώτησε αυτός απ’ το δωμάτιο. &lt;br /&gt;«Αφού δουλεύει μέσα θα δουλεύει και έξω» είπε ο άλλος. &lt;br /&gt;«Ωραία, είμαστε μια τεράστια δύναμη… υποτίθεται» είπε ο τρίτος, «και τι πάει να πει αυτό;» &lt;br /&gt;«Τίποτα» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο, «είμαστε μια εικονική τεράστια δύναμη… όσο είμαστε μέσα σ’ αυτούς τους καθρέφτες, δε μπορούμε να την κάνουμε τίποτα». &lt;br /&gt;«Κρίμα» είπε ο αριστερός, «τόση δύναμη να πηγαίνει χαμένη». &lt;br /&gt;«Κρίμα, όντως» είπε ο μεσαίος. «Αλλά δε μπορούμε ν’ αλλάξουμε τους νόμους της φύσης». &lt;br /&gt;Οι άλλοι τρεις έβαλαν τα γέλια. &lt;br /&gt;«Είναι η καλύτερη νύχτα που ‘χω περάσει» είπε ο τρίτος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτός στο δωμάτιο ξύπνησε. Σκέφτηκε πως κι οι άλλοι θα είχαν κάνει το ίδιο. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο σαλόνι. Τα είδωλά του πήραν θέσεις απέναντι απ’ τον καθρέφτη. Αλλά κανένα δε μίλησε. Κούνησε το χέρι του και τα τρία εγώ του έκαναν το ίδιο. Αυτό ήταν, σκέφτηκε, χάσαμε την ευκαιρία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξημέρωνε η τελευταία μέρα του χρόνου. Σε λίγο η τηλεόραση θ’ άρχιζε τις πρωτοχρονιές και τα βεγγαλικά θα τις ταξίδευαν απ’ τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, ο ουρανός θα πλημμύριζε χρώματα, οι άνθρωποι θ’ αγκαλιάζονταν στις πλατείες… τα συνηθισμένα. . &lt;br /&gt;Είχε βγάλει τη νύχτα στην πολυθρόνα κι ένοιωθε κουρασμένος. Κατά τις οκτώ το πρωί σηκώθηκε βαριεστημένα και πήγε στο μπάνιο.  Από συνήθεια έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Αλλά και πάλι δεν ήταν κανείς.  &lt;br /&gt;«Μήπως δεν υπάρχω;», αναρωτήθηκε. &lt;br /&gt;Μετά, φτιάχνοντας καφέ σκέφτηκε όλη αυτή τη φάση με τον άλλον που ζούσε στη Φλόριντα. Τι ιστορία όμως κι αυτή, συλλογίστηκε.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1. Η συγκεκριμένη ιστορία δε θα ‘χε προκύψει δίχως καθρέφτες, σκέφτηκε… ίσως τα πράγματα να ήταν πιο εύκολα χωρίς τους καθρέφτες.  Για παράδειγμα, υπό κανονικές συνθήκες, στον τρίφυλλο καθρέφτη του μπάνιου μπορούσε να παρακολουθήσει τρεις εκδοχές του εαυτού του ταυτόχρονα. Τους έβλεπε κάθε μέρα, μόνο που σήμερα του ‘χε κολλήσει πως δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν σ’ ένα μπάνιο; Και τι θα συνέβαινε αν αυτή η ιστορία συνεχιζόταν για κάποιο λόγο επ’ άπειρον; Θα μπλέκαμε με τίποτα κυβικές καμπύλες πάνω σε πεπερασμένα σώματα; Ή μήπως σε τίποτα σημεία πεπερασμένης τάξης; Και πόσο κοντά θα ήμασταν στην εικασία του Riemann; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιάννης Πέτσας “DR JEKYLL AND MR HYDE AND MR HYDE AND MR HYDE…”… ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3389983579062965193?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3389983579062965193'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3389983579062965193'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2012/01/dr-jekyll-and-mr-hyde-and-mr-hyde-and.html' title='“DR JEKYLL AND MR HYDE AND MR HYDE AND MR HYDE…”… ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-5562251191175087713</id><published>2011-12-23T18:49:00.001+02:00</published><updated>2011-12-23T18:51:46.289+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Ωραία, Χριστουγεννιάτικη ιστορία.</title><content type='html'>Συνθλίβομαι στριμωγμένος εδώ μέσα. Και με το κρύο οι τοίχοι έρχονται πιο κοντά, όλο και πιο κοντά. Όπως τα τοιχώματα ενός τάφου. Δεν είναι παράξενο που λένε ότι με τον θάνατο περνάς σε μια άλλη διάσταση; Αλλά ίσως το λένε επειδή οπουδήποτε αλλού θα ‘ναι μάλλον καλύτερα. Ή δεν ξέρουν τι λένε, που είναι το πιθανότερο. &lt;br /&gt;Άναψα το καλοριφέρ. Τελικά αυτό ήταν που έφταιγε. Τώρα είμαι σχεδόν καλά. Αν δεν ήταν αυτή η εορταστική ατμόσφαιρα να επιδεινώνει την κατάσταση… όλη μέρα αυτά τα γελοία τραγουδάκια… &lt;br /&gt;Δε καταλαβαίνω που βρίσκουν τόσο κέφι οι άλλοι, μου κάνει εντύπωση. Ή κάνουν πως είναι ευχαριστημένοι, μάλλον αυτό θα ‘ναι. Αρέσκονται να υποκρίνονται, αυτή η συνήθεια θα ‘χει βάρος αιώνων. Ίσως να παίζει και τίποτα άλλο βέβαια, αν είσαι δυσάρεστος δε σε κάνει παρέα κανείς. Έτσι το μόνο που μένει είναι ν’ αραδιάζεις ψέματα, να σηκώνεις το δάκτυλο και να κουρνιάζεις από πίσω. Και κανένας δε ρωτάει τι γυρεύει ένας ελέφαντας στις τριανταφυλλιές… όλοι κάνουν πως δε βλέπουν. &lt;br /&gt;Αν ο κόσμος δεν ήταν αυτοί οι σκέτοι, ξεροί ήχοι… &lt;br /&gt;Τώρα που το σκέφτομαι δεν είναι κι άσχημα. Αλλά παραμένει απερίγραπτη κατάσταση. Είναι κι αυτά τα γαμημένα τα κάλαντα…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-5562251191175087713?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5562251191175087713'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5562251191175087713'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/12/blog-post.html' title='Ωραία, Χριστουγεννιάτικη ιστορία.'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-198560162625240780</id><published>2011-12-19T13:46:00.005+02:00</published><updated>2011-12-20T08:39:53.191+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>03:00</title><content type='html'>Είχα ακόμα τη φωνή της στα αφτιά μου, γουρούνια, όλοι σας είσαστε γουρούνια, έλεγε. Κι ήταν ακόμα τρεις. &lt;br /&gt;Ήταν σημαδιακή μέρα. Κι έγιναν δυο πράγματα. Είδα τον παλιό μου σκύλο στον ύπνο μου, καθώς γύριζα από κάπου, ξαπλωμένο σε μια μάντρα. Σαν να ξαφνιάστηκα. Είχε χάσει το μισό του τρίχωμα και γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν μελιά όπως ήταν πάντα. Άπλωσα το χέρι μου και τον χάιδεψα, μου ‘λειψες, του είπα… ή το σκέφτηκα, δεν είχε σημασία, καταλάβαινε. Αυτός έφερε δυο - τρεις βόλτες γύρω μου. Μετά σαν να εκνευρίστηκε, τραβήχτηκε πίσω κι άρχισε να ουρλιάζει, να χτυπιέται, να… στο τέλος… ακόμα και το πρόσωπό του άλλαξε, το ρύγχος του έγινε πιο μακρύ, πιο σουβλερό… τα δόντια του σχεδόν έλειπαν κι έκανε να μου χιμήξει. Πισωπάτησα, τράβηξα το χέρι μου κι έφυγα. Τα γέρικα σκυλιά πρέπει να τα’ αφήνεις στην ησυχία τους. &lt;br /&gt;Ύστερα, δεν είχα κάνει δυο βήματα όταν άκουσα ένα μούγκρισμα. Στράφηκα στον τοίχο πίσω μου κι είδα τη Ρόζα, τον παλιό μου έρωτα. Είχε διπλωθεί στα δυο και τη μια μούγκριζε την άλλη πιανόταν από κάτω της και έλεγε, ο άντρας μου, πού πήγε ο άντρας μου; Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. &lt;br /&gt;ήταν μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε κι αυτή σερνότανε σ’ έναν τοίχο και μυξόκλαιγε, δεν είχα δει ποτέ έτσι τη Ρόζα. Τα χέρια της είχαν κρεμάσει στους αγκώνες, τα στήθια της έμοιαζαν ξερά κάτω απ’ τη μπλούζα… τα μαλλιά της ήταν ακόμα κόκκινα. Αλλά δεν ήταν η Ρόζα που ‘ξερα. &lt;br /&gt;Με πήρε είδηση και ορθώθηκε ξανά, τι κοιτάς, μου είπε, σαν να ντράπηκε, δεν έχεις άλλη δουλειά να κάνεις; &lt;br /&gt;Δεν αναρωτήθηκα αν με γνώρισε… δεν αναρωτήθηκα τίποτα. Σε παράτησε ; τη ρώτησα.&lt;br /&gt;Να μη σε νοιάζει, μου είπε και έκανε να φύγει. Στάσου, είπα εγώ, θες να το κάνουμε; &lt;br /&gt;Η Ρόζα με κοίταξε με τα ξεπλυμένα της μάτια, απ’ τα μεθύσια και τα δάκρυα κι έκανε κάτι σαν να γέλασε. Έτσι στην ψύχρα… εσύ κι εγώ; κάγχασε, πώς σου κατέβηκε τώρα αυτό; &lt;br /&gt;Κοίτα… αν θες, είπα εγώ, δεν ξέρω πώς… φαντάστηκα πως ήθελες. &lt;br /&gt;Κάνε πέρα, μου είπε και μ’ έσπρωξε, για ποια με πέρασες; Γουρούνια, είπε, όλοι σας είσαστε γουρούνια. &lt;br /&gt;Παραμέρισα. Εκείνη έκανε δυο βήματα. Σταμάτησε κι ύστερα έκανε άλλα δυο. Μετά γύρισε. Δεν έχεις γυναίκα; Ρώτησε ενώ σκούπιζε το ρίμελ που ‘χε τρέξει. &lt;br /&gt;Δε μπορώ, είπα, δε μπορώ. &lt;br /&gt;Δε μπορείς μ’ αυτήν και μπορείς με ‘μένα; &lt;br /&gt;Δεν ξέρω, ομολόγησα, δεν ξέρω αν μπορώ… αλλά αν σε παράτησε ο δικός σου… τι σε νοιάζει; &lt;br /&gt;Σωστά, έκανε, τι με νοιάζει; &lt;br /&gt;Τώρα μου θύμιζε πιο πολύ τη Ρόζα που ‘ξερα. Στύλωσε τα πόδια της κι έκανε δυο βήματα. Ήταν ακόμα καλοφτιαγμένη, είχαμε ένα μπόι αλλά με πέρναγε πάντα με τις γόβες, η Ρόζα πάντα φορούσε γόβες. &lt;br /&gt;Έχεις ένα τσιγάρο; Είπε σιάζοντας τη φούστα της. Έχω τα χάλια μου, πρόσθεσε. &lt;br /&gt;Έβγαλα και της άναψα. Κάναμε δυο - τρεις ρουφηξιές χωρίς να μιλάμε, δεν είχαμε να πούμε τίποτα. &lt;br /&gt;Πάω να μαζέψω λίγο την κουζίνα μου, μου είπε. Μετά θα σου πω να ‘ρθεις. &lt;br /&gt;Και ο άντρας σου; Ξαφνικά ανησύχησα, δε θέλω μπλεξίματα, της είπα. &lt;br /&gt;Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν, είπε, δεν πρόκειται να ’ρθει… αλλά και να ‘ρθει… θέλω να πω πως δεν τον νοιάζει τι κάνω και τι δεν κάνω, δε με βλέπει σαν γυναίκα. &lt;br /&gt;Κατάλαβα αλλά δεν είπα τίποτα. Έμεινα εκεί και την κοίταζα που έφευγε, να ξεμακραίνει με τις ψηλοτάκουνες γόβες της. Σαν τη Ρόζα που ήξερα. &lt;br /&gt;Μετά… δεν έγινε τίποτα, δεν πήγα, πισωπάτησα. &lt;br /&gt;Τα γέρικα σκυλιά πρέπει να τα αφήνεις στην ησυχία τους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-198560162625240780?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/198560162625240780'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/198560162625240780'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/12/0300.html' title='03:00'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3975638528228050427</id><published>2011-11-29T14:22:00.005+02:00</published><updated>2011-11-29T14:43:05.693+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>Μια βραδιά στο Black Duck</title><content type='html'>Χθες πήγα κάπου κι αναρωτήθηκα μετά γιατί δε βγαίνω. Στο Black Duck συγκεκριμένα. &lt;br /&gt;Στον δρόμο είδα έναν γέρο που ζητιάνευε. Αυτό με πίκρανε. &lt;br /&gt;Μετά είδα μια γυναίκα που ήξερε τι ήθελε. Αυτό με γοήτευσε. &lt;br /&gt;Μετά έφαγα κάτι που δεν έλεγε αλλά αναγνώρισα το μέρος κι αυτό μ’ έφτιαξε.  &lt;br /&gt;Μετά γύρισα πίσω και πήρα τα e-mail μου. Αυτό το κάνω συνέχεια. Αλλά δε βγαίνει τίποτα, δεν έχει νόημα. &lt;br /&gt;Τίποτα δε γίνεται έτσι που θέλω και θα ‘πρεπε λογικά να ξέρω, να ‘χω μάθει τέλος πάντων… αλλά τίποτα. Και πέφτω έξω στις προβλέψεις μου, βασανίζω κι απογοητεύω ανθρώπους… κι αυτό χωρίς να θέλω. Λες και με τρέχει από πίσω ένας διάολος…. Αλλά δεν πιστεύω σ’ αυτά τα πράγματα. Σε τίποτα δεν πιστεύω. Ίσως αυτό να φταίει που μου μοιάζει αυτός ο κόσμος τόσο άσχημος, να μην είναι θέμα αισθητικής και μόνο. Να είναι θέμα εκτίμησης, τι σέβομαι - τι όχι. Ή να ‘χω αδειάσει απ’ οτιδήποτε… να μην υπάρχει κάτι. &lt;br /&gt;Να, αύριο είναι αυτή η πρεμιέρα. Και δε μου λέει τίποτα.&lt;br /&gt;Μπορεί να ‘χω τελειώσει από καιρό και να μην το πήρα χαμπάρι… όλα γίνονται. &lt;br /&gt;Στο Black Duck ήταν όμορφα…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3975638528228050427?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3975638528228050427'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3975638528228050427'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/11/black-duck.html' title='Μια βραδιά στο Black Duck'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-1734037634229792122</id><published>2011-11-20T10:53:00.003+02:00</published><updated>2011-11-27T13:16:48.072+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='θέατρο'/><title type='text'>Η θεωρία της Πολιτικής ανυπακοής στο Ίδρυμα Κακογιάννη</title><content type='html'>«Αποδέχομαι ένθερμα το ρητό: «Καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που κυβερνά ελάχιστα», άρα θα έπρεπε να επιθυμώ να το » δω στην πράξη πιο γρήγορα και συστηματικά. Υλοποιημένο, ισοδυναμεί τελικά με το εξής, το οποίο επίσης πιστεύω: «Καλύτερη κυβέρνηση είναι αυτή που δεν κυβερνά καθόλου» και όταν οι άνθρωποι θα είναι έτοιμοι για κάτι τέτοιο, αυτό θα είναι το είδος της διακυβέρνησης που θα έχουν». &lt;br /&gt;Ηenry David Thoreau &lt;br /&gt;Η θεωρία της Πολιτικής ανυπακοής στο Ίδρυμα Κακογιάννη &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν το 2009 εξέδωσα Το «έβδομο» ανακοινωθέν και συμπεριέλαβα σ’ αυτό τις «προκηρύξεις» μου, δε φανταζόμουν πως θα επανερχόμουν σ’ αυτό… άλλωστε το ανακοινωθέν δεν ήταν παρά ένα θεατροποιημένο δοκίμιο. Σήμερα όλα όσα ανέφερα εκεί ηχούν κάπως παρωχημένα, αναχρονιστικά και μάλλον δεν ενδιαφέρουν κανέναν. &lt;br /&gt;Στην «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ» που παρουσιάζεται αυτές τις μέρες στο Ίδρυμα Κακογιάννη, τα χάρτινα εγώ μου γίνονται πάλι της μόδας. Βουβά, σαν παραστάτες σ’ επιτάφιο, σαν συνοδοί σε μια αγρύπνια. Αν έγραφα σήμερα μια ακόμα προκήρυξη θα έλεγε τα εξής: «… μέσα απ’ την αφωνία του ο Χάρτινος Στρατός σηματοδοτεί μια επανάσταση που χάθηκε, που δεν κατέβηκε στα πεζοδρόμια όταν έπρεπε, που δε διεκδίκησε και που συντελέστηκε μοναχά μες στο κεφάλι μου. Μας πήραν από κάτω τα πράγματα φίλε μου. Και τώρα δουλεύουμε κι οι εμείς κι από πάνω για τις Τράπεζες. Σκαρτέψαμε. Μπουγαδιάσαμε τα μέσα μας, μέχρι που ‘ρθε το μυαλό και άδειασε. Και πήραν τα απόνερα τις ιδέες κι απομείναμε έτσι, αδειανά πουκάμισα στα στόματα των ποιητών . Γι’ αυτό στρέφεις αλλού σαν με βλέπεις, γι’ αυτό και δε μιλάς… αλλά, ας το παραδεχθούμε να τελειώνουμε, είμαστε αριστεροί του γλυκού νερού. Αριστεροί του γλυκού νερού είναι ακόμα και τα κομματόσκυλα της ΚΝΕ, δεν είναι μίασμα, απλώς τα πράγματα άλλαξαν. Γι’ αυτό δεν κατεβαίνεις πια στις πορείες… δε σε κακίζω, ούτε εγώ πάω πια, ούτε συνδικαλίζομαι ούτε τίποτα. Στήνω μοναχά τις δικές μου παντιέρες, τα προσωπικά μου αδιέξοδα, τα αυθαίρετα τσαντίρια μου δώθε και κείθε, το γαμημένο μου δικαίωμα να σκέφτομαι. Κι αυτό δε θα μου το πάρει κανείς». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να πληροφορήσω το φιλοθεάμον κοινό που θα ήθελε να παρακολουθήσει την «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ» από τη θεατρική ομάδα της SO7, ότι δε διανέμονται προσκλήσεις, δυστυχώς και ότι η είσοδος θα σας επιβαρύνει κατά 10ευρώ (αν υπάρχει ως τότε). &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπενθυμίζω ότι οι παραστάσεις θα είναι 30/11, 1/12 και 2/12. &lt;br /&gt;Δυστυχώς, κρατήσεις εισιτηρίων διαπίστωσα ότι δε γίνονται εκτός αν προπληρωθούν μέσω κάρτας. Διατίθενται όμως σε όλα τα καταστήματα Public. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλιώς… όποιος βρει στο Ίδρυμα Κακογιάννη… αλλά ελληνικά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τέλος πάντων, ζητώ συγγνώμη για την όποια ταλαιπωρία.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-1734037634229792122?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1734037634229792122'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1734037634229792122'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/11/blog-post_20.html' title='Η θεωρία της Πολιτικής ανυπακοής στο Ίδρυμα Κακογιάννη'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8091267338011241049</id><published>2011-11-18T11:53:00.002+02:00</published><updated>2011-11-18T11:58:59.236+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='αποσπάσματα'/><title type='text'>ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ;</title><content type='html'>«Είμαι υλιστής», γράφει ο Πεσσόα στον Αναρχικό Τραπεζίτη, «κι έχω μόνο τούτη τη ζωή. Γιατί λοιπόν να τυραννιέμαι με τη διαφωτιστική δουλειά, τις κοινωνικές ανισότητες και τα συναφή, τη στιγμή που αντί να ασχολούμαι μ' αυτά θα μπορούσα να χαρώ, να κάνω τη ζωή μου; Γιατί να πρέπει κανείς, αφού έχει μόνο τούτη τη ζωή, αφού δεν πιστεύει στην αιώνια ζωή, αφού δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλο νόμο εκτός από εκείνον της φύσης, αφού αντιτίθεται στο κράτος επειδή είναι αφύσικο, και στο γάμο επειδή είναι αφύσικος, στο χρήμα επειδή είναι αφύσικο, σ' όλους τους κοινωνικούς θεσμούς επειδή είναι αφύσικοι, τότε, διάολε, γιατί να πρέπει ν' αγωνιστεί σώνει και καλά για την ανιδιοτέλεια και γιατί να θυσιαστεί για τους άλλους, για την ανθρωπότητα ολόκληρη, όταν ακόμη κι η ανιδιοτέλεια κι η αυτοθυσία είναι αφύσικες; Μάλιστα, κύριε, η ίδια λογική που μου αποκάλυψε ότι ο άνθρωπος δεν έχει γεννηθεί για να παντρεύεται, για να είναι Πορτογάλος, για να είναι πλούσιος ή φτωχός, η ίδια λογική μου έδειξε ότι δε γεννήθηκε ούτε για να είναι αλληλέγγυος, γεννήθηκε αποκλειστικά και μόνο για να 'ναι ο εαυτός του, δηλαδή το αντίθετο από ανιδιοτελής κι αλληλέγγυος, για να 'ναι με λίγα λόγια απόλυτος εγωιστής».&lt;br /&gt;Κάθε λογικός άνθρωπος θα συμφωνούσε πιστεύω. Το περίεργο είναι που δεν είναι όλοι αναρχικοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιο κάτω γράφει:&lt;br /&gt;»Στον αληθινό αναρχισμό πρέπει ν' αγωνιστεί ο καθένας για την ελευθερία και να πολεμήσει τους κοινωνικούς θεσμούς με τις δικές του δυνάμεις». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η λύση του αινίγματος Παπαδήμου μπορεί να εμπερειέχεται σ’ αυτό το κείμενο. Θα το ευχόμουν αυτό. Αλλά εγώ, εκτός από απόλυτος εγωιστής είμαι και ένας υπερφίαλος οραματιστής και μπορεί να μην είναι έτσι.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8091267338011241049?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8091267338011241049'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8091267338011241049'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/11/blog-post.html' title='ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-2623273260657455709</id><published>2011-11-07T10:01:00.001+02:00</published><updated>2011-11-07T10:04:31.233+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Κυρίες και Κύριοι, είναι το δελτίο των 8</title><content type='html'>-Κυρίες και κύριοι τα συνθήματα που επικρατούν είναι «να μην ξανακοιμηθεί κανείς πια», «ο χρόνος τους τέλειωσε», «προδοσία», ο κόσμος είναι απογοητευμένος, στα μάτια του βλέπεις μόνο την απόγνωση. Φοβάμαι ότι τώρα μόνο ο φόβος μένει να μοιραστεί, ότι δεν υπάρχει πισωγύρισμα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Σύντροφοι, ακυρώστε το χρήμα. Κάντε τις συναλλαγές σας σε είδος. &lt;br /&gt;-Το ψωμί. &lt;br /&gt;-Το ψωμί στον λαό. Να δημεύσουμε τους φούρνους. &lt;br /&gt;-Να δημεύσουμε τα σούπερ μάρκετ. &lt;br /&gt;-Να τρώμε ψάρια. Η θάλασσα είναι ακόμα δική μας. &lt;br /&gt;-Δεν υπάρχουν λεφτά. &lt;br /&gt;-Να μπουκάρουμε στις Τράπεζες. &lt;br /&gt;-Ούτε οι Τράπεζες έχουν λεφτά. &lt;br /&gt;-Οι περισσότερες έκλεισαν. &lt;br /&gt;-Μου ‘κόψαν το ρεύμα. &lt;br /&gt;-Θα μας κόψουν το ρεύμα, σε όλους. Αύριο θα μας κόψουν και το νερό. &lt;br /&gt;-Τα παιδιά, τι θ’ απογίνουνε τα παιδιά; &lt;br /&gt;-Τα σχολεία, να καταλάβουμε τα σχολεία. &lt;br /&gt;-Τον Δήμο, τι τον χρειαζόμαστε τον Δήμο; &lt;br /&gt;-Τα νοσοκομεία. &lt;br /&gt;-Τι να τα κάνουμε τα νοσοκομεία; &lt;br /&gt;-Να καταργήσουμε τις δημόσιες υπηρεσίες. &lt;br /&gt;-Τις συγκοινωνίες. Να κάνουμε επιτροπές. &lt;br /&gt;-Είμαστε ανίκανοι, δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα. &lt;br /&gt;-Ν’ αποκλείσουμε το κέντρο. &lt;br /&gt;-Στη Βουλή. &lt;br /&gt;-Να ρίξουμε τη Βουλή. &lt;br /&gt;-Θα μας χτυπήσουν. &lt;br /&gt;-Θα φέρουνε τον Στρατό. &lt;br /&gt;-Κάτω τα κόμματα. &lt;br /&gt;-Να βγάλουμε τον κόσμο στον δρόμο. &lt;br /&gt;-Στην πλατεία. &lt;br /&gt;-Όλοι στην πλατεία, κάτω οι προδότες. &lt;br /&gt;-Δώστε τη χώρα στον λαό. &lt;br /&gt;-Στον λαό. &lt;br /&gt;-Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες. &lt;br /&gt;-Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί κι εσύ γελούσες… Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί… &lt;br /&gt;-Θάνατος στους προδότες. &lt;br /&gt;-Στη Βουλή, όλοι στη Βουλή. &lt;br /&gt;-Θάνατος. &lt;br /&gt;-Θάνατος. &lt;br /&gt;-Να φύγουν. &lt;br /&gt;-Όλοι στον δρόμο. Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία. &lt;br /&gt;-Σταματήστε. Κάποιος να βάλει μια τάξη. &lt;br /&gt;-Έναν αρχηγό. Να βγάλουμε αρχηγό. &lt;br /&gt;-Να μας οδηγήσει κάποιος. &lt;br /&gt;-Ζήτω η Ελλάδα. &lt;br /&gt;-Ζήτω το έθνος. &lt;br /&gt;-Κάτω οι προδότες. &lt;br /&gt;-Στο Γουδί. &lt;br /&gt;-Στο Γουδί, οι προδότες στο Γουδί. &lt;br /&gt;-Πίσω, όλοι πίσω. &lt;br /&gt;-Αδέλφια, είμαστε αδέλφια. &lt;br /&gt;-Πίσω, όλοι πίσω. &lt;br /&gt;-Αδέλφια, είμαστε αδέλφια. &lt;br /&gt;-Πίσω, γυρίστε στα σπίτια σας. &lt;br /&gt;-Στη Βουλή. &lt;br /&gt;-Στη Βουλή. &lt;br /&gt;-Μην τους φοβάστε. &lt;br /&gt;-Πίσω, όλοι πίσω. &lt;br /&gt;-Προδότες. &lt;br /&gt;-Είστε προδότες. &lt;br /&gt;-Πίσω, όλοι πίσω. &lt;br /&gt;-Μη φεύγετε. &lt;br /&gt;-Σταθείτε, μη φεύγετε. &lt;br /&gt;-Άσε με. &lt;br /&gt;-Σύντροφοι. &lt;br /&gt;-Πίσω όλοι. &lt;br /&gt;-Σύντροφοι μη τους φοβάστε. &lt;br /&gt;-Το παιδί μου, το παιδί μου. &lt;br /&gt;-Εδώ, εδώ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κυρίες και κύριοι τα πλάνα που βλέπετε είναι από την πλατεία Συντάγματος όπου οι διαδηλωτές συγκρούονται εδώ και ώρα με τις δυνάμεις της αστυνομίας και επικρατεί όπως μπορείτε να δείτε κι εσείς, χάος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Έχουμε έναν νεκρό, πείτε στις τηλεοράσεις πως έχουμε ήδη έναν νεκρό. Πείτε στον κόσμο να κατέβει στον δρόμο, νυν, υπέρ πάντων αγών. &lt;br /&gt;-Φύγετε, ρουφιάνοι. Είστε βαλτοί ρε. Πουλημένοι. &lt;br /&gt;-Ρουφιάνοι δημοσιογράφοι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;-Κυρίες και κύριοι ακούγονται όπως βλέπετε και τα συνήθη συνθήματα κατά των δημοσιογράφων. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες μιλάνε για έναν νεκρό… η κατάσταση όπως μπορείτε να δείτε κι εσείς, είναι αποπνικτική. Η αστυνομία κάνει ασύστολη χρήση χημικών και υπάρχουν ήδη πολλοί τραυματισμοί. Η αστυνομία προσπαθεί ν’ απωθήσει τους διαδηλωτές προς τον σταθμό του Συντάγματος, η χρήση ωστόσο των χημικών δεν επιτρέπει την παραμονή σε κλειστό χώρο. Κυρίες και κύριοι αυτή είναι μια νύχτα που θα ευχόμασταν να μην είχε ζήσει κανείς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-2623273260657455709?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2623273260657455709'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2623273260657455709'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/11/8.html' title='Κυρίες και Κύριοι, είναι το δελτίο των 8'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-2760633851082252986</id><published>2011-10-09T10:47:00.005+03:00</published><updated>2011-10-09T12:49:44.588+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Sarantaporou Street Blues</title><content type='html'>Στη Σαρανταπόρου, τα δωμάτια, το ψυγείο, τα συρτάρια και τα ντουλάπια της κουζίνας είναι όλα άδεια. Για την ακρίβεια βρίσκεις εκεί μέσα ένα σωρό άχρηστα πράγματα. «Αν μπει κάποιος τη νύχτα;», σκεφτόμουν χθες και μετά σκέφτηκα να πάρω έναν νεροσωλήνα να ‘χω δίπλα μου. Αν είχα ένα Luger parabellum θα ‘ριχνα νομίζω. Ψηλά. Θ’ άνοιγα μια όμορφη τρύπα στο ταβάνι και ο τύπος θα ‘φευγε. Γι’ αυτό παίρνει κάποιος ένα πιστόλι. Να το ‘χει για τα δύσκολα. Αν όμως δεν ερχόταν ποτέ κανείς… &lt;br /&gt;Αλλά πάλι, πώς να δουλέψεις μ' ένα πιστόλι στην κωλότσεπη, δε γίνεται... &lt;br /&gt;Μετά κατέβηκα ξανά στο ισόγειο, περπάτησα πάλι πάνω - κάτω το δωμάτιο. Μέτρησα πάλι τα τελάρα… «αναμετρήθηκα μαζί τους» είναι η σωστή έκφραση. Τα έστρωσα στο πάτωμα. Σκέφτηκα τα 500 ευρώ του μουσαμά… αλλά «να πάει στο διάολο, τι άλλο να τα κάνεις τα λεφτά αν όχι αυτό που θες;» &lt;br /&gt;Άναψα άλλο ένα τσιγάρο, το κάπνισα κι ύστερα το έσβησα κι αυτό στο πάτωμα. Έξω η νύχτα ήταν ήσυχη, γλυκιά θα την έλεγες… σαν παραμύθι…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-2760633851082252986?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2760633851082252986'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2760633851082252986'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/10/sarantaporou-street-blues.html' title='Sarantaporou Street Blues'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8020552854121110492</id><published>2011-10-02T17:00:00.002+03:00</published><updated>2011-10-02T17:02:51.793+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='δοκίμια'/><title type='text'>“experimental approximant”</title><content type='html'>Ο Μπέκετ έγραψε το «Περιμένοντας τον Γκοντό» το χειμώνα του 1948 - 49 και το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στις 5 Ιανουαρίου 1953, στο Theatre de Babylone του Παρισιού, σε σκηνοθεσία Roger Blin. &lt;br /&gt;Η Αγγλική πρεμιέρα δόθηκε στις 3 Αυγούστου 1955, από το Arts Theatre του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Peter Hall. &lt;br /&gt;Στην Ελλάδα ανέβηκε για πρώτη φορά το 1963, στο θέατρο του Γαλλικού Λυκείου Θεσσαλονίκης, από το Θεατρικό Εργαστήρι Άμικάλ, σε σκηνοθεσία Χρυσούλη Πλακίδη και μετάφραση Νίκου Δασκαλόπουλου. Ξανανέβηκε το 1965, από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε μετάφραση Μάνθου Κρίσπη και σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη. Στην Αθήνα ανέβηκε το χειμώνα του 1968-69, από το Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν και μετάφραση Μάνθου Κρίσπη. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;___________________________Πράξη πρώτη &lt;br /&gt;Σκηνή πρώτη &lt;br /&gt;(κείμενο απ’ τη μετάφραση του πρωτοτύπου της Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου)&lt;br /&gt;Εξοχικός δρόμος με δέντρο. Σούρουπο.&lt;br /&gt;Ό Έστραγκόν, καθισμένος σε μια πέτρα, προσπαθεί να βγάλει την αρβύλα του. Πασχίζει μάταια, τραβώντας τη και με τα δύο του χέρια, αγκομαχώντας. Εγκαταλείπει την προσπάθεια εξουθενωμένος, ξεκουράζεται κοντανασαίνοντας, ξαναρχίζει. Πάλι το ίδιο. Μπαίνει ο Βλαδίμηρος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (εγκαταλείποντας ξανά την προσπάθεια). Δε γίνεται τίποτα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (πλησιάζοντας με μικρά βήματα, με τα πόδια αλύγιστα καί ανοιχτά). Αυτό αρχίζω να πιστεύω κι εγώ. (Στέκεται.) Σ’ όλη μου τη ζωή αρνιόμουνα να το παραδεχτώ. "Έλεγα πάντα, Βλαδίμηρε, σύνελθε, δεν τα δοκίμασες όλα ακόμα. Καί ξαναριχνόμουνα στον αγώνα. (Πέφτει σε περισυλλογή, αναλογιζόμενος τον αγώνα. Στον Έστραγκόν.) Μας ξανάρθες, βλέπω. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λες; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Χαίρομαι πού ξαναγύρισες. Νόμιζα πώς είχες φύγει για πάντα. &lt;br /&gt;“Περιμένοντας… ποιος ξέρει τι” (πειραματική προσέγγιση, προσθήκη στην πρώτη πράξη) &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (κοιτάζοντας πότε τον Βλαδίμηρο και πότε την αρβύλα) Γύρισα… που να μην γύριζα… μ’ έχει πεθάνει αυτή η αρβύλα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (κοιτάζει κι αυτός τα παπούτσια του) Ξέρεις τι θα έκανα αν είχα λεφτά; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (κοιτάζοντας κι αυτός τα παπούτσια του Βλαδίμηρου) Θ’ αγόραζες καινούργια παπούτσια; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (κάθεται στο χώμα δίπλα στον Εστραγκόν) Θ’ αγόραζα και παπούτσια… &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μου ‘χει μπει μια πέτρα… μ’ έχει πεθάνει. Τι άλλο θ’ αγόραζες; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (έπειτα από ώριμη σκέψη) Τίποτα. Δε θ’ αγόραζα τίποτα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (τον κοιτάζει με απορία) Και τι θα ‘κανες; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (ξαπλώνει στο χώμα και βάζει τα χέρια πίσω απ’ το κεφάλι) Τι θα έκανα; (αναστενάζει) Τι νομίζεις πως θα ‘κανα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (δυσανασχετεί) Αχ… τι θα ‘κανες που να με πάρει; Θα με σκάσεις; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα ‘παιρνα τα λεφτά και θα τα… θα τα πέταγα στα μούτρα της γυναίκας μου, αυτό θα ‘κανα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (αναστενάζοντας παρατάει την αρβύλα και ξαπλώνει κι αυτός) Πάντα έλεγα πως είσαι ηλίθιος, γιατί να τα δώσεις στη γυναίκα σου; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Για να μην λέει, θα της έκλεινα το στόμα μια και καλή. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (τον σκουντάει με το χέρι του και γελάει με χάχανα) Δώσ’ τα σε ‘μένα τα λεφτά κι ύστερα σου την κάνω εγώ να μη μιλάει στο άψε – σβήσε. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν είναι έτσι, θέλω να δει αν αξίζω. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (χτυπώντας στο χώμα τη φτέρνα του)Αν αξίζεις τι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αν αξίζω, πώς το λένε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Α, αυτό. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτό. Τι άλλο; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (ανασηκώνεται και παραμένει καθιστός) Αυτό είναι για ‘σένα δηλαδή το αν αξίζει κάποιος. Το αν έχει λεφτά;&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (ανασηκώνεται κι αυτός) Αυτό, τι άλλο αξίζει σ’ αυτή τη ζωή; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (ανεβοκατεβάζοντας τους ώμους του) Δεν ξέρω, το να έχεις καινούργια παπούτσια… ξέρω ‘γω, ο έρωτας… δεν αξίζει ο έρωτας; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ο έρωτας; Τι να τον κάνεις τον έρωτα άμα δεν έχεις λεφτά; Θα πας στον έρωτα χωρίς παπούτσια; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (σηκώνεται όρθιος και κάνει ένα δυο βήματα) Αυτή η κωλοαρβύλα, μ’ έχει πεθάνει. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (σηκώνεται κι αυτός) Γιατί δεν τη βγάζεις; Κάτι θα ‘χει μπει, καμιά πέτρα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Για καινούργιο μου το λες; Τι σου λέω τόση ώρα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και γιατί δεν τη βγάζεις; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Γιατί έχουν πρηστεί τα πόδια μου και δε βγαίνει. Για ηλίθιο μ’ έχεις; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (γελώντας) Δε μπορεί να βγάλει την αρβύλα του θέλει κι έρωτες… δες μούρη που θέλει κι έρωτες. Έχεις δει πώς είσαι καημένε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (πηγαινοέρχεται κουτσαίνοντας) Δώσ’ μου εμένα λεφτά και σου λέω εγώ αν κάνω για έρωτες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είδες; Στα λόγια μου έρχεσαι. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (στέκεται στο ένα πόδι και προσπαθεί να βγάλει όρθιος την αρβύλα) Εγώ… εγώ… δεν είπα αυτό εγώ… εγώ είπα πως αξίζουν κι άλλα πράγματα εκτός απ’ τα λεφτά… εσύ είπες για τα λεφτά. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν έχει σημασία τι είπα και τι είπες, το ίδιο πράγμα λέμε… άμα δεν έχεις λεφτά, ούτε έρωτες, ούτε παπούτσια, ούτε τίποτα. Κατάλαβες; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κατάλαβα που να με πάρει ο διάολος, κατάλαβα… δεν είμαι ηλίθιος. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν χάνει την ισορροπία του και πάει να πέσει. Ο Βλαδίμηρος τον κοιτάει χασκογελώντας. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κοίτα να φας τα μούτρα σου να ‘χομε κι άλλα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (ξανακάθεται) Αντί να κοροϊδεύεις βοήθα να βγάλω αυτή την παλιοαρβύλα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τώρα ο Βλαδίμηρος είναι καλός, πριν ήταν ηλίθιος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Βοήθα που να σε πάρει ο διάολος. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα βοηθήσω μόνο άμα παραδεχθείς πως έχω δίκιο, αλλιώς δεν κάνω τίποτα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Βοήθα που να σε πάρει και να σε σηκώσει… &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος πάει και πιάνει το πόδι του Εστραγκόν. Τραβάει μ’ όλη του τη δύναμη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όχι έτσι που να σε πάρει… θα μου σπάσεις το πόδι διάολε… αν είναι να μου σπάσεις το πόδι… &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Πόσο καιρό τη φοράς αυτή την παλιοαρβύλα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Απ’ το πρωί, πρήστηκαν τα πόδια μου… όχι έτσι, δε θα βγει έτσι. Γύρνα απ’ την άλλη. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος γυρνάει και παίρνει το πόδι με την αρβύλα ανάμεσα στα σκέλια του. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όπως τον παλιό καλό καιρό… θυμάσαι στο στρατό; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θυμάμαι διάολε, τράβα… τράβα. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος τραβάει μ’ όλη του τη δύναμη. Ο Εστραγκόν σπρώχνει με το άλλο του πόδι, σφίγγοντας τα δόντια του. Η αρβύλα βγαίνει. Ο Εστραγκόν αναστενάζει ανακουφισμένος. Ο Βλαδίμηρος την γυρνάει ανάποδα. Από μέσα πέφτει μια πέτρα. Ο Εστραγκόν σκύβει και τη μαζεύει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αυτό εδώ το πραγματάκι την έκανε όλη αυτή τη δουλειά; &lt;br /&gt;“Περιμένοντας… ποιος ξέρι τι“ (προσθήκη δεύτερης σκηνής στην Πρώτη πράξη)&lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν έχει βγάλει και την άλλη αρβύλα και κοιτάζει απορημένος την πέτρα που κρατάει στο χέρι. Ο Βλαδίμηρος κάθεται παραπέρα και κοιτάζει τον Εστραγκόν. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Θα βάλεις τέλος πάντων τα παπούτσια σου να φύγουμε καμιά φορά; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κοίτα τώρα τι ζημιά μπορεί να σου κάνει μια… μια τόση δα πέτρα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είσαι ηλίθιος. Γιατί περπατούσες τόση ώρα με την πέτρα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δε μπορούσα να βγάλω την αρβύλα μέσα στον κόσμο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Γιατί; Ποιον έχεις ανάγκη;&lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν είναι αυτό, δε μπορείς να βγάζεις τα παπούτσια σου στη μέση του δρόμου, δεν είναι σωστό. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ωραία, κάτσε και πόναγε. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν είναι καθώς πρέπει… δεν είναι καθώς πρέπει να βγάζεις τα παπούτσια σου μπροστά στον κόσμο… είμαστε άνθρωποι… πολιτισμένοι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δηλαδή τώρα εσύ που πόναγες όλη μέρα είσαι καθώς πρέπει; Έτσι είναι οι πολιτισμένοι;&lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Εγώ έτσι έκανα… εσύ να ‘κανες αλλιώς.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Φυσικά και θα ‘κανα αλλιώς, εγώ δεν είμαι ηλίθιος να κάθομαι να πονάω για να μην βγάλω τα παπούτσια μου μέσα στον κόσμο, τον έχω χεσμένο τον κόσμο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αν ήταν όλοι σαν και ‘σένα θα ‘χαμε πάει κατά διαόλου… ευτυχώς που δεν είναι όλοι σαν και ‘σένα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μόνο ένας ηλίθιος θα περπάταγε όλη μέρα με μια πέτρα.&lt;br /&gt;Μένουν σιωπηλοί. Ο Εστραγκόν βάζει την πέτρα στην τσέπη του. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι κάνεις εκεί; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τη φυλάω.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Φυλάς μια πέτρα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τη φυλάω για να θυμάμαι.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Να θυμάσαι τι; Τη βλακεία σου; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι ζημιά μπορεί να σου κάνει μια πέτρα.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μα πες μου, είσαι όντως τόσο ηλίθιος; Θα κουβαλάς μαζί σου μια πέτρα; &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν ξαναβγάζει την πέτρα και του τη δείχνει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τη βλέπεις αυτήν εδώ; Ξέρεις τι ζημιά μπορεί να σου κάνει μια τόση δα πέτρα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι ζημιά μπορεί να μου κάνει; Τίποτα δε μπορεί να μου κάνει. Τι να μου κάνει; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (χώνοντας του την πέτρα στο μάτι) Μπορεί να σου βγάλει το μάτι, αυτό μπορεί να σου κάνει… να σε κάνει μια χαρά μονόφθαλμο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (πίσω πατώντας) Ξέρεις τι; Δεν είσαι μόνο ηλίθιος… είσαι και τρελός από πάνω. Θα καθίσω εγώ να μου βγάλει το μάτι μια πέτρα; Για τόσο χάνο με πέρασες; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (ξαναβάζοντας την πέτρα στην τσέπη του) Μόνο ένας ηλίθιος δεν καταλαβαίνει τι μπορεί να του κάνει μια πέτρα, αυτό είσαι ένας ηλίθιος… αυτό ήσουν πάντα, ένας ηλίθιος, ένας ηλίθιος που αν είχε λεφτά θα τα πέταγε στη μούρη της γυναίκας του… και κατ’ αρχάς δεν έχεις γυναίκα. Είσαι τόσο ηλίθιος που σκέφτεσαι τι θα έκανες τα λεφτά που δεν έχεις και που αν είχες θα τα πέταγες στη μούρη της γυναίκας σου… που πάλι δεν έχεις. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εγώ; Εγώ είμαι ηλίθιος; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αν δεν είναι ηλιθιότητα αυτό τι είναι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Φταίω εγώ που κάθομαι και μιλάω μ’ έναν ηλίθιο… γιατί αν δεν είναι ηλίθιος όποιος κουβαλάει μαζί του μια πέτρα, τι είναι; Σοφός; &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν πάει και κάθεται εκεί που καθότανε πριν, συλλογισμένος. Ο Βλαδίμηρος ξεφυσάει και κόβει βόλτες πάνω - κάτω. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ’; Ξέρεις κάτι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είμαστε και οι δύο ηλίθιοι, κι εσύ κι εγώ. Καθόμαστε και τσακωνόμαστε για μια πέτρα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτό κατάλαβες; Ότι τσακωνόμαστε για μια πέτρα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Γιατί άλλο τσακωνόμαστε; Για τη γαμημένη την πέτρα δεν τσακωνόμαστε; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τσακωνόμαστε γιατί δε θέλεις να καταλάβεις. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Να καταλάβω τι; Δεν τσακωνόμαστε για την πέτρα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν τσακωνόμαστε για την πέτρα, τσακωνόμαστε γι’ αυτό που είμαστε… γι’ αυτό που είμαστε και που δε θέλουμε να ‘μαστε. Γι’ αυτό τσακωνόμαστε. Αλλά που να καταλάβεις εσύ. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (χτυπώντας με το χέρι του το χώμα) Έλα. Κάτσε κάτω. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω γιατί σου μιλάω, δεν καταλαβαίνεις τίποτα απ’ όσα λέω. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ωραία, δεν καταλαβαίνω. Κάτσε κάτω τώρα. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος κάθεται αλλά κοιτάζει απ’ την άλλη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Παίρνει γλυκομίλητο ύφος) Έχεις ένα τσιγάρο; &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος βγάζει ένα πακέτο και το ανοίγει. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έχω τρία. &lt;br /&gt;Παίρνει ένα και δίνει στον Εστραγκόν ένα άλλο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είσαι πραγματικός φίλος, αυτό είναι οι φίλοι. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος βγάζει τα σπίρτα του και ανάβει. Μετά ανάβει στον Εστραγκόν. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (ξεφυσώντας αργά τον καπνό) Βέβαια. Αυτό είναι οι φίλοι. &lt;br /&gt;Καπνίζουν για λίγο αμίλητοι. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λένε ότι η ζωή είναι δύσκολη. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ας είναι, να πάει να γαμηθεί. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και λένε πως δεν υπάρχει τίποτα να πιστέψει κανείς. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ωραία. Και ποιο το πρόβλημα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λένε ότι τα πράγματα θα γίνουν ακόμα χειρότερα, ότι ο κόσμος θα καταστραφεί. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και ποιοι τα λένε αυτά; Τίποτα πατριδοκάπηλοι; Τίποτα μάρτυρες του Ιεχωβά; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Λένε πως κάποτε θα εμφανιστεί ένα αστέρι απ’ το πουθενά και θα πέσει στα κεφάλια μας. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι, ο Αρμαγεδδών. Όταν θα κυριεύσει τον κόσμο ο Αντίχριστος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έτσι λένε. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτά τα βγάζουν οι εκκλησίες για να ‘χουν δουλειά. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μα τα λένε και επιστήμονες, δεν τα λένε μόνο οι θρησκείες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Λένε ακόμα πως θα τρώμε απ’ τα σκουπίδια, δε χρειαζόμαστε τον Αντίχριστο για να καταστραφούμε, το κάνουμε από μόνοι μας. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Το λένε κι οι οικολόγοι, η μόλυνση, η τρύπα του όζοντος. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είναι θέμα γεννήσεων, όσο αυξάνεται ο πληθυσμός, τόσο θα καταστρέφεται ο κόσμος, θα τελειώνουν τα αποθέματα ενέργειας. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και μετά; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω, δε θα ‘μαι εκεί για να δω. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Φαίνεσαι διαβασμένος άνθρωπος, πού τα ξέρεις όλα αυτά; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ε, μάθαμε κι εμείς κάτι, δεν είμαστε εντελώς κούτσουρα. &lt;br /&gt;Γελάνε. Μετά ο Εστραγκόν του δίνει μια γερή στην πλάτη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δε βαριέσαι, είδα και τους άλλους που διάβασαν. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Σοβαρεύεται ξαφνικά) Κι όμως… να σου εξομολογηθώ κάτι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Σοβαρεύεται κι αυτός) Να μου εξομολογηθείς τι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κομπιάζει) Να… ζηλεύω. Θα ήθελα να ‘χα τελειώσει το σχολείο, να ‘χα γίνει δικηγόρος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Γελάει πάλι) Δικηγόρος; Έτσι νομίζεις πως γίνονται οι δικηγόροι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Δείχνει να απορεί) Γιατί; Πώς γίνονται οι δικηγόροι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Πιάνει την κοιλιά του απ’ τα γέλια) Όχι βάφοντας αυγά πάντως… άκου δικηγόρος. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Σηκώνεται πάνω εκνευρισμένος) Δε φταις εσύ. Φταίω εγώ που σου άνοιξα την καρδιά μου. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Προσπαθεί να σταματήσει το γέλιο και σηκώνεται κι αυτός όρθιος) Έλα. Δεν ήθελα να σε πειράξω. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος δε μιλάει και κάνει πιο ‘κει. Ο Εστραγκόν τον προφταίνει και του βάζει το χέρι στον ώμο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Σοβαρά) Δε φταίμε εμείς γι’ αυτό που γίναμε, η κοινωνία φταίει… δε μας έδωσε ευκαιρίες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Τσαντισμένος) Η ριμάδα η τύχη μου τα φταίει. Ξέρεις ποιος θα μπορούσα να ‘μαι εγώ τώρα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ποιος; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν ξέρω, ένας μεγάλος δικηγόρος, μέχρι και βουλευτής θα μπορούσα να γίνω εγώ… αλλά βλέπεις εγώ δε γεννήθηκα στα σαλόνια, εμένα με κουβάλαγε η μάνα μου στα χωράφια. Αν είχα τύχη εγώ… &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν κάναμε για τα γράμματα, ούτε εσύ ούτε εγώ. Γιατί δεν το παραδέχεσαι αυτό; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δε φταίω εγώ που με διώξανε απ’ το σχολείο. Εκείνοι φταίνε. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν του δείχνει το χέρι του σαν να τον μουντζώνει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τα βλέπεις αυτά; Δεν είναι όλα τα δάχτυλα ίδια. Εσύ είσαι αυτό, εγώ εκείνο, ο άλλος κάτι άλλο, δεν είμαστε ίδιοι. Μπορεί να το χωρέσει το χοντροκέφαλό σου αυτό; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι. Αλλά θα μπορούσα να ‘μαι κάτι άλλο αντί να είμαι αυτό, αυτό δεν καταλαβαίνεις. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μωρέ εγώ καταλαβαίνω μια χαρά, πηδάς πιο ψηλά απ’ τον κώλο σου, αυτό κάνεις. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι σου κακοφαίνεται; Ότι ήθελα να γίνω κάτι άλλο; Θα ‘πρεπε να ‘μαι μήπως και χαρούμενος; (Γυρνάει τις τσέπες του τα μέσα - έξω) Θα ‘πρεπε να είμαι ευχαριστημένος που δεν έχω μία; Πού δε βρίσκω δουλειά; Πού το στομάχι μου θα κολλήσει πίσω στην πλάτη μου; Πού δε γυρνάει άνθρωπος να μου πει καλημέρα; Ε; Καλά είναι αυτά; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έχεις δυο χέρια και δυο πόδια, θα ‘πρεπε να ‘σαι ευχαριστημένος που ‘χεις κι αυτά. Αλλά δεν εκτιμάς ό,τι έχεις, εσύ θέλεις κι άλλα. Αμ καημένε… ξέρεις πόσοι είναι στην ουρά πριν από ‘σένα; Ξέρεις κανέναν που να μη θέλει να είναι κάποιος; Να μη θέλει να τον υπολογίζουν; Ωραία θα ήταν. Να ήμουν διευθυντής, να άραζα σταυροπόδι και να κάπνιζα ένα πούρο μέχρι εκεί, να μπαίνω και να σηκώνονται να μου κάνουν χαιρετούρες… αλλά δεν είναι έτσι, τι να κάνω τώρα; Να πεθάνω; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δηλαδή εσύ είσαι ικανοποιημένος; Είσαι ικανοποιημένος μ’ αυτές τις παλιοαρβύλες;&lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν πάει σκεφτικός παρά πέρα. Ο Βλαδίμηρος μένει στη θέση του. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Ύστερα από μεγάλη σιωπή) Θυμάσαι μήπως πώς γίναμε φίλοι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Νευριασμένος) Όχι. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Ήρεμα) Όχι φίλε μου, και βέβαια θυμάσαι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εντάξει. Και τι σχέση έχει τώρα αυτό; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Χαϊδεύει το αξύριστο μάγουλό του) Έχει. Γίναμε φίλοι γιατί εσένα σε λέγανε Βλαδίμηρο και ‘μένα με λέγανε Εστραγκόν. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι πάει να πει τώρα αυτό; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάει να πει πως αν σε λέγανε ή με λέγανε αλλιώς δε θα γινόμασταν φίλοι, πάει να πει πως ο καθένας είναι αυτό που είναι και κάθε πράγμα έχει το λόγο του που είναι αυτό και δεν είναι εκείνο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτό δε λύνει το πρόβλημά μου, χίλιες φορές να μη με ‘λέγαν Βλαδίμηρο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Απηυδισμένος) Όχου μωρέ… δεν είσαι παρά ένας χοντροκέφαλος. Όπως και να σε λέγανε πάλι χοντροκέφαλος θα ‘σουνα. &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος περπατάει με τα χέρια στις τσέπες, σκεφτικός. Ο Εστραγκόν κοιτάει ένα γύρω τα σκοτάδια. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Εσύ κι εγώ. Ψυχή. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Σαν να μην άκουσε) Είμαι χοντροκέφαλος, έχεις δίκιο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Να μας έχει καλά ο Θεός, αυτό να λες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ο Θεός. Όλα τα περιμένουμε απ’ τον Θεό. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι. Γιατί αν περιμένεις απ’ την τύχη… &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κι αυτό που λένε αν έχεις τύχη διάβαινε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τώρα πια; Τώρα να περιμένεις απ’ την τύχη; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και περιμένεις απ’ τον Θεό; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Αναστενάζει) Απ’ τον Θεό… τι να σου κάνει κι ο Θεός… &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Στέκεται) Τώρα τι σου ‘ρθε και μιλάμε για τον Θεό; Και πρώτα – πρώτα, δεν ήξερα ότι πιστεύεις στον Θεό, νόμιζα πως είσαι κομμουνιστής. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Στέκεται κι αυτός) Γιατί; Ποιος είναι κομμουνιστής πια; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δηλαδή δεν είσαι; Τόσο καιρό έκρυβα ένα φίδι στον κόρφο μου; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Τον κοιτάζει από πάνω ως κάτω, δείχνει το παντελόνι του, το σακάκι, τέλος τον πιάνει απ’ τον γιακά) Εσύ θες να πεις πως είσαι τώρα κομμουνιστής; Σηκώνεις τα μάτια σου να δεις εσύ την επανάσταση; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Του κατεβάζει τα χέρια) Να πλένεις το στόμα σου όταν μιλάς για το κόμμα. Και τι έχω εγώ και δε μπορώ να ‘μαι κομμουνιστής; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Χτυπάει με το δάχτυλο τον κρόταφο) Δεν έχεις μυαλό, αυτό έχεις. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Τον πιάνει με τη σειρά του απ’ τον γιακά) Ενώ εσύ είσαι άξιος, εσύ που τα πρόδωσες όλα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Του κατεβάζει κι αυτός τα χέρια) Ποιον πρόδωσα εγώ μωρέ; Και ποιο κόμμα πρόδωσα; Έκανε τίποτα το κόμμα για ‘μένα; Για ‘σένα έκανε τίποτα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Απαξιωτικά) Έλα μωρέ, κάποιοι σαν και ‘σένα το ‘καναν το κόμμα σ’ αυτά τα χάλια. Τι ήθελες να σου κάνει το κόμμα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Αναποδογυρίζει τις τσέπες του) Να μη με φέρει σ’ αυτά τα χάλια, να υπήρχαν δουλειές. Αυτοί ξέρουν να τρώνε με δέκα κουτάλια… εσύ μπορείς να πεινάς. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εσύ κι εγώ τα βγάζουμε τα κόμματα. Δηλαδή ήμασταν καλύτερα πριν; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Να, αυτό κάνουν τα κόμματα. Μας βάζουν να τρωγόμαστε μεταξύ μας. Αλλά δε φταίνε αυτοί, αν είχαμε μυαλό… &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι θα κάναμε δηλαδή: &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Θα τους κόβαμε τον λαιμό με το κονσερβοκούτι, αυτό θα κάναμε… αλλά μαζί μ’ όλα τα άλλα μας ‘καναν και κότες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Ξύνει το κεφάλι του) Τώρα σ’ αυτό, δεν έχεις και άδικο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τέλος πάντων. Θα μπορούσαμε να ‘μαστε και χειρότερα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Πόσο χειρότερα πια; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί ν’ αλλάξουν τα πράγματα, να ζήσουμε κάποτε σαν άνθρωποι.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ποιος ξέρει; Να, να βρεις στο δρόμο σου λέει ένα κλειδί. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι είδους κλειδί; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Σκύβει και μαζεύει από κάτω ένα κλειδί) Να, σαν αυτό. Σκέψου λέει αυτό να ήταν ένα μαγικό κλειδί, να σου λύσει όλα τα προβλήματα, να σε κάνει άνθρωπο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έλα καημένε, δε γίνονται αυτά τα πράγματα, κανείς δε σου χαρίζει τίποτα στη ζωή. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έπρεπε να γίνουμε κι εμείς πονηροί. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πονηρός γεννιέσαι, δε γίνεσαι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ξέρεις κάτι; Ο κόσμος είναι κομμένος στα δυο. Από ‘δω οι ξύπνιοι κι από ‘κει οι ηλίθιοι, εμείς. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Αναστενάζει ξανά) Αχ… δεν έχεις άδικο. Έλα να κάτσουμε, κουράστηκα. &lt;br /&gt;Κάθονται στο χώμα, στην άκρη του δρόμου. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τόση ώρα και δεν είδαμε ψυχή. Τι απέγιναν οι άνθρωποι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Οι άνθρωποι ζούνε σε σπίτια, δεν τη βγάζουνε στον δρόμο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κάποτε όλο και κάποιον έβλεπες, δε μπορεί να βρήκαν όλοι σπίτι. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν βγάζει τις αρβύλες του και τρίβει τα πόδια του. Ο Βλαδίμηρος γέρνει και ξαπλώνει στο χώμα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δε βαριέσαι, μια χαρά είναι και κάτω απ’ τα αστέρια. (Δείχνει με το δάχτυλο τον ουρανό) Αυτή δεν είναι η Μεγάλη Άρκτος; &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν κοιτάζει τον ουρανό. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν ξέρω, δεν τα έμαθα ποτέ αυτά. Αστέρια είναι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Η Μεγάλη Άρκτος είναι. Κάποτε οι άνθρωποι είχαν συντροφιά τα αστέρια. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κάποτε. Τώρα όλοι θέλουν να ‘χουν ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι τους. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κι όμως. Ο κόσμος ήταν όμορφος κάποτε. Αστέρια, λουλούδια, έρωτες. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάνε αυτά τώρα. Τώρα ο κόσμος τρέχει για τα λεφτά, δεν έχει καιρό για τα αστέρια. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εσύ, δεν ερωτεύτηκες ποτέ; Δε θέλησες δική σου οικογένεια, ένα σπίτι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι, βέβαια. Όλοι οι άνθρωποι τα θέλουν αυτά. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και; Δε μου είπες ποτέ. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όπως είπες κι εσύ: «δεν πας ξυπόλυτος στον έρωτα». Ποια θα γύριζε να με κοιτάξει εμένα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μια απ’ τα ίδια κι εσύ δηλαδή. Ξέρεις κάτι; Αποτύχαμε. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: δεν ξέρω. Δε μου λείπει κάτι πια. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Συμβιβάστηκες, γι’ αυτό. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Σκεφτικός) Έπρεπε να πιω το αίμα των άλλων για να γίνω. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Χαχανίζει) Κι εσύ είσαι του γάλακτος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Γέρνει κι αυτός και ξαπλώνει) Δε βαριέσαι, ποιο είπες πως είναι αυτό το άστρο εκεί; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Η Μεγάλη Άρκτος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Όμορφη είναι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράξη δεύτερη &lt;br /&gt;Σκηνή πρώτη &lt;br /&gt;Ξημερώνει. Ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος κοιμούνται ακόμη. Ακούγονται τα πουλάκια που κελαηδάνε στην εξοχή. Ένα σκυλί γαυγίζει μακριά. Οι δυο φίλοι αλλάζουν πλευρό. Ακούγεται ένα αυτοκίνητο και μετά ένας δυνατός κρότος. Ο Εστραγκόν πετάγεται απ’ τον ύπνο του και σκουντάει τον Βλαδίμηρο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι ήταν αυτό; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι έπαθες καημένε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν ακούς τις φωνές; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Στήνει αφτί) Ποιες φωνές; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Σηκώνεται και βάζει πάλι τις αρβύλες του) Πάω να δω. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Μουγκρίζει) Παράτα με, κάνε ό,τι θες. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν τρέχει στην άκρη της σκηνής. Από μακριά ακούγονται φωνές που πλησιάζουν. Γυρνάει στον Βλαδίμηρο και τον κλωτσάει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σήκω, μάλλον κάποιοι τράκαραν εδώ πιο κάτω. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αν σηκωθώ θα σου σπάσω τα μούτρα, παράτα με. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν δείχνει ξαναμμένος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σήκω να πάμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους, μπορεί να χρειάζονται βοήθεια. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ανάθεμά σε, είναι Κυριακή διάβολε. Και πού τράκαραν ; στα χωράφια; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Έρχονται κατά ‘δω, ένας άντρας και μία γυναίκα.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Ανασηκώνεται και τρίβει τα μάτια του) Και τι θες να κάνω εγώ; Να τους ψήσω καφέ; &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν αφήνει τον Βλαδίμηρο και πάει προς τους ανθρώπους. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάθατε ζημιά; Χτύπησε κανείς; &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: (Παραπατάει και πιάνει το κεφάλι του) Πονάει το κεφάλι μου Ντάντυ. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: (Έξαλλος) Έπρεπε να στο σπάσω αυτό το κεφάλι. &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα δε φταίω εγώ Ντάντυ… &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Πάψε. Πάψε να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. (Στρέφεται στον Εστραγκόν) Καλημέρα καλέ μου άνθρωπε… πηγαίναμε εδώ πιο κάτω και… τέλος πάντων, υπάρχει κάποιο τηλέφωνο εδώ κοντά; &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος έχει σηκωθεί κι έχει πλησιάσει κι αυτός. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τηλέφωνο; Εδώ είναι ερημιά, δεν υπάρχει τίποτα, αυτό που βλέπετε, ξεραΐλα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Χτύπησαν οι άνθρωποι, δε βλέπεις; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και το αυτοκίνητο; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αν ήταν εντάξει θα σουλατσάριζαν στις ερημιές με τα πόδια; Μα τι ρωτάς τώρα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μπορεί να φτιάχνει το αυτοκίνητο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Γιατί, ξέρεις να φτιάχνεις αυτοκίνητα; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κοιτάζει το κορίτσι) Απ’ όλα πιάνουν τα χέρια μου, αν δεν έχει πάρει σασμάν όλο και κάτι θα γίνεται. Βρήκατε σασμάν κύριε; &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Εγώ δεν έχω ιδέα από αυτοκίνητα άνθρωπέ μου. Ξέρω μόνο πως το στούκαρε η κορούλα μου από ‘δω στο δέντρο. &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα ήταν μες τη μέση Ντάντυ, τι φταίω κι εγώ; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κατάλαβα, πέσατε πάνω στο δέντρο που ‘ναι στη μέση του δρόμου. &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Να, το λέει κι ο κύριος, ήταν στη μέση του δρόμου. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Κι ό,τι είναι στη μέση του δρόμου το παίρνουμε σβάρνα; (Δαγκώνει το δάχτυλό του) Ήθελα να ‘ξερα ποιος σου έδωσε αυτό το ρημάδι το δίπλωμα. &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα Ντάντυ… &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Και πάψε πια να με λες Ντάντυ, δε με λένε Ντάντυ, δε μπορείς να με λες μπαμπά όπως όλος ο κόσμος; . &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα Ντάντυ, μπαμπά σε λέω. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κοιτάζει το κορίτσι που πιάνει το κεφάλι του) Χτυπήσατε δεσποινίς; Μήπως πρέπει να ξαπλώσετε κάπου; (Στρέφεται στον μπαμπά της μικρής) Εσείς κύριε, εσείς δε χτυπήσατε πουθενά; &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Δόξα τω Θεώ άνθρωπε μου, δεν πάθαμε τίποτα. &lt;br /&gt;ΚΟΡΙΤΣΙ: Μα εγώ πονάω Ντάντυ, το κεφάλι μου. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: Σκασμός εσύ. (Στρέφεται στον Εστραγκόν που στέκεται παράμερα) Εσείς κύριε, φαίνεστε σοβαρός άνθρωπος, πού μπορεί να βρει κάποιος ένα τηλέφωνο εδώ κοντά; Χρειαζόμαστε οδική βοήθεια. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Οδική βοήθεια; Εδώ; Μα εδώ δεν υπάρχει ψυχή… όχι τηλέφωνο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κάτι θα βρεθεί κύριε, δεν είμαστε και στην άκρη του κόσμου, κάποιος θα περάσει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ναι, με τον γάιδαρο, μα τι του λες του ανθρώπου; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Πάψε εσύ, ξέρω εγώ. Κάποιος θα περάσει κύριε, είναι ακόμα νωρίς, μην απελπίζεστε. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: (Απευθύνεται στην κόρη του) Είδες τι κάνεις με τις παλαβομάρες σου; Θα ‘χαμε φτάσει τώρα, αλλά εσύ εκεί, πείσμα, ίδια η μάνα σου: «άσε να οδηγήσω εγώ μπαμπά, άσε να οδηγήσω»… κι ορίστε τώρα, στη μέση του πουθενά. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν κοιτάζει τον ουρανό κι ύστερα απλώνει το χέρι του. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ψιχαλίζει. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: (Κοιτάζει κι αυτός τον ουρανό) Αυτό μας έλειπε τώρα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σιγά τη βροχή… μια φορά στο Ντίσελντορφ… &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Πάψε, δε βλέπεις ότι οι άνθρωποι εδώ έχουνε πρόβλημα; Δεν τους νοιάζει τι έκανες εσύ στο Ντίσελντορφ. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εγώ ήθελα να πω πως δεν είναι τίποτα αυτή η βροχή κι ότι στο Ντίσελντορφ κοντέψαμε να πνιγούμε κάποτε, 150 άνθρωποι, στο εργοστάσιο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και τι τους νοιάζει τους ανθρώπους τώρα αυτό; &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: (Χαμηλόφωνα) Πέσαμε και σε τρελούς… (με κανονική φωνή τώρα στον Βλαδίμηρο) Καλέ μου άνθρωπε που έχεις πάει και στο Ντίσελντορφ (κάνει τον σταυρό του) κι είσαι και κοσμογυρισμένος και ξέρεις, μπας και ξέρεις πού πάει αυτός ο δρόμος; Να πάτε κι εσείς στις δουλειές σας να πάμε κι εμείς στην ευχή του Θεού; &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος σηκώνει τους ώμους του και κοιτάζει τον Εστραγκόν. Εκείνος κοιτάζει τον ουρανό και κουνάει το κεφάλι του αρνητικά. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Κάπου θα βγάζει, όλοι οι δρόμοι βγάζουν κάπου, κάπου θα βγάζει κι αυτός. (Στρέφεται μετά στον Ντάντυ που δείχνει απελπισμένος) Κάπου θα σας βγάλει κύριε, μην απελπίζεστε, να λέτε δόξα τω Θεώ που δεν τσακιστήκατε στο δέντρο. &lt;br /&gt;ΝΤΑΝΤΥ: (Πιάνει και τραβάει την κόρη του απ’ το χέρι) Μας φώτισες (στον Εστραγκόν). Άντε, πάρε τα πόδια σου μη σου αστράψω καμία (στην κόρη του). Χαίρετε κύριοι, ευχαριστούμε πολύ (στους άλλους δύο). &lt;br /&gt;Ο Ντάντυ κι η κόρη του απομακρύνονται. Ο Εστραγκόν κι ο Βλαδίμηρος τους κοιτάζουν που φεύγουν. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι τραβάει όμως ο καθένας… αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν απ’ το πουθενά για να τσακιστούν σ’ αυτή την ερημιά του Θεού, είναι λογικό τώρα αυτό; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτό δεν είναι τίποτα, εγώ κάποτε κόντεψα να πνιγώ στο Ντίσελντορφ. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Αδιαφορεί για το τι λέει ο Βλαδίμηρος και κοιτάει κατά ‘κει που φύγαν οι άλλοι) Δεν τον ρωτήσαμε μην είχε κανένα τσιγάρο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ε, είχε κι αυτός τα δικά του. αλλά τώρα που το λες, ένα τσιγάρο είναι ό,τι πρέπει τώρα. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν κοιτάζει λαίμαργα τον Βλαδίμηρο που βγάζει το τελευταίο του τσιγάρο. Μετά γυρνάει απ’ την άλλη για να μη βλέπει. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Ανάβει το τσιγάρο με μια τελετουργική κίνηση) Έλα (λέει στον Εστραγκόν), πάρε. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Ρε ‘συ, παίρνω πίσω ό,τι είπα, είσαι μεγάλη καρδιά. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δε βαριέσαι. Γι’ αυτό είναι οι φίλοι. &lt;br /&gt;Καπνίζουν πότε ο ένας και πότε ο άλλος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Και να σου πω κάτι; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τι; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αυτό έχει σημασία στη ζωή, οι φίλοι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αυτό λες να ‘ναι το μυστικό; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Εμ βέβαια, τι άλλο; &lt;br /&gt;Φεύγουν κατά ‘κει που πάει ο δρόμος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράξη δεύτερη &lt;br /&gt;Σκηνή δεύτερη &lt;br /&gt;Είναι πάλι σούρουπο. Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν κάθονται σ’ ένα παγκάκι. Είναι φρεσκοξυρισμένοι και καθαροί. Φοράνε και διαφορετικά ρούχα, όχι καινούργια μα σιδερωμένα και καθαρά. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Χαϊδεύει την πρησμένη κοιλιά του() Αχ, αυτό είναι η ζωή, γιατί τι άλλο θέλει ο άνθρωπος; Μια μπουκιά φαί κι ένα κεραμίδι να βάλει από κάτω το κεφάλι του. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σταθήκαμε τυχεροί σήμερα, να ‘ναι καλά κι εκείνη η γυναίκα, μόνο που δε μας κοίμισε η καημένη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Άντε τώρα να ‘σαι στην πόλη… κανείς δεν ανοίγει την πόρτα του εκεί. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Ξεκαρδίζεται στα γέλια) Είσαι κι εσύ όμως… από πού σου ‘ρθε να πεις πως είμαστε προσκυνητές; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν είπα ψέματα. Τι άλλο μπορεί να βρει ο άνθρωπος εδώ έξω; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Προσπαθεί να σοβαρευτεί) Μη μου πεις πως ψάχνεις τον Θεό, εσύ, ένας μπαγαμπόντης; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αν όχι τον Θεό, τον εαυτό του. κατ’ εικόνα και ομοίωση δε λένε; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Και με ποιον μοιάζει ο Θεός; Με ‘σένα ή με ‘μένα; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα απ’ την τσέπη του καινούργιου σακακιού που φοράει και το μυρίζει) Δεν ξέρω, μπορεί ο Θεός να ‘ναι γυναίκα. Αυτή η καλή γυναίκα εκεί πέρα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Παίρνει το τσιγάρο που του δίνει ο Εστραγκόν) Ναι, δεν έχεις άδικο. Αγία γυναίκα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Σηκώνεται και κάνει ένα γύρο να τον δει ο άλλος, μοστράροντας το καινούργιο του σακάκι) Είδες κοψιά; Ούτε ραμμένο πάνω μου να ήταν. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Σηκώνεται κι αυτός και κάνει το ίδιο) Να συχωρεθεί ο πεθαμένος της. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Δείχνει και τα παπούτσια του) Ξεφορτώθηκα κι αυτές τις παλιοαρβύλες. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Δείχνει κι αυτός τα δικά του) Ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει τον άνθρωπο. &lt;br /&gt;Αγκαλιάζονται και χορεύουν μαζί, χαρούμενοι. Ο Εστραγκόν λαχανιάζει πρώτος. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τι σου ‘ναι όμως αυτή η ζωή. Τι μια στιγμή δεν έχεις τίποτα και την άλλη τα έχεις όλα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Χαμογελάει αλλά σιγά – σιγά κατσουφιάζει) Ε, μην υπερβάλουμε, όχι και όλα. Ένα φορεμένο σακκάκι και τα παπούτσια του μακαρίτη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Εντάξει… αλλά κι αυτά πολλά είναι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι, με το τίποτα μπορεί να νοιώσει ευτυχισμένος κανείς. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σταθήκαμε και τυχερή. Αν είχαμε πάρει τον άλλο δρόμο, ποιος ξέρει πού θα ‘μασταν τώρα… &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ποιος ξέρει πού θα μας έβγαζε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δηλαδή σε ‘μένα οφείλεται η τύχη, εσύ ήθελες να πάμε κατά ‘κει που έστριβε για Μιλιές. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτυχε να βρούμε αυτή τη γυναίκα. Δεν έχουμε δει άνθρωπο ξανά από τότε. Στις Μιλιές κάτι θα βρίσκαμε να κάνουμε, να δουλέψουμε στα χωράφια, να πλύνουμε κανένα πιάτο, να ταΐσουμε καμιά κότα… από ‘δω, χλωμό το βλέπω. (Κοιτάει τα πέτα απ’ το σακκάκι του) Αλλά όπως και να ‘χει, σταθήκαμε τυχεροί, και μας έντυσε και μας τάισε, χρυσή γυναίκα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Κάθεται πάλι στο παγκάκι) Έλα, άραξε. Θα τη βγάλουμε εδώ απόψε. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Αν πιάσει καμιά μπόρα θα γίνουμε μούσκεμα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δε θα ‘ναι η πρώτη φορά, εσύ την άλλη γλύτωσες από πνίξιμο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Άλλο αυτό. Αν περπατήσουμε λίγο ακόμα μπορεί να βρούμε κάτι καλύτερο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Ξαπλώνει) Εγώ δεν το κουνάω ρούπι. Εσύ που είσαι εξερευνητής συνέχισε. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κάθεται κι αυτός) Δε βαριέσαι, καλά είναι κι εδώ… γι’ απόψε, έχει ο Θεός αύριο. &lt;br /&gt;Μένουν σιωπηλοί. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έφτιαξε τελικά ο καιρός. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μπήκε η Άνοιξη. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κοιτάζει γύρω - γύρω) Θα έκοβα το χέρι μου πως μου μυρίζει θυμάρι. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αυτή η άγια γυναίκα, με μοίρανε με μύρο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Δεν κάνω πλάκα, μου μύρισε θυμάρι. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκον βγάζει κάτι σαν φυλαχτό από την τσέπη του. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αυτό μυρίζει. Το ‘χε βάλει για να μην μυρίζουν άσχημα τα ρούχα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Το παίρνει και τραβάει δυο – τρεις ρουφηξιές) Αυτό είναι. Εστραγκον ο μυροβλύτης. Άγιασες φίλε μου. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μην κοροϊδεύεις. Δε θα ‘θελες να ‘χεις κι εσύ μια γυναίκα να σε φροντίζει; Να σου πλένει τα ρούχα, να στα βάζει στην ντουλάπα με αρωματικά; Τι άλλο θα ήθελε να ‘χει ένας άντρας; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Τυχερός ήταν ο μακαρίτης. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Τη γυναικούλα του να τον φροντίζει, να του μαγειρεύει, να του μαντάρει τις κάλτσες… αχ, αυτή κι αν είναι ζωή, να ‘χεις κάθε μέρα το ζεστό σου το φαγητό… αλλά έτσι είναι η ζωή. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Έτσι είναι. Κρίμα σε ‘μας. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Ανασηκώνεται και βγάζει τα τσιγάρα του) Έλα, μη στενοχωριέσαι. Έμεινε ποτέ εδώ έξω ο μακαρίτης; Και μη φαντάζεσαι, θα ‘χε και την γκρίνια του, το έκανες αυτό; Το έκανες εκείνο; Τι να φάνε σήμερα τα παιδιά… δεν είμαστε εμείς για τέτοια φίλε μου, εμείς είμαστε ελεύθερα πουλιά, όπου γη και πατρίς. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι μωρέ, να σου παίρνει το κεφάλι μπούρου – μπούρου απ’ το πρωί ως το βράδυ, καλύτερα εδώ έξω χωρίς σκοτούρες… κι όλο και κανένα ψίχουλο θα μας πέφτει. &lt;br /&gt;Ανάβουν τα τσιγάρα τους. Ο Εστραγκόν απλώνει τα πόδια του και τα σταυρώνει μπροστά. Ο Βλαδίμηρος κάνει το ίδιο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αυτά είναι μεγαλεία φίλε μου. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ακριβώς. Να σκάσουν οι οχτροί μας. &lt;br /&gt;Ο Εστραγκόν σκουντάει τον Βλαδίμηρο. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Αστυνομία, σοβαρέψου. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κοιτάει δεξιά κι αριστερά) Πού; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Από ‘κει. Τους είδα στη στροφή. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Πετάγεται όρθιος) Σήκω να την κάνουμε, άμα μπλέξεις με δαύτους δε βρίσκεις άκρη. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Του κάνει νόημα να κάτσει στο παγκάκι) Δεν κάνουμε τίποτα. Σιγά μην ασχοληθούν τώρα με ‘μας. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Σήκω να φύγουμε σου λέω, θα ‘χουμε μπλεξίματα. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Σου ‘χει μείνει από τότε που σε μπουζουριάζανε χωρίς λόγο… αλλά πάνε αυτά φίλε μου, τώρα είμαστε Ευρώπη. Κάτσε εδώ ήσυχα – ήσυχα, να το αυτοκίνητο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Κάθεται) Τώρα πέταξε το πουλάκι, ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μην τρέμεις, κάνεις σαν πορτοφολάς.&lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Βάζει τα χέρια του στις τσέπες του) Δε το θέλω.(Κάνει τον αδιάφορο και κοιτάει δήθεν από την άλλη) Τι κάνουν; Τι κάνουν; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Κοιτάζει πίσω απ’ τον Βλαδίμηρο) Έρχεται. Έρχεται ο ένας, ο άλλος έμεινε στο αυτοκίνητο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ο Θεός να βάλει το χέρι του. &lt;br /&gt;Ο αστυφύλακας πλησιάζει αργά και σταματάει μερικά βήματα πέρα. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Τι κάνετε εδώ εσείς; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Καθόμαστε κύριε αστυφύλακα. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ; Καθόμαστε κύριε αστυφύλακα. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Μπρος, τα χαρτιά σας. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: (Ψάχνεται) Μάλιστα κύριε… τα χαρτιά μας. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Μετανάστες είσαστε; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μετανάστες; Όχι κύριε, δεν είμαστε μετανάστες. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ; Αφού δεν είσαστε μετανάστες τι κάνετε εδώ; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μπογιατζήδες είμαστε κύριε, ψάχνουμε καμία δουλειά. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Έτσι γυρνάτε γύρω – γύρω και ψάχνετε για δουλειά. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν υπάρχουν δουλειές κύριε. Και ψάχνουμε , ό,τι δουλειά να ‘ναι. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ναι, αυτό, ψάχνουμε οτιδήποτε, κάνουμε ό,τι δουλειά να ‘ναι κύριε. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Δώστε μου τα χαρτιά σας τώρα, ταυτότητες. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Την είχα χάσει και τώρα έχω αυτό το χαρτί. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Το φαντάστηκα. (Στον Βλαδίμηρο) Να υποθέσω πως κι εσύ την έχασες; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι κύριε, εγώ έχω διαβατήριο. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ; Τι διαβατήριο είναι αυτό; Αυτό δεν είναι κανονικό διαβατήριο. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Κανονικό είναι κύριε, απλώς είναι παλιό. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Κι αυτός στη φωτογραφία ποιος είναι; Κανένας θείος σου απ’ το χωριό; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Όχι κύριε, εγώ είμαι, η φωτογραφία είναι παλιά. Είχα και μαλλιά τότε. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Και τι το ήθελες το διαβατήριο; Πού πηγαίνεις εσύ και χρειάζεσαι διαβατήριο; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Είχε δουλέψει στη Γερμανία κύριε, ήταν πολλά χρόνια στη Γερμανία, στο εργοστάσιο. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Και γιατί μιλάς εσύ; Αυτός δεν ξέρει τι να μου πει; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Ήμουν σε εργοστάσιο στο Ντίσελντορφ κύριε, φτιάχναμε βίδες. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Και γιατί γύρισες; Δε σε χώραγε η Γερμανία; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Είναι άλλο η πατρίδα κύριε, η ξενιτιά είναι κακό πράγμα. . &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Κανονικά τώρα μ’ αυτά τα παλιόχαρτα που μου δείχνετε θα ‘πρεπε να σας χώσω μέσα για τα καλά. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Δεν κάναμε τίποτα παράνομο κύριε, είμαστε φιλήσυχοι άνθρωποι και κοιτάμε τη δουλειά μας. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Να πάτε να βγάλετε καινούργια χαρτιά. (Τους τα επιστρέφει) Έχετε χάρη που ‘μαι καλός άνθρωπος, αλλιώς θα σας έχωνα μέσα τώρα για αλητεία. &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μα δεν είμαστε αλήτες κύριε, μεροκαματιάριδες άνθρωποι είμαστε. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Άσε τα πολλά λόγια και να ξεκουμπιστήτε από ‘δω, δε σας θέλω στα πόδια μου. Καταλάβατε; &lt;br /&gt;ΕΣΤΡΑΓΚΟΝ: Μάλιστα κύριε, θα φύγουμε. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: (Στον Βλαδίμηρο) Εσύ κατάλαβες; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μάλιστα κύριε, θα φύγουμε. &lt;br /&gt;Ο αστυφύλακας γυρνάει κι απομακρύνεται. Μετά γυρίζει ξαφνικά. &lt;br /&gt;ΑΣΤΥΦΥΛΑΚΑΣ: Κανονίστε αύριο που θα περάσω να μη σας βρω εδώ γύρω, ‘ξηγηθήκαμε; &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Μάλιστα κύριε, θα φύγουμε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράξη Τρίτη &lt;br /&gt;Σκηνή πρώτη&lt;br /&gt;Είναι νύχτα. Ο Βλαδίμηρος κι ο Εστραγκόν κοιμούνται βαθιά. Τα ροχαλητά τους ακούγονται μέχρι πέρα. Μέσα στο σκοτάδι εμφανίζονται κάποιοι κρατώντας φακούς. Με αργά, προσεκτικά βήματα πλησιάζουν το παγκάκι. Μιλάνε μεταξύ τους ψιθυριστά. Μετά ένας – ένας οι φακοί σβήνουν. Ακούγεται μόνο της νύχτας η σιγαλιά και το ροχαλητό των αντρών. Μετά ακούγονται χτυπήματα κι οι κραυγές των αντρών που σφαδάζουν. Όταν παύουν πια να φωνάζουν ακούγονται ένα – δύο ακόμα χτυπήματα και μετά ένα τελευταίο. Οι άλλοι φεύγουν όπως ήρθαν χωρίς ν’ ανάψουν τους φακούς. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πράξη Τρίτη &lt;br /&gt;Σκηνή δεύτερη &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Βογκώντας) Εστραγκον; Είσαι καλά Εστραγκόν; &lt;br /&gt;Ο Βλαδίμηρος σέρνεται από ‘κει που ‘χει πέσει προς τον φίλο του. Τον αγγίζει και το σώμα του Εστραγκόν γέρνει και πέφτει. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: (Ουρλιάζει) Εστραγκόν. Εστραγκόν. (Κλαίει μ’ αναφιλητά) Εστραγκόν… φίλε μου. &lt;br /&gt;ΒΛΑΔΙΜΗΡΟΣ: Εστραγκόν, περίμενες εσύ να καταντούσαμε έτσι; Ότι θα κοιμόμασταν στον δρόμο; ότι δε θα είχαμε ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας; Δε μας άξιζε τέτοια ζωή Εστραγκόν, δε μας άξιζε τέτοια ζωή (κλαίει μ’ αναφιλητά).&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8020552854121110492?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8020552854121110492'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8020552854121110492'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/10/experimental-approximant.html' title='“experimental approximant”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-5867988557950424354</id><published>2011-09-03T20:18:00.000+03:00</published><updated>2011-09-03T20:20:02.724+03:00</updated><title type='text'>Περιέργως, όλα εντάξει.</title><content type='html'>Είναι γενικά ένα σκατοκαλόκαιρο, με λιγότερες διακυμάνσεις απ’ ό,τι περίμενα μάλλον… αλλά τι λέω, ευτυχώς τέλειωσε. Κι ευτυχώς έχω μπει σε καινούργιο τριπάκι και γράφω… όχι πως νοιάζει κανέναν αυτό βέβαια. Ναι, δεν έχω καιρό, αυτός είναι κυρίως ο λόγος που δε γράφω εδώ, ή μπορεί να είναι και άλλος, δεν ξέρω. Αλλά είμαι ευχαριστημένος έτσι που είναι, που δίχως να το καταλάβω άλλαξαν όλα. Τέτοια ώρα συνήθως σταματάω και πάω να φάω, έρχεται η μικρή μου και μου γρατζουνίζει την πόρτα, γαυγίζει επίμονα. Ίσως είναι η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας αυτή. Αυτό ευτυχώς δεν άλλαξε. &lt;br /&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-5867988557950424354?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5867988557950424354'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5867988557950424354'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/09/blog-post.html' title='Περιέργως, όλα εντάξει.'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-924549696420448794</id><published>2011-07-30T10:50:00.001+03:00</published><updated>2011-07-30T10:53:07.068+03:00</updated><title type='text'>Ein Volk, ein Reich, ein Führer...</title><content type='html'>21ος αιώνας. Έτσι που μόνο ένα αρρωστημένο μυαλό σαν του Κλοτζ μπορούσε ενδεχομένως να φανταστεί. Αλλά ακόμα και το δικό μου που είναι αρκετά νοσηρό δεν έφτανε μέχρι εκεί, ομολογώ πως φανταζόμουν αλλιώς αυτόν τον κόσμο μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια πολιτισμό, όχι έτσι θλιβερό εννοώ. Με υπερηχητικά τζετ να διασχίζουν τον ουρανό, ανοιχτούς ορίζοντες για οτιδήποτε, ενορατικούς αγωγούς προς πάσα κατεύθυνση και φαντασμαγορικές ρεκλάμες να διαφημίζουν παραδείσους, λεωφόροι τεράστιες να οδηγούν καρφί στο όνειρο του καθενός, στην πεμπτουσία θα έλεγα της εξέλιξης… ωστόσο είμαι αναγκασμένος να δηλώνω παρών σε κάτι που δε θα ήθελα πραγματικά να το δω, απ’ έξω: Αθήνα, μεσοκαλόκαιρο, απογοήτευση, πλήξη. Γραφές και αντιγραφές, σημειώματα. διαβάσματα, περισυλλογή. Από μέσα: αρνητισμός, μηδενιστικές τάσεις, μανιοκατάθλιψη, λέξεις με το σταγονόμετρο, απουσία σεξ και συγγραφιλίκι. αδιέξοδο θα έλεγα ολκής.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-924549696420448794?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/924549696420448794'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/924549696420448794'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/07/ein-volk-ein-reich-ein-fuhrer.html' title='Ein Volk, ein Reich, ein Führer...'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-1285109968536179208</id><published>2011-07-21T20:37:00.000+03:00</published><updated>2011-07-21T20:38:13.133+03:00</updated><title type='text'>Μακρύ, καυτό καλοκαίρι</title><content type='html'>Τα τελευταία νέα που έμαθα για το Σύνταγμα ήταν ότι κάτι πιτσιρικάδες απέκλεισαν την πλατεία κι έτσι για πλάκα, πετροβολούσαν τα αυτοκίνητα που πλησίαζαν, μην αφήνοντας να περάσει κανείς. Αυτό γινότανε προχθές, ακριβώς έξω απ’ τη Βουλή. Οι αγανακτισμένοι είχανε φύγει, υπήρχαν μόνο κάτι λίγα τσαντίρια και σωροί από σκουπίδια που δε βρισκόταν να τα μαζέψει κανείς, πλακάτ πεταμένα γεμάτα συνθήματα, που υποτίθεται πως γι’ αυτά χυνότανε αίμα λίγες μέρες πιο πριν, παρακάτω κάτι ρεμάλια που 'χαν ξεμείνει και που έπαιζαν μουσική και ήταν κι ένας παπάς εκεί μ’ έναν σταυρό μεγάλο που φωσφόριζε, που έψαλε με το μικρόφωνο και καταριόταν τους βουλευτές. Τα ΜΑΤ ήταν παραταγμένα επίσης εκεί αλλά δεν είχανε καμιά λέει άνωθεν εντολή, οπότε για τους μικρούς ανταρσίες ήταν κάτι σαν να ‘χανε πάει εκδρομή. Έκανε ζέστη, λεφτά δεν υπήρχαν, η επανάσταση είχε σηκωθεί κι είχε φύγει, τι άλλο να κάνουν κι αυτοί; &lt;br /&gt;Απ’ την άλλη οι ταξιτζήδες το πήραν γραμμή πως έτσι κι αλλιώς δουλειά δεν υπάρχει και σήκωσαν μπαϊράκι, «ΟΧΙ ΣΤΙΣ ΑΔΕΙΕΣ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ»… ματαιοπονούνε κι αυτοί. Και καιρό έχουμε να δούμε κουκουλοφόρους. Μάλλον είναι επειδή κυκλοφόρησε η βρώμα ότι απέσυραν τα ΜΑΛΟΞ. &lt;br /&gt;Κι αυτό μάλλον τώρα πρέπει να λέγεται επανάσταση σε κατάσταση αναμονής.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-1285109968536179208?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1285109968536179208'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1285109968536179208'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/07/blog-post_3658.html' title='Μακρύ, καυτό καλοκαίρι'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-247689316601694804</id><published>2011-06-30T21:22:00.002+03:00</published><updated>2011-06-30T21:25:17.387+03:00</updated><title type='text'>Άλλο θέλω - άλλο μπορώ...</title><content type='html'>Λυπάμαι που δεν είμαι εκεί. Λυπάμαι που το παίζω τσάμπα μάγκας. Σ’ αυτούς που είναι στο πόδι μου όμως… ένα μεγάλο ευχαριστώ, απ’ την καρδιά μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-247689316601694804?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/247689316601694804'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/247689316601694804'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/06/blog-post_30.html' title='Άλλο θέλω - άλλο μπορώ...'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-6666839457368680670</id><published>2011-06-27T09:14:00.001+03:00</published><updated>2011-06-27T10:12:10.622+03:00</updated><title type='text'>... ακόμα και οι θεοί</title><content type='html'>Σύμφωνα με τη δήλωση του αντιπρόεδρου στην Ισπανική εφημερίδα, «ο στρατός - λέει - θα επιληφθεί της υπόθεσης», με άλλα λόγια δηλαδή θα προασπιστεί την ελαχιστοκρατία και τις Τράπεζες. Θα στραφούν λέει κατά οιουδήποτε… αλλά, σκεφτόμουν ότι ακόμα και οι θεοί όπως ο Michael Douglas που οργώνει με τη θαλαμηγό του τώρα τις θάλασσες, δε θα μπορούσε να το κάνει αν είχε τυφλωθεί ή είχε σπάσει τα πόδια του, ή αν είχε την τύχη εκείνου του άμοιρου του  Christopher Reeve που έπεσε από το άλογο. Τύχη χρειάζονται κι οι θεοί. Και μπορεί να πάψει να είναι στο πλευρό σου, ανά πάσα στιγμή. Αλλά φαίνεται δεν το ξέρουν αυτό, μερικοί.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-6666839457368680670?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6666839457368680670'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6666839457368680670'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/06/blog-post.html' title='... ακόμα και οι θεοί'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7715911450428283205</id><published>2011-06-09T13:56:00.000+03:00</published><updated>2011-06-09T13:56:55.285+03:00</updated><title type='text'>facebook</title><content type='html'>Είναι η απελπισία μου μάλλον. &lt;br /&gt;Προσπαθώ να καταλάβω γιατί άνοιξα λογαριασμό. Δεν έχω τι να πω και κυρίως, σε ποιον. &lt;br /&gt;Έχω βέβαια μερικούς φίλους κι εκεί αλλά πρέπει να ‘ναι απελπισμένοι κι αυτοί. &lt;br /&gt;Και τι κομψευόμενος κόσμος, τι τακτοποιημένος, τι ορθός… ποιο μετρό πάει στο facebook; &lt;br /&gt;Τι σκατά που έγινε ο κόσμος… να μην έχεις να πεις τι…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7715911450428283205?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7715911450428283205'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7715911450428283205'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/06/facebook.html' title='facebook'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7003841972067159123</id><published>2011-05-18T10:57:00.003+03:00</published><updated>2011-05-22T07:07:24.224+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Talkin' New York.</title><content type='html'>«Πάντα την έτρεμα τη δικαιοσύνη σ’ αυτή την άλλη χώρα, με τις μαζορέτες της, τους νονούς και μ’ αυτά τα γκομενάκια, την Αρετή και την Κακία να σουλατσάρουν φτιασιδωμένες πάνω – κάτω, αγκαζέ σαν σιαμαίες στη 44η Δυτική λεωφόρο, όποια ώρα της ημέρας - σημειωτέον ότι δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου εκεί κάτω - αλλά κυρίως γι’ αυτή την περίφημη διακήρυξή της για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γιατί ο τύπος που είδες να ξεφτιλίζουν στα κανάλια, μπορεί να κατάστρεψε ένα σωρό κόσμο, να εξαφάνισε - οικονομικά εννοώ - χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν τον πιάσανε γι’ αυτό, τώρα τον χώνουν μέσα για μια… τέλος πάντων γι’ αυτό που όλοι ξέρουν», έλεγε ένας τύπος στο μικρόφωνο, σ’ ένα διαδικτυακό ραδιόφωνο που ‘χα ανακαλύψει μόλις, ενώ χαλί από κάτω έτρεχε όλη αυτή την ώρα το Talkin' New York. &lt;br /&gt;«Γιατί μωρό μου", έλεγε, "έτσι έχουν τα πράγματα σ’ αυτή τη χώρα… μαγειρεύεις λίγο το κατηγορητήριο και μπαζώνεις όποιον θες ως το λαιμό… αλλά είπαμε, ελευθερία σε όλα. Αυτή είναι η Αμερική, με τους ουρανοξύστες της, τους ατέλειωτους αυτοκινητόδρομους, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ξέρεις, αυτά τα σκατοκούτια που παριστάνεις ό,τι θες. Γιατί φίλε μου, δε φτάνει να είσαι κάποιος, πρέπει να ‘χεις κι έναν Θεό στο πλευρό σου για να τα βγάζεις πέρα», είπε κι ο ηχολήπτης το πήρε γραμμή κι έβαλε το With God On Our Side, πριν τελειώσει εκείνος τη φράση του. &lt;br /&gt;Λίγες μέρες πριν είδανε απ’ ευθείας τη «διεκπεραίωση» του bin Laden, τώρα τέλειωσαν σε μια βραδιά αυτόν τον κύριο τον Νούμερο 1, τον Strauss-Kahn… για ψύλλου πήδημα… με πιάνεις; Σ’ αυτή τη χώρα φαίνεται συμβαίνουν απίθανα πράγματα και βρίσκουν το δίκιο τους μέχρι κι οι καμαριέρες... χοντροκομμένα κάπως, αλλά δεν τρέχει σου λέω τίποτα, όλα αυτά θα ξεχαστούνε γρήγορα, όπως ο γάμος του πρίγκιπα ας πούμε, στην από ‘δω μεριά του Ατλαντικού με τα ψηλά καπέλα, που πέρασε κιόλας στα αζήτητα. Όπως έγινε τις προάλλες με το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Έτσι γίνεται μ’ αυτά τα πράγματα, μη σου κάνει εντύπωση. Ακόμα και το Sex In The City, θα ξεχαστεί κι αυτό. Μη με κοιτάς λοιπόν μ’ αυτά τα θλιμμένα μάτια», είπε, ενώ ο ηχολήπτης έτρεχε ήδη το Sad Eyed Lady Of The Lowlands - γιατί ο Dylan έχει πάντα ένα τραγούδι για κάθε περίσταση - «δεν ξέρω τι παίζει, τι πήγε στραβά και γιατί ο κόσμος πάει ανάποδα. Γιατί δε βλέπεις κάθε μέρα έναν ισχυρό να τον τραβολογάνε, πισθάγκωνα δεμένο με τις χειροπέδες… μόνο εκεί γίνονται τέτοια κόλπα. Θα μου πεις αυτή είναι η Αμερική… σωστά, αλλά νομίζω πως για όλα φταίει αυτή η σκατομηχανή του κιμά, που δουλεύει από κάτω. &lt;br /&gt;όχι, δεν είναι ιδέα μου, ούτε πρόκειται για κανένα τρελό μηχάνημα που ονειρεύτηκε ο Lovecraft, με τίποτα πρασινοκίτρινα υγρά που βράζουν, που αγκομαχάει σε κάποιο υπόγειο, που βγάζει ατμούς, σφυρίζει και πετάει σπίθες, δεν είναι το «σιδερένιο άλογο», μην κάνεις συνειρμούς και μη σε μπερδεύει το όνομα, δεν είναι η μηχανή του χρόνου, δε βλέπεις εικόνες απ' το μέλλον. Είναι αγάπη μου αυτό που μπήκε ανάμεσά μας, όταν έβγαλες τα συμπεράσματά σου και στη συνέχεια τις βαλίτσες μου στο Χωλ, όταν ένα πρωί δεν επιθυμούσες να με φιλήσεις άλλο. Γιατί μωρό μου, βάλε το μυαλό σου λιγουλάκι να δουλέψει, όποιος έχει δυο πόδια και περπατάει εκεί έξω καταλαβαίνει πως όλα πήραν την κάτω βόλτα και πως η ζωή μας πάγωσε σαν το λουλούδι της ταπετσαρίας, που λέει ο Dylan. Και μη σου περάσει η ιδέα ότι φταίει η CIA γι’ αυτό, ούτε ότι είναι μια ακόμα σκευωρία, μη φορτώνεις το μυαλουδάκι σου με τέτοιες μαύρες σκέψεις, δε σου πρέπει. Εσύ τώρα κάνε ό,τι νομίζεις, πάρε από πίσω τον ταχυδακτυλουργό σου αν θες, ή εκείνον τον τροβαδούρο με τα καμπανάκια, ακόμη και τον μπογιατζή που σου ‘βαψε για τα μισά λεφτά το σπίτι… βάλε τα πιο φανταχτερά σου ρούχα. Αλλά και πάλι, είναι ζήτημα να καταφέρεις τίποτα. &lt;br /&gt;γιατί η ζωή πάει μόνο προς μια κατεύθυνση, να ξέρεις», είπε κι ο ηχολήπτης έτρεξε το trailer απ’ το no direction home.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7003841972067159123?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7003841972067159123'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7003841972067159123'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/05/talkin-new-york.html' title='Talkin&apos; New York.'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3931269861372725368</id><published>2011-05-07T18:05:00.005+03:00</published><updated>2011-05-07T19:32:10.812+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Πρινς</title><content type='html'>Η Πρινς είναι μια νεαρή πόρνη. Εκείνος ένας πελάτης που την ερωτεύεται. Μια μέρα αντί να πάνε στο ξενοδοχείο που πηγαίνουν κάθε φορά, εκείνος της προτείνει μια βόλτα. Περπατούν μέχρι που εκείνη του λέει ότι είναι αργά και να γυρίσουν. Καθώς στρέφεται πίσω αντιλαμβάνεται πως όλη αυτή την ώρα περπατούσαν σ’ έναν σκουπιδότοπο, τρομοκρατείται και βάζει τις φωνές. Εκείνος την καθησυχάζει και της δείχνει πώς θα φύγουν από ‘κει, μια μεγάλη πόρτα, σαν πύλη. Εκείνη κοιτάζει από κάτω και διαπιστώνει πως είναι ψηλά, πάνω από έναν γκρεμό, πριν προλάβει όμως ν’ αντισταθεί αυτός τη σπρώχνει κι αυτή, ενώ πέφτει τον παρασέρνει μαζί της, στον χαμό. Ο χρόνος όμως παγώνει όπως στα παραμύθια και στη μέση του πουθενά, όπως αιωρούνται, τη φιλάει. Ύστερα τα πόδια τους αγγίζουν στη γη, ο σκουπιδότοπος έχει χαθεί και μπροστά τους είναι τώρα ένα παράξενο μέρος περιτριγυρισμένο με συρματοπλέγματα. Εκείνη απορεί κι αυτός της εξηγεί πως είναι το μέρος των παιδικών του χρόνων. Η Πρινς βλέπει μια παλιά μπανιέρα που στέκεται όρθια και που έτσι όπως τη βλέπει της θυμίζει αγελάδα, ένα μαρμάρινο παγκάκι, έναν γυάλινο πύργο, ένα καρουζέλ με πραγματικά άλογα που ξεφυσάνε και σηκώνουν τις ουρές τους, μια τραμπάλα που είναι μια δικέφαλη καμηλοπάρδαλη που μιλάει, ένα γιγαντιαίο σπιρτόκουτο που παίζει μουσική… και μαγεύεται, βρίσκει ένα πέρασμα και δρασκελίζει το συρματόπλεγμα. Εκείνος κοντοστέκεται και ενώ είναι έτοιμος να την ακολουθήσει κι αυτός, παρουσιάζεται ένας φύλακας και τον διώχνει από ‘κει, η Πρινς μένει για πάντα στα παιδικά του όνειρα κι αυτόςξαναβρίσκεται στον σκουπιδότοπο, δίχως όνειρα και δίχως την Πρινς. Κι αλίμονο, η μαγική πόρτα είναι κλειστή. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ΥΓ: για να ξεκλειδώσει την πόρτα και να τη βρει, πρέπει να της ψιθυρίσει το πραγματικό όνομα της Πρινς. Κι αυτό δεν το ξέρει κανείς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3931269861372725368?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3931269861372725368'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3931269861372725368'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/05/blog-post.html' title='Πρινς'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-4838928689566261647</id><published>2011-03-23T21:20:00.007+02:00</published><updated>2011-03-24T08:34:30.090+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='μυθιστορήματα'/><title type='text'>ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;div&gt;&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://3.bp.blogspot.com/-pp3-XNCnK2U/TYpISM-uM8I/AAAAAAAAAKw/ELh5TGBFNTk/s1600/petsas_cover6.jpg"&gt;&lt;img style="margin: 0px auto 10px; width: 275px; height: 400px; text-align: center; display: block; cursor: pointer;" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5587357765265667010" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-pp3-XNCnK2U/TYpISM-uM8I/AAAAAAAAAKw/ELh5TGBFNTk/s400/petsas_cover6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν κάποια χρόνια χρησιμοποίησα τον ομώνυμο τίτλο για μια σειρά έργων που παρουσίασα στο internet. Σ' εκείνο το σημείωμα παρότρυνα τον θεατή να μην αναλωθεί στην προσπάθεια να επινοήσει μια θεματογραφία ή μια μυστικιστική αφήγηση, αφού επρόκειτο απλώς για παραλλαγές σ' ένα θέμα, κάποια χνάρια στον χρόνο. Αυτά τα έργα θα μπορούσαν να συγκριθούν με τους φθόγγους που συνταιριάζουν μια λέξη και με λέξεις που συνειρμικά καταλήγουν να έχουν κάποιο νόημα.&lt;br /&gt;Αποφάσισα να περιηγηθώ αυτό το σκοτάδι όπως σε μια ανασκαφή, φέρνοντας στο φως αυτές τις επιφάνειες που αποτύπωναν κατά κάποιο τρόπο τις σκέψεις μου ή εξωτερίκευαν την εσωστρέφειά μου και να συμπαρασύρω σ' αυτό το ταξίδι τον υποτιθέμενο θεατή με την ελπίδα πως αυτές οι «γραφές» ήταν δυνατόν ν' αναγνωριστούν απ' το ασυνείδητο του καθενός.&lt;br /&gt;Προφανώς, οι «εικόνες από το τίποτα» προέκυψαν από 'κείνο το σημείωμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρώτο ραδιοσήμα που στάλθηκε ποτέ στο διάστημα αποτελείτο από 1679 bits. Ήταν ένα συνοπτικό, παλμικό μήνυμα τριών λεπτών προς ένα σφαιρωτό σμήνος άστρων, το Μ13, μια «εικόνα από το τίποτα» ίσως.&lt;br /&gt;Αν εκείνο το απεγνωσμένο σινιάλο συνέθετε την ελεγεία του ακατανόητου, σ' αυτές τις σελίδες, ο νόμος της αιωνιότητας, η έννοια της ανυπαρξίας και το μουρμουρητό της ζωής, συνυφαίνουν τις εικόνες από το τίποτα, μια αλληγορία που ψηλαφεί βασανιστικά ερωτήματα από κτήσεως κόσμου - μια υπαρξιακή αναζήτηση στα πέρατα του διαστήματος, ένα επικοινωνιακό τέχνασμα σ' έναν κόσμο απέραντης μοναξιάς.&lt;br /&gt;Ίσως το ταξίδι στο σκοτάδι, η επίγνωση της ασημαντότητας μας κι οι απαντήσεις για την ίδια την απεραντοσύνη του σύμπαντος, να βρίσκονται τελικά μέσα μας.Ίσως αυτό το άλυτο μυστήριο που μας περιβάλλει να μην είναι παρά μια προβολή στο μυαλό μας - η μοναξιά που νοιώθουμε στρέφοντας τα μάτια μας στο διάστημα να είναι έλλειψη κατανόησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο εξώφυλλο:&lt;br /&gt;Γιάννης Πέτσας «Παράθυρο»&lt;br /&gt;(Σίδερο - μικτή τεχνική 195x240,1994). &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι "ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ" κυκλοφορούν από τις εκδόσεις CaptainBook.gr&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κυκλοφορεί επίσης:&lt;br /&gt;«Το έβδομο ανακοινωθέν», μυθιστόρημα, Οκτώβριος 2009, εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-4838928689566261647?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4838928689566261647'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4838928689566261647'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/03/blog-post.html' title='ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-pp3-XNCnK2U/TYpISM-uM8I/AAAAAAAAAKw/ELh5TGBFNTk/s72-c/petsas_cover6.jpg' height='72' width='72'/></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-6045737816958688831</id><published>2011-01-23T17:21:00.001+02:00</published><updated>2011-01-23T17:24:09.137+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>“Tarkovsky”</title><content type='html'>Στην ομώνυμη ταινία του Tarkovsky, ο SOLARIS, ένας διαστημικός ωκεανός τυλιγμένος από σύννεφα, είναι ταυτόχρονα μια εξωγήινη οντότητα που διαθέτει νοημοσύνη. Στο τέλος εκείνου του “θαύματος”, ο Tarkovsky βάζει τον πρωταγωνιστή του να υλοποιήσει στην επιφάνεια του πλανήτη ότι πιο πολύτιμο έχει: την ανάμνηση του πατέρα του, το πατρικό του σπίτι, και λίγη γήινη φύση. &lt;br /&gt;Αυτή είναι η μια όψη του παραμυθιού. Η άλλη είναι πως θέλω να κάνω πράγματα που δε μπορώ. Όχι τίποτα το φοβερό, να δω τον πατέρα μου ας πούμε, αλλά και άλλα που δεν έχουν να κάνουν με τον θάνατο, απλά πράγματα. Και το κυρίαρχο συναίσθημα που νοιώθω είναι μια νοσταλγία. Υποθέτω πως η βροχή είναι κακός σύμβουλος όμως. Αν κρατήσει μέρες που λένε, θα σαπίσουν τα πάντα εκεί έξω. Κι επιπλέον, μου ‘χει ρημάξει τα κόκαλα. &lt;br /&gt;Ήθελα να κάνω ένα σωρό πράγματα κάποτε… δεν ξέρω τι κατάφερα και τι δεν κατάφερα, δεν έχει σημασία, σημασία έχει νομίζω πως βρίσκομαι τώρα εδώ. Μ’ όλα αυτά τα ανικανοποίητα, όλα εκείνα τα θέλω. Και είναι αδύνατον μάλλον ν’ αλλάξω… άσε που δεν ξέρω αν θέλω κιόλας. &lt;br /&gt;Είπα να γράψω δυο λέξεις τώρα και μου προέκυψε αυτό. Δεν είναι απαραίτητο πάντα το νόημα, αλλά όποιος ξέρει κάτι περισσότερο, ας μιλήσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-6045737816958688831?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6045737816958688831'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6045737816958688831'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2011/01/tarkovsky.html' title='“Tarkovsky”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3992523787183800968</id><published>2010-12-18T12:08:00.002+02:00</published><updated>2010-12-18T12:16:54.905+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>“αντιμανιφέστο του underground"</title><content type='html'>(σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία) &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιτέλους!!!!!!! &lt;br /&gt;Από τις εκδόσεις τυφλόμυγα!!!!! Ένα βιβλίο που θα σας ανοίξει τα μάτια.&lt;br /&gt;Αυτό που όλοι περιμένατε!!!!!!!!&lt;br /&gt;Το λογοτεχνικό διαμάντι ένα πολυβιβλίο που όλοι θα μιλάνε για αυτό τον επόμενο αιώνα.&lt;br /&gt;Το βιβλίο των βιβλίων!!!!!!&lt;br /&gt;Ένα καινοτόμο δώρο για όλη την οικογένεια, με στίχους, διηγήματα, ποιήματα + "Το αντιμανιφέστο του underground". Σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία !!!!!&lt;br /&gt;Για περισσότερες πληροφορίες και για όσους το θέλουν από την πηγή : &lt;br /&gt;Εκδόσεις Τυφλόμυγα&lt;br /&gt;Αραχώβης 15, Εξάρχεια, Αθήνα &lt;br /&gt;Τηλέφωνο: 210 3637164 από τις 11:00 - 14:00&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αντί-Μανιφέστο του underground&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό μας έλειπε τώρα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το underground δεν είναι μια σχολή, δεν είναι μια παρέα, δεν είναι μια ομάδα, δεν είναι ένα κίνημα, δεν είναι ένα κείμενο, δεν είναι καριέρα, δεν είναι στη βιτρίνα για να το καταναλώσεις, δεν είναι ένα προϊόν που σου πλένουν το μυαλό και σε υποχρεώνουν να το καταπιείς, δεν έχει ανάγκη από αυθεντίες, είναι από τη φύση του διαλυτικό, είναι ολοζώντανο, ανατρεπτικό με κοφτερή κριτική, δημιουργόντας συνεχώς ρήγματα στη λογική.&lt;br /&gt;Underground είναι το να μην κρύβεις αυτό που έχεις να πεις, και να το πεις με τον τρόπο που εσύ επιλέγεις, αδιαφορώντας για την λογοκρισία, και τον νυσταλέο κοινό νου, για την απήχηση ή ακόμα χειρότερα για την εμπορικότητα αυτού που θα πεις. Underground είναι το να εκφράζεσαι ελεύθερα, με απόλυτη ανεξαρτησία και να επιλέξεις εσύ τον τρόπο διανομής, παραγωγής, έξω από το mainstream, έξω από τους κανόνες του marketing, στο ύφος, στο στυλ τη μορφή και το είδος της χρηματοδότησης.&lt;br /&gt;Το underground είναι θέση ξεκάθαρη και ξεκάθαρη επιλογή, είναι βιωματικό, αυθάδες, ανατρεπτικό, ακραίο, παράδοξο, παράξενο, αλλόκοτο, διαφορετικό, ωμό και καμιά φορά βίαιο. Είναι παραβατική συμπεριφορά, είναι υποκουλτούρα και αντικουλτούρα. Δεν είναι δυνατόν να διδαχτεί στα πανεπιστήμια, δεν είναι μια προκάτ διαρθρωμένη ορθολογιστικά σκέψη. &lt;br /&gt;Είναι μία ολόκληρη κουλτούρα μακριά από αναρριχητικούς φίλους του τάδε ή του δείνα, χωρίς τετράγωνα θεληματικά πηγούνια και αυτοπεποίθηση που να τρέχει από τα μπατζάκια, χωρίς ένα μουσούδι έτοιμο να πετάει εξυπνάδες και ατάκες. Είναι μία ολόκληρη κουλτούρα που η βάση της είναι η οικειότητα, η ειλικρίνεια και η ουσία, και αυτό δεν μπορεί να κατασκευαστεί. Δεν θα μάθεις τι είναι το underground διαβάζοντας οποιοδήποτε οδηγό, μανιφέστο, ή ποίημα. Κατά καιρούς η βιομηχανία της τέχνης προσπάθησε μέσα στη βαρεμάρα της να πλασάρει το underground σαν μόδα, δίνοντας σε κάποιους άσχετους την αίγλη του πρίγκιπα του σκότους και του περιθωριακού δανδή. Μην ακούς τέτοιες τρίχες. Εάν το underground γίνει της μόδας εκατοντάδες καλλιτέχνες θα προσπαθήσουν να σε προσπεράσουν από πάνω σαν πύραυλοι, δίνοντας έπειτα συνεντεύξεις εναντίον σου, αποκαλώντας σε ηλίθιο, κομπλεξικό, τεμπέλη, και ατάλαντο που έχει αποτύχει στο mainstream και που επιμένει να ζει στη μιζέρια της αποτυχίας. &lt;br /&gt;Τo mainstream είναι ο ποιό εύκολος δρόμος, αλλά στην ουσία πρέπει να δουλέψεις, να ψάξεις, να κινηθείς, να το κυνηγήσεις, για να φτάσεις να αποκτήσεις το δικό σου χώρο και αυτό απαιτεί να σκάψεις βαθειά μέσα σου και να έχεις ξεκάθαρο κριτικό βλέμμα για τα γεγονότα γύρω σου και όχι να κινδυνεύεις να μουλιάσεις και να σαπίσεις μέσα στα σάλια από το γλείψιμο των κριτικών.&lt;br /&gt;Μην δίνεις απολύτως καμία σημασία σε αυτούς που λένε ότι το underground πέθανε. Αυτοί που τα λένε έχουν οι ίδιοι πεθάνει και διψάνε για να βρούνε παρέα για να επισκεφτούν και να γεμίσουν με φρέσκια στεφάνια τον τάφο τους. Το underground είναι ολοζώντανο και γαμάει αστακοουρές και ξυλόσομπες μαζί, φλερτάρει και επηρεάζεται από αιρετικές φιλοσοφίες και κινήματα, όπως οι γνωστικοί, dark, punk, grindcore, fanzines, ρομαντικό κίνημα, λογοτεχνία του φανταστικού, κόμιξ, ψυχεδέλεια, υποκουλτούρα, αντικουλτούρα, ατομικιστές αναρχικοί, κλπ. Είναι ένας χώρος ή καλύτερα ένας ολόκληρος κόσμος που κινείται παράλληλα με την επίσημη κουλτούρα της κυρίαρχης ιδεολογίας, ένας κόσμος ακούραστος, με μια αλλόκοτη και παράξενη λάμψη. &lt;br /&gt;To underground πάντα υπήρχε, πριν ακόμα το αποκαλέσουμε underground. Η φιλοσοφία του βασίζεται στην αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Ένας χωροχρόνος όπου συνυπάρχουν και επικοινωνούν δημιουργοί όλων των εποχών - ο λόγος του Θερσίτη, ο Διογένης, οι ρεμπέτες, οι beatnics, τα πανκιά, οι hip hopάδες, κ.λ.π.. &lt;br /&gt;Μην παραχωρήσετε τίποτα και ποτέ από τις αλήθειες σας γιατί αυτό είναι το πιο λαμπερό κομμάτι του εαυτού σας σε μία απόλυτα επιφανειακή και βαθύτατα αλλοτριωμένη κοινωνία. &lt;br /&gt;Δημιουργείστε και ανασάνετε ελεύθερα!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υ.Γ. Επειδή το κείμενο είναι αδύναμο (λόγω τεμπελιάς) και του λείπει ένα καλά δραματοποιημένο στοιχείο που θα δώσει όλη την ένταση και το κρεσέντο που κρίνεται αναγκαίο για να ταρακουνήσει τον αναγνώστη, προσκαλούμε τον αναγνώστη να κάτσει να το σουλουπώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θάνος Λοστ,  Αύγουστος 2010&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3992523787183800968?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3992523787183800968'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3992523787183800968'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/12/underground.html' title='“αντιμανιφέστο του underground&quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-2421329106393427280</id><published>2010-12-09T17:25:00.002+02:00</published><updated>2010-12-09T18:12:41.418+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>"Βανέσα"</title><content type='html'>«Ζωρζ», μου είπε μια μπάσα φωνή στο τηλέφωνο, πιο μπάσα απ’ τη δική μου, «πότε θα έρθεις να μου κάνεις έρωτα;» &lt;br /&gt;«Δεν κατάλαβα», έκανα εγώ. &lt;br /&gt;«Τι δεν κατάλαβες βρε Ζωρζ, τον χαζό κάνεις; Έλα, σε θέλω». &lt;br /&gt;«Εγώ δε σε θέλω», μου ‘ρθε να του πω αλλά θα πήγαινε αλλού η δουλειά κι είπα να το ξεκόψω. «Κάνεις λάθος φίλε, δεν είμαι ο Ζωρζ», είπα. &lt;br /&gt;«Μπα», έκανε έκπληκτος, «και ποιος είσαι; Φίλος του; Δώσε μου αμέσως τον Ζωρζ, μην έρθω εκεί και τα κάνω όλα λίμπα, άκουσες;» &lt;br /&gt;«Έχεις πάρει λάθος φίλε, δε μένει κανένας Ζωρζ εδώ», του ξεκαθάρισα. &lt;br /&gt;«Καλά, δεν πειράζει», είπε τότε εκείνος τσαχπίνικα, «σου ‘χει πει κανένας πως έχεις ωραία φωνή; Καλύτερη κι απ’ του Ζωρζ». &lt;br /&gt;Δε θα ‘βγαζα άκρη και έκλεισα το τηλέφωνο… ναι, σιγά που δε θα ξανάπαιρνε. &lt;br /&gt;«Καλέ, γιατί μου έκλεισες το τηλέφωνο;» &lt;br /&gt;«Είπαμε ρε φίλε, δεν είμαι ο Ζωρζ κι ούτε μένει κανένας Ζωρζ εδώ», είπα κοφτά. &lt;br /&gt;«Και τώρα τι φωνάζεις, να μας τρομάξεις;» &lt;br /&gt;«Ρε 'συ φίλε», είπα κατεβάζοντας λίγο τον τόνο, «έκανες λάθος τηλέφωνο, γιατί δεν ξαναδοκιμάζεις να πάρεις τον Ζωρζ;» &lt;br /&gt;«Τον πήρα, έχει τηλεφωνητή». &lt;br /&gt;«Ωραία», είπα, «πάρ’ τον μετά που θα γυρίσει». &lt;br /&gt;«Δεν τον θέλω πια, τώρα θέλω εσένα». &lt;br /&gt;«Ρε 'συ φίλε…», πήγα να πω κάτι. &lt;br /&gt;«Γιατί;», ρώτησε. &lt;br /&gt;«Τι γιατί;» &lt;br /&gt;«Γιατί δε με θες, τι νομίζεις πως είμαι καμία παντελωνού, απ’ αυτές που άμα δουν κάποιον την πέφτουν; Έχω αξιοπρέπεια εγώ αγάπη μου». &lt;br /&gt;Έκλεισα το τηλέφωνο. Ξαναπήρε. &lt;br /&gt;«Άμα μου ξανακλείσεις εμένα το τηλέφωνο θα ‘ρθω εκεί και δε θα σου αφήσω τζάμι για τζάμι, μα το Θεό. Ξέρεις πώς μ’ έχεις κάνει τώρα; έξαλλη». &lt;br /&gt;«Ρε 'συ φίλε…» &lt;br /&gt;«Δεν είμαστε φίλοι, ούτε σε ξέρω - ούτε με ξέρεις». &lt;br /&gt;«Αυτό λέω κι εγώ», είπα, «γιατί δεν παίρνεις πάλι τον Ζωρζ; Θα ‘χει γυρίσει και θα σε ψάχνει». &lt;br /&gt;«Κοφ’ το δούλεμα. Άλλωστε δεν τον θέλω πια, δε με παρατάει κανένας εμένα αγάπη μου, ξέρεις πια είμαι εγώ;» &lt;br /&gt;«Όχι, δεν έτυχε», είπα. &lt;br /&gt;«Όλη η Συγγρού μιλάει για ‘μένα αγάπη μου», είπε. «Με λένε Βανέσα, εσένα;»&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-2421329106393427280?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2421329106393427280'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2421329106393427280'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='&quot;Βανέσα&quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-1197728706313708934</id><published>2010-11-30T07:40:00.001+02:00</published><updated>2010-11-30T07:42:47.253+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Ηλεκτρισμένες ατμόσφαιρες</title><content type='html'>«Ποιος τα γαμεί όλα αυτά τα σκατά;», άκουσε τον εαυτό του να λέει. Η υπάλληλος στράφηκε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη, «παρακαλώ;», έκανε. Της χαμογέλασε. Δεν ήταν υπεύθυνη για όλα αυτά τα σκουπίδια που ήταν αραδιασμένα στον δίσκο του, ούτε διατεθειμένη ασφαλώς να ακούει τον καθένα να βρίζει, «ζητώ συγγνώμη», είπε, όσο γινότανε πιο ευγενικά, «παρασύρθηκα». &lt;br /&gt;«Δεν έχετε και πολύ άδικο», είπε συνωμοτικά η υπάλληλος και του αντιγύρισε το χαμόγελο, «αυτά τα πράγματα δεν τρώγονται». Έκανε πως τακτοποιούσε κάτι στο τραπέζι, «γιατί δεν πάτε απέναντι;», ρώτησε χαμηλόφωνα, «φαίνεστε άνθρωπος που έχει λεφτά». &lt;br /&gt;«Δεν είναι αυτό», είπε. «Είναι το ότι δε συμπάθησα ποτέ μου τα κινέζικα». &lt;br /&gt;«Τότε; Δεν καταλαβαίνω». &lt;br /&gt;«Υποτίθεται πως έχω κάποιο ραντεβού, δεν ήξερα πως επρόκειτο για κινέζικο, αυτό είναι». &lt;br /&gt;«Λυπάμαι, αλλά δε θα βρείτε κάτι διαφορετικό εδώ». &lt;br /&gt;«Δε βαριέστε, τίποτα δεν είναι όπως παλιά». &lt;br /&gt;«Σ’ αυτό έχετε δίκιο. Γιατί δεν προτιμάτε ένα ξενοδοχείο; Εκεί συνήθως…» &lt;br /&gt;«Γιατί δεν είμαι τόσο λεφτάς όσο φαίνομαι», είπε αυτός, «βασικά αυτό το γεύμα είναι όλα κι όλα μου τα λεφτά». &lt;br /&gt;«Ξεμείνατε από δουλειά, αυτό είναι;» &lt;br /&gt;Του φαινόταν περίεργο να συνομιλεί για τόσο προσωπικά θέματα με μια ξένη, πάνω από ένα πιάτο με φύκια και ποιος ξέρει τι άλλο. «Το γαμώτο είναι πως μάλλον με έστησαν όλα μου τα σχέδια… εξατμίστηκαν». &lt;br /&gt;Η υπάλληλος έφυγε και γύρισε με μια coca cola, σε ψηλό ποτήρι με πάγο. «Ορίστε», είπε. &lt;br /&gt;«Μα δεν παρήγγειλα coca cola», είπε εκείνος. &lt;br /&gt;Μπορείτε να την πιείτε ωστόσο, μέχρι να έρθει το ραντεβού σας», έκανε εκείνη πάλι μιλώντας χαμηλόφωνα. «Μπορείτε επίσης να πάτε στην τουαλέτα και από ‘κει να φύγετε απ’ την πίσω πόρτα, χωρίς να πληρώσετε. Αυτό σημαίνει βέβαια πως δε θα ξαναπατήσετε στο μαγαζί». &lt;br /&gt;Η υπάλληλος του χαμογέλασε πάλι και πήγε ν’ ασχοληθεί μ’ ένα άλλο τραπέζι. Αυτός πήρε τα δυο χαρτάκια και κοίταξε να δει τι οφείλει. «Η αξιοπρέπειά του άξιζε κάτι παραπάνω από 25 ευρώ, διάολε». &lt;br /&gt;Πλήρωσε και βγήκε στο δρόμο, σχεδόν απένταρος. «Την κλεψιά την έχεις, ή δεν την έχεις», σκέφτηκε. &lt;br /&gt;Μπήκε στο αμάξι του που το ‘χε παρκάρει πιο πέρα, έβαλε μπροστά κι άνοιξε το ραδιόφωνο: «… και όποιος θέλει μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας στα γνωστά κόλπα του σταθμού», έλεγε ο παρουσιαστής, «να πει τη γνώμη του, ή ό,τι άλλο θέλει. Και μη ξεχνάτε να γράψετε στο μήνυμά σας τη λέξη electric. Μια ηλεκτρική σόμπα θα έρθει στο σπίτι σας εντελώς δωρεάν, μετά από κλήρωση στο τέλος της εκπομπής. Οι σόμπες electric ζεσταίνουν σχεδόν ανέξοδα…». &lt;br /&gt;Άνοιξε το κινητό του κι έγραψε το νούμερο. Από κάτω έγραψε τα εξής: «ξέρεις τι πιστεύω; Πως είσαι ένας καραγκιόζης, ένας κράχτης που μαζεύει πελάτες γι’ αυτή τη γαμημένη τη σόμπα, αυτό είσαι. Κι αν έχεις αρχίδια διάβασέ το». Μετά έκανε αποστολή. &lt;br /&gt;Δυο φανάρια πιο πέρα ο παρουσιαστής είπε: «ξέρεις τι πιστεύω; Πως είσαι ένας καραγκιόζης, ένας κράχτης που μαζεύει πελάτες γι’ αυτή τη μπιπ τη σόμπα, αυτό είσαι. Κι αν έχεις μπιπ διάβασέ το, μας γράφει ο 682. Ωραία ρε φίλε, αν έτσι πιστεύεις… δε με χαλάει… αλλά δεν έβαλες τη λέξη κλειδί για τη σόμπα, electric. Αν θες γράψε electric και ξαναστείλε το». &lt;br /&gt;«Να πας στο διάολο», είπε και έκλεισε το ραδιόφωνο. Προσπάθησε να μη σκέφτεται την άθλια εξέλιξη που ‘χε μπροστά του. Μόλις πριν από λίγο είχε γίνει περίγελος μιας σερβιτόρας… τώρα τον κορόιδευε αυτός ο κωλομαλάκας και αύριο ποιος ξέρει ποιός άλλος, πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. «Αν είχα τουλάχιστον ένα παιδί… κάτι. Αν δεν τα είχα κάνει όλα μαντάρα…», αλλά τώρα ήταν μάταιο να το σκέφτεται, δεν έβγαζε πουθενά. &lt;br /&gt;Άφησε το αμάξι του στην πρώτη θέση που βρήκε, τρία τετράγωνα μακριά και περπάτησε αφηρημένος. «Δε μέτραγε πια… κι ίσως δηλαδή ποτέ να μη μέτραγε. Να 'χε φτιάξει μια ωραία εικόνα για τον εαυτό του και να 'χε ζήσει όλη του τη ζωή πάνω σ' εκείνο το συννεφάκι». &lt;br /&gt;Πήρε το ασανσέρ και βγήκε στην αερογέφυρα. Φυσούσε κι ο ηλεκτρικός περνούσε εκείνη τη στιγμή από κάτω.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-1197728706313708934?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1197728706313708934'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1197728706313708934'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/11/blog-post.html' title='Ηλεκτρισμένες ατμόσφαιρες'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-2551116407125910959</id><published>2010-11-06T11:24:00.002+02:00</published><updated>2010-11-06T13:41:24.504+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“west side story”</title><content type='html'>Εκείνη τη μέρα η τηλεόραση είχε πάλι το “west side story” και βαριόμουνα πολύ να το δω, το άλλο είχε τον Λάκη τον γλυκούλη σ’ επανάληψη… έτσι έφτιαξα καφέ και στήθηκα μπροστά στον υπολογιστή, προσδοκώντας ποιος ξέρει τι και τυχαίαέπεσα πάνω σ’ αυτό, πενήντα τόσα χρόνια πριν: «μεταξύ εβδόμης και δεκάτης Ιουνίου του 1957, σύμφωνα με το εθνικό οπτικοακουστικό αρχείο, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής πραγματοποίησε πολυήμερη περιοδεία στη Μακεδονία». Αγέρωχος, φαίνεται στα πλάνα ν’ ατενίζει το μέλλονπου τότε έμοιαζε πως θα ‘ναι αλλιώς. «Συνοδευόμενος από τον Υπουργό Εσωτερικών Δημήτριο Μακρή…», έλεγε εκείνη η χαρακτηριστική φωνή, «τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων Γεώργιο Ράλλη και τον Υφυπουργό Γεωργίας Διονύσιο Μανέντη, ο πρωθυπουργός αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Μίκρας, όπου τον υποδέχονται ο Υπουργός Βορείου Ελλάδος Βασίλειος Παπαρρηγόπουλος, επίσημοι και πλήθος κόσμου». «Όλοι αυτοί είναι τώρα στα θυμαράκια», σκέφτηκα. «Ο Κ. Καραμανλής, επισκέπτεται αρχικά τον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Πέλλας, όπου ξεναγείται στις ανασκαφές. Στη συνέχεια φθάνει στη Βέροια, όπου τυγχάνει θερμής υποδοχής. Ο Κ. Καραμανλής συνομιλεί με πολίτες και απευθύνει χαιρετισμό προς τους κατοίκους της Βέροιας. Αναχωρεί με αυτοκίνητο και μεταβαίνει στη Νομαρχία Κοζάνης προκειμένου να συσκεφθεί με τοπικούς παράγοντες και συνομιλεί με κατοίκους της πόλης. Καθ’ οδόν προς την Καστοριά, ο Κ. Καραμανλής επισκέπτεται μονή, η οποία έχει μετατραπεί σε πρεβαντόριο. Έχοντας στο πλευρό του τον Δ. Μακρή και τον Γ. Ράλλη, φθάνει στη Φλώρινα όπου και εκφωνεί ομιλία προς το συγκεντρωμένο πλήθος που τον επευφημεί. Το αυτό επαναλαμβάνεται στην Έδεσσα. Τέλος, αφού επισκέπτεται εργοτάξια δημόσιων έργων στη Θεσσαλονίκη και ενημερώνεται για την πορεία των εργασιών, επιθεωρεί τιμητικό άγημα στο αεροδρόμιο της Μίκρας και, στη συνέχεια, επιβιβάζεται σε αεροπλάνο προκειμένου να αναχωρήσει για την Αθήνα». &lt;br /&gt;Η γιαγιά μου η Ορτάντζα, βλέποντας τότε στα επίκαιρα τον Καραμανλή, με τη βαριά της, σαλλονικιώτικη προφορά αναφώνησε: «ουραίος άντρας». Μετά έβαλε μόνη της τα γέλια, έτσι που όλο το σινεμά γύρισε και την κοίταξε. Γεννημένη το 1900, εντυπωσιακά ψηλή και δυνατή τότε, σχεδόν ανατρεπτική και μόλις τριών χρονών χήρα, πρέπει να ήταν ωραία γυναίκα ακόμα και συνήθιζε να φοράει καπέλα που τα στερέωνε με μια ωραία μπλε καρφίτσα, ελεκτρίκ που κάποτε την πήρα και της την έχασα. &lt;br /&gt;Στη συνέχεια τα επίκαιρα πρόβαλαν την αναγόρευση του βασιλέως Παύλου σε επίτιμο διδάκτορα της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Διάφοροι βασιλικοί που ήταν στην αίθουσα σηκώθηκαν και χειροκροτούσαν ακατάπαυστα. Η γιαγιά μου που είχε δει δυο πολέμους ως τότε και δεν υπολόγιζε τίποτα, φώναξε μ' όλη της τη δύναμη: «μμμ… τι τους αρέσει αυτός ο καραφλός;», και για μια στιγμή η αίθουσα πάγωσε. Μετά η γιαγιά μου ξανάβαλε τα γέλια και οι βασιλικοί τα χειροκροτήματα, όσο χειροκροτούσαν αυτοί τόσο εκείνη γελούσε και ούτε λίγο - ούτε πολύ, κανείς δεν είδε τη συνέχεια. &lt;br /&gt;«Και ποια ταινία είχες δει τότε γιαγιά;», την είχα ρωτήσει όταν το ‘χε φέρει η συζήτηση. &lt;br /&gt;Δε θυμόταν, «μια βλακεία που όλοι χορεύανε», μου είπε. «Το “west side story”, χαλαρά… θα μου ‘λεγε σήμερα», σκέφτηκα. &lt;br /&gt;Για την ιστορία ωστόσο και σύμφωνα πάντα με το αρχείο, στη συνέχεια ο βασιλιάς Παύλος και η βασίλισσα Φρειδερίκη, συνοδευόμενοι από τον διάδοχο Κωνσταντίνο, την πριγκίπισσα Σοφία και τον πρίγκιπα Μιχαήλ, εισήρθαν στην αίθουσα τελετών, όπου παρακολούθησαν τον αγιασμό, στον οποίο χοροστάτησε ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δωρόθεος. Ο πρύτανης του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου Δ. Πίππας προσφώνησε τον βασιλιά, ο οποίοςεκφώνησε λόγο και, συνοδευόμενος από την βασίλισσα Φρειδερίκη και όλη την οικογένεια , με όλες του τις κορδέλες και τα παράσημα, εξήλθε της αίθουσας. Ακολούθησαν ο αρχιεπίσκοπος Δωρόθεος και ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος, όλοι δε μαζί οι επίσημοι μετέβησαν στην νέα πτέρυγα της Σχολής Μηχανολόγων-Ηλεκτρολόγων, της οποίας τα εγκαίνια πραγματοποίησε ο βασιλιάς Παύλος και ξεναγήθηκαν στις εγκαταστάσεις της νέας πτέρυγας. &lt;br /&gt;«Μεγαλεία… διηγώντας τα να κλαις», σκέφτηκα, «δεν είναι ν’ απορείς πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε». &lt;br /&gt;Ξημέρωνε των αγίων κώλων την επομένη... μεγάλη η χάρη τους.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-2551116407125910959?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2551116407125910959'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2551116407125910959'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/11/west-side-story.html' title='“west side story”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3023093599877110123</id><published>2010-11-03T22:06:00.003+02:00</published><updated>2010-11-04T12:37:40.068+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>"9 με 5"</title><content type='html'>Έβρεχε. Ήπιε στο πόδι εκείνο το πράγμα που έμοιαζε με καφέ και προσπάθησε να δει μέσα απ’ το θολό τζάμι. Διέκρινε τον φύλακα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο κιόσκι της εισόδου. Ο ουρανός ήταν σαν να ‘χε κατέβει χαμηλά, της φάνηκε πως αν άπλωνε το χέρι της θ’ άγγιζε τα σύννεφα. Ένα αυτοκίνητο πλησίασε τη μπάρα κι εκείνη ανεβοκατέβηκε αφήνοντάς το να χαθεί στην ομίχλη. Δε θα της ήταν καθόλου ευχάριστο αν έπρεπε τώρα να ταξιδέψει εξήντα τόσα χιλιόμετρα και να δει τα μούτρα του προϊστάμενου. &lt;br /&gt;Ανέπνευσε με ικανοποίηση. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ πια, δε θα απαντούσε στα χιλιάδες τηλεφωνήματα, δε θα ξανάστελνε φαξ, τέλος αυτό το 9 με 5. Από ‘δω και μπρος η ζωή θα της ανήκε, θα ταξίδευε, θα χαιρόταν τους φίλους της, τον έρωτα ίσως, δε μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που περίμενε, πώς θα ήταν μια νέα ζωή. Τώρα είχε μόνον να τακτοποιήσει μερικές εκκρεμότητες. Μετά θα ‘κανε μια καινούργια αρχή, σ’ αυτόν τον νέο κόσμο. &lt;br /&gt;Είχε καταθέσει τ’ απαραίτητα πιστοποιητικά κι είχε επιλεγεί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες υποψήφιες. Παρά τα εξήντα πέντε της χρόνια ήταν υγιής κι αρκετά δυνατή, όλα τα τεστ τα είχε συμπληρώσει με επιτυχία. Φοβόταν λίγο, δεν το έκρυβε, δεν ήταν μικρό πράγμα, να παρατήσει τα πάντα αλλά «αυτή ήταν η μόνη της ευκαιρία, ή τώρα ή ποτέ», είχε πει στην επιτροπή, η άλλη επιλογή ήταν η σύνταξη. Τι να την έκανε όμως τη σύνταξη;     &lt;br /&gt;Είχε δει τον φύλακα να μπαινοβγαίνει στο κιόσκι μερικές φορές ακόμη, τη μπάρα ν’ ανεβοκατεβαίνει και σκέφτηκε πόσες φορές δεν τον χαιρέτησε το πρωί φεύγοντας, πόσες φορές είδε αυτή τη μπάρα, τα μούτρα ύστερα του προϊστάμενου… αλλά τώρα τέλος μ’ αυτά, θ’ άλλαζε σελίδα, οριστικά. &lt;br /&gt;Επισκέφτηκε για τελευταία φορά τους δικούς της στο νεκροταφείο και τώρα μετέφερε τους λογαριασμούς στα παιδιά της, στον υπολογιστή. Οι κόποι μιας ζωής άλλαξαν χέρια μ’ ένα απλό κλικ. Έτσι θα ‘κανε κι αυτή, θ’ άλλαζε τα πάντα κάνοντας ένα απλό κλικ.   &lt;br /&gt;Έβαλε ν’ ακούσει μουσική. Σκέφτηκε αν ήθελε να ενημερώσει κάποιον κι έκρινε πως δεν ήταν απαραίτητο όλο αυτό να καταλήξει σε δυσάρεστους αποχαιρετισμούς. Θα ‘φευγε χωρίς να πει τίποτα, σε κανέναν. Μετά θα είχε όλο τον χρόνο μπροστά της να κλάψει, να θυμηθεί, να νοσταλγήσει… αλλά αυτή ήταν η μόνη της ευκαιρία. Αλλιώς θα ‘μενε εδώ, να γίνει μια νοικοκυρούλα σαν όλες τις άλλες κι αυτή ένοιωθε πως δεν ήθελε να τελειώσει κάπως έτσι, για πρώτη φορά ένοιωθε πως θα έκανε επιτέλους κάτι σημαντικό. Κι οτιδήποτε σημαντικό είχε κόστος… ας είχε.     &lt;br /&gt;Όλα αυτά είχαν συμβεί πριν από μήνες. Τώρα φορούσε τη διαστημική της στολή κι είχε σφίξει τη ζώνη ασφαλείας στη μέση της. Δεν μπορούσε να δει έξω, ήταν όμως χαρούμενη, αυτό που θα λέγαμε ευτυχισμένη. Ήταν η μόνη πολίτης που έπαιρνε μέρος στην αποστολή, όλοι τώρα θα μιλούσαν γι’ αυτήν. Κάποια φωνή στο ακουστικό της τη ρωτούσε αν αισθάνεται καλά, της έλεγε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ ανησυχεί, να μη φοβάται, όλα θα πήγαιναν καλά. &lt;br /&gt;«Ναι, ναι», ψιθύρισε ενώ δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, «ναι, είμαι ευτυχισμένη… ευχαριστώ».   &lt;br /&gt;Άκουγε την επικοινωνία που είχε ο κυβερνήτης με τον πύργο ελέγχου, τα αστεία που έκαναν μεταξύ τους, όλοι έδειχναν το ίδιο ευτυχισμένοι μ’ αυτήν, πρώτη φορά ένοιωθε στη ζωή της τόσο χαρούμενη, σαν να ολοκληρωνόταν επιτέλους σαν άνθρωπος, έκανε επιτέλους κάτι, τέρμα πια αυτό το 9 με 5.&lt;br /&gt;«9 - 8 - 7…», άκουγε εκείνη τη φωνή απ’ το μεγάφωνο, «2 – 1 – 0». Αισθάνθηκε τον κραδασμό, τα δάκτυλά της είχαν βυθιστεί λες στη σάρκα του καθίσματος, είχε κλείσει τα μάτια, έφευγε. &lt;br /&gt;Την άλλη στιγμή το διαστημικό λεωφορείο εξερράγη… εκείνοι ωστόσο είχαν προλάβει να διακτινιστούν στην άλλη διάσταση... κι αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να μαθευτεί.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3023093599877110123?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3023093599877110123'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3023093599877110123'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/11/9-5.html' title='&quot;9 με 5&quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7730021490156661705</id><published>2010-10-19T19:05:00.001+03:00</published><updated>2010-10-19T19:07:07.858+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Ασανσέρ</title><content type='html'>Είχα ένα μακρύ σάκο θυμάμαι, σαν αυτούς που έχουνε στον στρατό, με κορδόνια, μόνο που ήταν ίσως λίγο πιο μακρύς, ή τέλος πάντων ήταν για ψηλότερο άνθρωπο και σερνόταν κάπως στην άκρη. Ήταν γεμάτος μ’ ό,τι σκατά μπορούσες να φανταστείς, είχα αδειάσει τα συρτάρια μου… ένα ολόκληρο νοικοκυριό. Δεν ήταν η πρώτη φορά ίσως που έφευγα απ’ το σπίτι, ήταν όμως η τελευταία, έτσι το είχα στο νου μου. &lt;br /&gt;Δεν πήρα παραπάνω λεφτά απ’ όσα έτυχε να ‘χω εκείνη τη μέρα στην τσέπη μου. Δεν άξιζε καν να τα μετρήσω, έπρεπε να φύγω και να βρω αμέσως μια δουλειά για να φάω την επομένη, δεν ήταν και τόσο εντάξει τα πράγματα, ήθελα να φύγω όμως, σαν κάτι να μ’ έσπρωχνε. Κατέβασα θυμάμαι τον σάκο στον δρόμο και γύρισα να πάρω κάτι ακόμα. Η μάνα μου είχε μπει και σκούπιζε το πάτωμα, εκεί που καθόμουν πέντε λεπτά πριν, με μια απλή σκούπα, απ’ αυτές που ‘χουμε για τα μπαλκόνια, τις αυλές, ένα κοντάρι που βιδώνει στην άκρη μια πλαστική φούντα. Στην προκειμένη περίπτωση ήταν μια κόκκινη φούντα, με πράσινο από πάνω και μπλε κοντάρι, έτσι τις φτιάχνανε τότε. Σκούπιζε εκεί που καθόμουν. Το πάτωμα γυάλιζε, δεν υπήρχε ίχνος σκόνης κι εκείνη σκούπιζε, με επαναλαμβανόμενες γρήγορες κινήσεις, σαν να ‘θελε να βγάλει απ’ το πάτωμα τη μυρουδιά μου, έτσι το είδα. Δε θυμάμαι τι είχα γυρίσει να πάρω, έφυγα όμως χωρίς να πω γεια, χωρίς να πω τίποτα, όπως έφευγα κάθε μέρα να πάω μια βόλτα. &lt;br /&gt;Παιδεύτηκα πολύ με το ασανσέρ, πάτησα ένα κουμπί κι εκείνο άρχισε ν’ ανεβαίνει αντί να κατεβαίνει και πρέπει να ‘μουν πολύ εκνευρισμένος γιατί τα έπαιξα. Πάτησα ένα άλλο κι ύστερα άλλο. Εκείνο δε σταματούσε και τελικά με πέταξε έξω στον τελευταίο όροφο. Βγήκα και πήρα μια ανάσα να ηρεμήσω. Όταν πήγα να πατήσω πάλι το κουμπί όμως κάποιος το κάλεσε από κάτω. Ήμουν ήδη μέσα πάλι και δεν είχα προλάβει να πατήσω ισόγειο, μου φάνηκε δεν ξέρω πώς, ότι αυτό θα ανέβαινε πάλι πάνω και θα με πέταγε αυτή τη φορά έξω απ’ το ταβάνι, πανικοβλήθηκα. Είχε ένα κουμπί on – off, το έκανα πάνω και σταμάτησε στο πουθενά.  Άφησα να περάσει μια στιγμή και το έκανα κάτω και τότε πάλι κάποιος το κάλεσε ξανά και έκανα πάλι το ίδιο, δε θα τους άφηνα να μου πάρουνε το ασανσέρ. &lt;br /&gt;Τελικά ύστερα από λίγο ξανακατέβασα πάλι το κουμπί και δεν το κάλεσε κανείς. Τότε πάτησα πάλι πάνω και βγήκα πάλι στον τελευταίο όροφο. Προσπαθούσα να φύγω δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα τώρα. Μου φάνηκε πως είχα πυρετό, ίδρωνα δεν ένοιωθα καλά. Όσο ήμουν έξω πάλι κάποιος προσπάθησε να μου κλέψει το ασανσέρ. Ήταν μια πόρτα εκεί δίπλα κι εκεί μέσα ένας πίνακας, το ‘ξερα. Περίμενα μέχρι που το ασανσέρ στάθηκε και κατέβασα τον διακόπτη, έτσι και να ‘μπαινε κάποιος το ασανσέρ δε θα πήγαινε πουθενά και θα με παράταγε. Περίμενα ακόμα λίγο και ανέβασα πάλι τον διακόπτη. Τότε άκουσα μια φωνή, μια γυναίκα που στρίγγλιζε και εξέλαβα ότι είχα προκαλέσει ένα ατύχημα, ότι η γυναίκα είχε πέσει ίσως σε μια άδεια τρύπα στο ασανσέρ και πανικοβλήθηκα πιο πολύ από πριν. Άρχισα να κουτρουβαλιάζομαι στις σκάλες, ήθελα να φύγω από ‘κει μέσα, να μην ξαναδώ αυτό το γαμημένο το ασανσέρ και σχεδόν τρέχοντας βγήκα κάτω, στον δρόμο. &lt;br /&gt;Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω αν έγιναν ή δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, πρέπει να είχα πυρετό για μέρες. Το ζήτημα ήταν πως έφυγα. Και όσο ήταν μέρα εντάξει, όταν βράδιασε όμως, όσο η νύχτα προχώραγε, φοβόμουν, αυτό συνέβαινε. Φοβόμουν. &lt;br /&gt;Δε θυμάμαι καθόλου την πρώτη βραδιά, ίσως να μη κοιμήθηκα πουθενά, ίσως να στάθηκα κάπου και να περίμενα να ξημερώσει, ίσως να περπατούσα όλη τη νύχτα. Το πρωί ήμουν κατάκοπος και σαν χαμένος, δεν ήξερα που βρίσκομαι, δεν είχα ιδέα που πήγαινα, ο σάκος ήταν βαρύς, είχε την ιδιότητα να βαραίνει όσο τον κράταγες και αναγκαζόμουν να κάνω στάσεις κι αυτό δεν ήταν καλή ιδέα γιατί τότε φοβόμουν πιο πολύ, μέχρι που σκέφτηκα να τον παρατήσω κάπου. Τελικά δεν το έκανα. &lt;br /&gt;Το σχέδιο έλεγε να μεταναστεύσω σε μια άλλη πόλη, δεν ήξερα ακόμη σε ποια, να έφτανα κάπου…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7730021490156661705?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7730021490156661705'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7730021490156661705'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/10/blog-post_19.html' title='Ασανσέρ'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8037130248554294979</id><published>2010-10-08T19:38:00.003+03:00</published><updated>2010-10-08T19:55:32.422+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>"Greek statistics"</title><content type='html'>τομινίκ Στρος-Καν: «δε φταίει ο ελληνικός λαός αλλά οι κυβερνήσεις του». &lt;br /&gt;Γουέν Τζιαμπάο: «Μη μας πιέζετε για το γουάν». &lt;br /&gt; «Υπό την απειλή ενός γενικευμένου νομισματικού πολέμου και την άρνηση της Κίνας να ανατιμήσει το γουάν, συνεδριάζουν οι G20» , έλεγε η Πανάγου, «την ανησυχία τους εκφράζουν η Ευρπααϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Δ.Ν.Τ και η Παγκόσμια Τράπεζα». &lt;br /&gt;«Δεν τα πήγα καλά», σκεφτόμουν εγώ. «Εμένα μου άρεσε ο Τζιμάκος, ο Πιλαλί, ο Αγγελάκας… δεν έμαθα να κάνω κομπίνες, να λέω άλλα και να κάνω άλλα, δε σπούδασα σε Αμερικανικά κολέγια, δε δουλεύω σε τίποτα Τράπεζες… και τώρα έβλεπα ελικόπτερα να πετάνε έξω απ’ το παράθυρο μου και το ραδιόφωνο έπαιζε το Susie Q των Rolling Stones… άντε γύρευε δηλαδή. Επόμενο ήταν». &lt;br /&gt;«Το θέμα ήταν πως ό,τι έκαναν το έκαναν απροκάλυπτα», είχα γράψει το προηγούμενο βράδυ στον Χουδαλάκη, «θυμηθείτε τους αποχαιρετισμούς στη διαδοχή στο Μαξίμου. Το θέμα ήταν όχι το ότι μας δούλευαν αλλά το ότι αδιαφορούσαν αν το καταλαβαίναμε. Και το θέμα ήταν ότι μάλλον δε μας άξιζε κάτι καλύτερο» κι ο Χουδαλάκης νομίζω συμφώνησε. Συμφώνησε κατά 50% θα μπορούσες να πεις &lt;br /&gt;Όλα αυτά άρχισαν από τότε που εφαρμόστηκε το πενθήμερο, που μας έμενε το Σαββατοκύριακο ελεύθερο να σκεφτόμαστε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8037130248554294979?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8037130248554294979'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8037130248554294979'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/10/greek-statistics.html' title='&quot;Greek statistics&quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8046379280254811811</id><published>2010-10-06T10:37:00.003+03:00</published><updated>2010-10-06T21:09:19.283+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Μίστερ Τζιζ”</title><content type='html'>Σ’ αυτό το πεντάλεπτο της οικονομίας που έχει κάθε μέρα στο ραδιόφωνο, ο Γιώργος Κούρος, ανέφερε για τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων κρατών για τη μύωση των ελλειμμάτων τους, ότι «πλήττουν την καταναλωτική και την επιχειρηματική εμπιστοσύνη, ενώ σε ορισμένες μεγάλες οικονομίες, περιορίζουν και τις δαπάνες των νοικοκυριών»… ότι δηλαδή εσείς δεν το ξέρατε. Είπε ακόμη πως «όπως εκτιμά ο οργανισμός οικονομικής συνεργασίας και ανάπτυξης, η Πορτογαλία θα πρέπει να μείνει προσηλωμένη στο σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής και ενδεχομένως ίσως χρειαστεί να περιορίσει περαιτέρω το έλλειμμα, αν αναζωπυρωθούν οι ισχυρές πιέσεις στις χρηματοοικονομικές αγορές»… είχαν βρει τις κότες που τους έκαναν το χρυσό αυγό, αυτό έλεγε. Τέλος, πως «αυξήθηκαν οι Τραπεζικές χορηγίες προς τις επιχειρήσεις της Ευρωζώνης τον Αύγουστο, μετά από πτώση που σημείωσαν τον Ιούλιο, δίνοντας ώθηση στον γενικότερο δανεισμό του ιδιωτικού τομέα»… προφανώς πρόκειται περί σπορ. Το διαφημιστικό της Εθνικής Τράπεζας επίσης, έλεγε πως «η Εθνική Τράπεζα προχωράει μπροστά ενισχύοντας σημαντικά τα κεφάλαιά της» και ότι «στο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης της Εθνικής οι μέτοχοι μπορούν να συμμετέχουν μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου και μέσω έκδοσης ‘άτοκων ομολογιών, μετατρέψιμων σε μετοχές εντός επτά ημερών», γιατί προφανώς πάλι δε βγαίνανε τα κουκιά. Παρ’ όλα αυτά πίσω απ’ την πληροφόρηση εξακολουθώ να διακρίνω ντιρεκτίβες, που μπορεί οι δημοσιογράφοι να τις χαρακτήριζαν διαρροές, αλλά πες – πες όλα φαίνονται φυσιολογικά στο τέλος, απ’ το να υποθηκεύεις ό,τι έχεις και δεν έχεις στις Τράπεζες, μέχρι του να βάλεις φωτοβολταϊκό στη βεράντα και να λάμπεις σαν Χριστουγεννιάτικο δέντρο. &lt;br /&gt;«Αν πτωχεύαμε τελικώς, θα φεύγαμε απ’ την Ευρωζώνη… κάτι που θα γίνει έτσι κι αλλιώς πιστεύω. Θ’ ακολουθούσαν κι άλλες χώρες, όλες αυτές που έχουν σήμερα πρόβλημα με το έλλειμμα κι αν έφευγαν κι αυτές, κάπως θα συνασπιζόμασταν και θα τα βολεύαμε και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που χαΐρι δεν είδαμε. Τουλάχιστον δε θα ήμασταν μαριονέτες, στα χέρια των δανειστών». Κάτι τέτοια πρεσβεύω και κάνω έξαλλο τον μίστερ Τζιζ, έναν φίλο δημοσιογράφο που τρώμε συχνά - πυκνά μαζί και που ‘χει την εμμονή πως αν φύγουν αυτοί οι ντεσπεράντος που λέω εγώ, θα γυρίσει η Χούντα και όταν λέω τέτοια μου κάνει υποδείξεις: «μη λες αυτό, μη λες εκείνο, κάνει τζιζ», λέει, εξού και το παρατσούκλι… αλλά για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, η Ιρλανδία απέφυγε το Δ.Ν.Τ, υπήρχε δηλαδή τρόπος, πρέπει να υπάρχει πρόθεση για να γίνει αυτό όμως και εδώ φαίνεται σαν να υπάρχει απλώς δόλος. &lt;br /&gt;«Τα δύσκολα που περάσαμε την τελευταία διετία ίσως να τα σκεφτόμαστε στο μέλλον και να τα αναπολούμε σαν τις… παλιές καλές μέρες», γράφει στο βιβλίο του ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Πέερ Στάινμπρουκ . Εξέχον στέλεχος της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς, δεξί χέρι της Ανγκελα Μέρκελ στην προηγούμενη κυβέρνηση του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών- Σοσιαλδημοκρατών (2005-2009), ο Στάινμπρουκ θεωρεί ότι η κρίση χρέους στην ευρωζώ νη απειλεί και αυτό ακόμη το κοινό νόμισμα - λέει δηλαδή αυτό που λέω κι εγώ παραπάνω - και καταλογίζει στην Ανγκελα Μέρκελ μεγάλες ευθύνες επειδή καθυστέρησε πολύ να στηρίξει την Ελλάδα. «Αν η Ευρώπη δεν καταφέρει να εφαρμόσει τους κανόνες που η ίδια έχει θέσει για τα ελλείμματά της, τότε η Ελλάδα ήταν μια πρόγευση γι΄ αυτό που πρόκειται να συμβεί στο ευρώ», ισχυρίζεται. «τον Ιανουάριο του 2009», θυμάται ο Στάινμπρουκ, «αφού ζήτησε τη συμβουλή μου για τους τρόπους μείωσης των ελλειμμάτων, ο Παπανδρέου είπε ότι “δεν ήταν πλέον βέβαιος αν πράγματι επιθυμούσε να κερδίσει τις εκλογές”»… ήταν κάτι δηλαδή περισσότερο από βέβαιο ότι ζούσαμε σ’ έναν παραμυθένιο κόσμο, με Σταχτοπούτες, παπουτσωμένους γάτους και πρίγκιπες, κοντορεβιθούληδες και δεν ξέρω τι άλλο και ως διάπλαση των παίδων πάει καλά, αλλά το να συνεχίζουμε να παραμυθιαζόμαστε ως ενήλικες καταντά πρόβλημα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8046379280254811811?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8046379280254811811'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8046379280254811811'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/10/blog-post.html' title='“Μίστερ Τζιζ”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-995855374157266425</id><published>2010-09-29T07:24:00.004+03:00</published><updated>2010-10-01T13:40:00.395+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Τα παραμύθια της Χαλιμάς</title><content type='html'>Στις 14 Μαΐου 2006 η Σοφία Γιαννακά στο άρθρο της στο ΒΗΜΑ, γράφει κάτι που μοιάζει με παραμύθι: «Η κυρία που άνοιξε την πόρτα την καλωσόρισε στα τουρκικά. Ντυμένη με χαρακτηριστική ενδυμασία από περιοχή της Τουρκίας την αγκάλιασε και τη φίλησε. Με έκπληξη η Γκιουλμπεγιάζ διαπίστωσε ότι ήταν η σύζυγος ενός καθηγητή της από τη Νομική Αθηνών. Στο σπίτι είχαν συγκεντρωθεί και άλλοι καθηγητές της, διακεκριμένοι νομικοί, από το πανεπιστήμιο. Έφτασαν σε λίγο ο πρόεδρος του ΠΑ.ΣΟ.Κ με τη σύζυγό του Αντα και την κόρη τους Μαργαρίτα. Στο τραπέζι η Γκιουλμπεγιάζ προέβαλε τους ίδιους ενδοιασμούς. &lt;br /&gt;«Μην ανησυχείς, θα γίνουν οι επαφές με τη μειονότητα και όλα θα πάνε καλά», τη διαβεβαίωσε ο κ. Παπανδρέου. &lt;br /&gt;Η Γκιουλμπεγιάζ γύρισε την άλλη μέρα, ανήμερα Πρωτομαγιά, στην Ξάνθη με το ΚΤΕΛ, δεν υπήρχαν αεροπορικά εισιτήρια. Το ίδιο απόγευμα της τηλεφώνησαν από τη Χαριλάου Τρικούπη να επιστρέψει στην Αθήνα. Ο κύβος για την υποψηφιότητά της είχε ριφθεί». &lt;br /&gt;Οκτώ μόλις μήνες μετά, στις 28 Ιανουαρίου του 2007, η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία δημοσίευσε τη συνέχεια του παραμυθιού ως εξής: «Μετά τις δημοτικές, τα φώτα της δημοσιότητας έσβησαν για την Γκιουλμπεγιάζ Καραχασάν, το ενδιαφέρον της όμως για τα κοινά ενισχύθηκε, το ίδιο και το ενδιαφέρον των Τούρκων γι' αυτήν. Αυτή τη στιγμή δραστηριοποιείται ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης στην υπερνομαρχία με ιδιαίτερο ζήλο. Καμία σχέση με την άπειρη νεαρή μουσουλμάνα που γνωρίζαμε. Οι φήμες, όμως, στο ΠΑ.ΣΟ.Κ θέλουν τον πρόεδρό του να στρέφει το ενδιαφέρον του σε μία άλλη γυναίκα από τη μειονότητα, τη Σιμπέλ Μουσταφάογλου, αντινομάρχη Ροδόπης με το συνδυασμό του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Είναι γνωστό ότι πριν τη φέρει στο προσκήνιο ο Γ. Παπανδρέου, η Καραχασάν «δεν υπήρχε» για την ηγεσία της μειονότητας της Θράκης, όταν όμως τα ελληνικά τηλεοπτικά δελτία άρχισαν να κάνουν σόου, στήνοντάς την στον τοίχο μέχρι και για τη… γενοκτονία των Ποντίων, τα τουρκικά ΜΜΕ διαπίστωναν ότι πιθανώς… βρήκαν μια ηρωίδα. Έκτοτε, η Καραχασάν δέχεται τουρκική «επίθεση φιλίας», στην οποία δείχνει να ανταποκρίνεται. Ο τούρκος πρόξενος, Αχμέτ Ριζά Ντεμιρέρ (ο οποίος πριν μιλήσει ο Γ. Παπανδρέου γι' αυτήν αγνοούσε την ύπαρξή της) όχι μόνο την προσκαλεί στο προξενείο, αλλά, περνάει και ο ίδιος από το γραφείο της. Τον περασμένο Νοέμβριο παραβρέθηκε στο προξενείο πρώτη φορά στην εκδήλωση για την τουρκική εθνική επέτειο, και έκτοτε το έχει επισκεφθεί τουλάχιστον άλλες δύο φορές. Το επόμενο βήμα προσέγγισης ήταν μία πρόσκληση στην Τουρκία, την οποία δεν είχε επισκεφτεί ποτέ πριν. Σύμφωνα με διπλωματικές και (τουρκικές) δημοσιογραφικές πηγές, τις ημέρες των Χριστουγέννων ταξίδεψε, με άλλα στελέχη της μειονότητας, στην Άγκυρα, ύστερα από πρόσκληση του think tank «ASAM». Εκεί συναντήθηκε με αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών, με τον πρόεδρο του κτηματολογίου και τον πρόεδρο βακουφικών υποθέσεων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν κυρίως για τις βακουφικές περιουσίες στη Θράκη και τα παλιά μουσουλμανικά νεκροταφεία. Εκεί υποστήριξαν ότι… μέχρι και κεντρική πλατεία της Κομοτηνής ανήκει στα ιδρύματα της μειονότητας, καθώς κι ότι εκεί κάποτε υπήρχε μουσουλμανικό νεκροταφείο. Πριν από λίγες μέρες «διέρρευσε» η πληροφορία ότι η Καραχασάν, κατά την παραμονή της στην Άγκυρα, συναντήθηκε με τούρκους αξιωματούχους και στελέχη της ΜΙΤ. Η ίδια, ερωτηθείσα από την «Κ.Ε.», το αρνήθηκε και υποστήριξε ότι βρέθηκε εκεί για «προσωπικές της υποθέσεις». &lt;br /&gt;Δε μπορούσα να πω με βεβαιότητα τι ακριβώς σήμαινε το ότι στις 7 Νοεμβρίου θα πηγαίναμε σε εκλογές, πρώτα – πρώτα δεν ήταν αυτές που ξέραμε ως τώρα, δεν ξέραμε τι ακριβώς αρμοδιότητες θα είχε στο μέλλον ένας κύριος περιφερειάρχης… ή μια υποψήφια δήμαρχος σαν την κυρία Σιμπέλ Μουσταφάογλου, ούτε τι θ’ αντιμετωπίζαμε την επομένη. Και μπορεί για ‘μένα όλα αυτά ν’ αντικατόπτριζαν ένα ζοφερό μέλλον, για την κυβέρνηση όμως ήταν φαίνεται ψιλά γράμματα, γιατί μπορεί η περίπτωση Καραχασάν να έμοιαζε παραμύθι - το κορίτσι απ’ το πουθενά και το γοβάκι - η περίπτωση Μουσταφάογλου όμως ήταν πραγματική και αυτό που λέμε ουκ ανδρός σοφού. Η Μουσταφάογλου γεννήθηκε στην Κομοτηνή όπου και τελείωσε το Λύκειο. Σπούδασε στο Τμήμα Γερμανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Άγκυρας. Τα έτη 1996 και 2002 παρακολούθησε με υποτροφία του Πανεπιστημίου Μονάχου, δύο κύκλους μετεκπαιδευτικών μαθημάτων στην Γερμανία. Από το 1999 είναι ιδιοκτήτρια φροντιστηρίου ξένων γλωσσών στην Κομοτηνή. Εκλέχτηκε Νομαρχιακή Σύμβουλος το 2002 με τον συνδυασμό του Άρη Γιαννακίδη. Από το 2002 έως το 2004 υπήρξε Αντιπρόεδρος Νομαρχιακού Συμβουλίου. Από το 2006 ασκεί καθήκοντα Αντινομάρχη με αρμοδιότητα στα θέματα Παιδείας, Πρόνοιας, Πολιτισμού και Κοινωνικής Πολιτικής. Υπήρξε πρόεδρος του κέντρου πρόληψης κατά των εξαρτησιογόνων ουσιών «ΟΡΦΕΑΣ» στην Κομοτηνή, από το 2005 έως το 2009 και είναι Αντιπρόεδρος του ΔΣ της Νομαρχιακής Επιχείρησης Ανάπτυξης Νομού Ροδόπης. Εκλέχτηκε μέλος της Περιφερειακής Επιτροπής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης του ΠΑ.ΣΟ.Κ, το 2005 όπου ήταν υπεύθυνη του τομέα Παιδείας και μέλος των επιτροπών Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διεθνών Σχέσεων. Έχει συνεργαστεί με το ΙΣΤΑΜΕ σε θέματα μειονότητας. Συμμετείχε εκ μέρους του ΠΑ.ΣΟ.Κ σε σειρά συναντήσεων του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, στις Βρυξέλλες, με θέμα «Σεβασμός στην διαφορετικότητα στις μουσουλμανικές κοινότητες». Προφανώς τα παραπάνω επαινετικά δικαιολογούσαν μια χαρά τις επιλογές του κόμματος μέχρι χθες. Πριν από μερικές ημέρες η φιλόλογος και αντινομάρχης του Νομού Ροδόπης για θέματα Παιδείας, Πολιτισμού και Κοινωνικής Πολιτικής όμως, ανακοίνωσε την υποψηφιότητά της καθώς και την κάθοδο στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές της κίνησης «Πρώτο βήμα για την ισότητα» διεκδικώντας τον Δήμο της Κομοτηνής. &lt;br /&gt;Έτσι στήθηκε το παραμύθι, πώς νομίζατε ότι στήθηκε; Με δαχτυλίδια και φερετζέδες, με συμφωνίες πάνω και κάτω απ’ το τραπέζι, με υπερκοστολογίσεις και μίζες, με μετοχοποιήσεις κρατικών οργανισμών και τις ευλογίες των Lehman brothers και της Goldmansachs… εκχωρήσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων και με λάθος επιλογές… πώς νομίζατε ότι γίνονται αυτά τα πράγματα; Και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Προχθές πάλι, τη μέρα που στρώναμε χαλιά στον εμίρη του Κατάρ, η Μπακογιάννη δήλωσε στον Χατζηνικολάου, ότι είναι έτοιμη, αμέσως μετά τις δημοτικές να ιδρύσει το νέο της κόμμα: «τα προηγούμενα κόμματα απέτυχαν κύριε Χατζηνικολάου, ο κόσμος χρειάζεται κάτι καινούργιο…», δηλαδή δεν τα είχαμε δει όλα και έχετε δίκιο, μπροστά στους σεισμούς που μέλλονταν για να ‘ρθουν, η επικινδυνότητα μιας καθηγήτριας ξένων γλωσσών ωχριούσε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-995855374157266425?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/995855374157266425'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/995855374157266425'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/09/blog-post_29.html' title='Τα παραμύθια της Χαλιμάς'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-967225032137883297</id><published>2010-09-08T12:01:00.000+03:00</published><updated>2010-09-08T12:02:41.245+03:00</updated><title type='text'>"D.B"</title><content type='html'>Τυφλή όραση: βλέποντας τον κόσμο με «άλλα» μάτια&lt;br /&gt;Η οπτική μας αντίληψη σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζεται με την οπτική μας συνείδηση&lt;br /&gt;Γράφει ο ΣΠΥΡΟΣ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗΣ &lt;br /&gt;Ορισμένοι «τυφλοί» μπορούν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, να παρακάμπτουν τα εμπόδια που συναντάνε στον δρόμο τους, να βλέπουν κάποια χρώματα ή και να αναγνωρίζουν τις εκφράσεις ενός προσώπου. Πώς είναι δυνατόν άτομα που υποφέρουν από μερική ή και ολική τύφλωση να είναι ικανά να δημιουργούν μια σχετικά ακριβή εικόνα του εξωτερικού κόσμου; &lt;br /&gt; Η επιβεβαίωση πάντως της ύπαρξης ενός τόσο παράδοξου φαινομένου όπως η «τυφλή όραση», και κυρίως η πρόοδος που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια στην κατανόηση των νευρολογικών της προϋποθέσεων, γεννούν την εύλογη και άκρως ανησυχητική υποψία ότι αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας δεν ταυτίζεται πάντα με ό,τι βλέπουμε συνειδητά. &lt;br /&gt;Οι άνθρωποι που διαθέτουν ένα φυσιολογικό οπτικό σύστημα είναι ικανοί να δημιουργούν μια ακριβή εικόνα του εξωτερικού κόσμου. Πράγματι, ο εγκέφαλός τους, βασιζόμενος στα όσα καταγράφουν τα μάτια τους, μπορεί να κατασκευάζει μια πιστή εσωτερική αναπαράσταση των όσων υπάρχουν ή συμβαίνουν γύρω του. &lt;br /&gt;Αυτή την ικανότητα δημιουργίας πιστών οπτικών παραστάσεων στερούνται, υποτίθεται, όσοι δεν διαθέτουν ένα ακέραιο ή φυσιολογικό οπτικό σύστημα. Ατομα που έχουν απολέσει μέρος ή το σύνολο των οπτικών τους ικανοτήτων έπειτα από ένα ατύχημα ή από κάποια χειρουργική επέμβαση. Μολονότι βολικές, τέτοιες απόλυτες κατηγοριοποιήσεις (ασθενής-υγιής, ικανός να βλέπει-τυφλός) σπανίως περιγράφουν επαρκώς την πραγματικότητα. &lt;br /&gt;Για παράδειγμα, από πολύ καιρό έχει διαπιστωθεί ότι άνθρωποι που έχουν υποστεί κάποια σοβαρή βλάβη του οπτικού τους συστήματος ή ακόμη και οι εκ γενετής τυφλοί μπορούν, ανάλογα με τη σοβαρότητα της βλάβης, να δημιουργούν λιγότερο ή περισσότερο ακριβείς νοητικές εικόνες των αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου. Μάλιστα, ορισμένα εξαιρετικά προικισμένα τυφλά άτομα διαπρέπουν ακόμη και στις εικαστικές τέχνες! &lt;br /&gt;Μας είναι εξαιρετικά δύσκολο ακόμη και να φανταστούμε έναν τυφλό ζωγράφο ή φωτογράφο, αυτό πιθανότατα συμβαίνει επειδή η όραση κυριάρχησε εντέλει πάνω στις άλλες αισθήσεις• κυριαρχία που επιβλήθηκε προοδευτικά, κατά την εξέλιξη των θηλαστικών και κυρίως των πρωτευόντων (στα οποία ανήκουμε και εμείς οι άνθρωποι). Γεγονός που με τη σειρά του εξηγεί επαρκώς τη βαθύτατα ριζωμένη προκατάληψή μας ότι μόνο μέσω των ματιών μας μπορούμε να σχηματίσουμε μια ακριβή εσωτερική αναπαράσταση -δηλαδή μια «πιστή» οπτική εικόνα- του κόσμου που μας περιβάλλει. &lt;br /&gt;Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να καταφύγει κανείς σε τόσο ακραίες και σπάνιες περιπτώσεις αναπλήρωσης οπτικών λειτουργιών για να πεισθεί ότι κάποια άτομα, παρά τις σοβαρές απώλειες των αντίστοιχων οπτικών περιοχών, είναι ικανά να «βλέπουν» υποσυνείδητα ορισμένα οπτικά αντικείμενα. &lt;br /&gt;Ηδη από το 1917, μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις στρατιωτών οι οποίοι, παρά τον τραυματισμό των οπτικών περιοχών του εγκεφαλικού τους φλοιού, παρουσίαζαν κάποιες αξιοπρόσεκτες «υπολειμματικές» οπτικές ικανότητες. Μεταγενέστερες έρευνες επιβεβαίωσαν ότι άτομα με σοβαρά τραύματα στον οπτικό φλοιό διατηρούσαν την αινιγματική ικανότητα να ανιχνεύουν και να αναγνωρίζουν την παρουσία ή την κίνηση ορισμένων αντικειμένων. &lt;br /&gt;Θα χρειαστεί να περάσει, δυστυχώς, μισός και πλέον αιώνας για να πραγματοποιηθούν οι πρώτες συστηματικές και απροκατάληπτες έρευνες για την κατανόηση αυτής της παντελώς ανεξήγητης οπτικής ικανότητας. Αξίζει, μάλιστα, να σημειωθεί ότι αυτή η εξωφρενική καθυστέρηση των σχετικών ερευνών δεν οφείλεται στην έλλειψη κατάλληλων ιατρικών οργάνων για την εκτέλεση πειραμάτων, αλλά πρωτίστως στην ιδεοληπτική εμμονή των ειδικών, οι οποίοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν αυτό που έβλεπαν: τις εμφανείς αλλά απαράδεκτες, σύμφωνα με τα διαγνωστικά και θεωρητικά κριτήρια της εποχής, οπτικές ικανότητες ορισμένων «τυφλών» ασθενών! &lt;br /&gt;Η ανακάλυψη της τυφλής όρασης &lt;br /&gt;Μόνο κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1960 ο πρωτοπόρος νευροφυσιολόγος Λ. Γουάισκραντζ (L. Weiskrantz) και οι μαθητές του στο Πανεπιστήμιο τη Οξφόρδης άρχισαν να ερευνούν σε πειραματόζωα (πιθήκους) τις συνέπειες στην όραση της μερικής ή ολικής χειρουργικής αφαίρεσης οπτικού φλοιού. Ερευνες που επιβεβαίωσαν την ήδη από το 1930 διατυπωμένη εικασία ότι η αφαίρεση ή η καταστροφή του πρωτοταγούς οπτικού φλοιού, δηλαδή της περιοχής V1 του οπτικού φλοιού (βλ. ειδικό πλαίσιο), δεν οδηγεί σε πλήρη τύφλωση των πειραματόζωων αλλά, αντίθετα, αυτά φαίνεται πως διατηρούν ορισμένες οπτικές ικανότητες. Ομως ακόμη και αυτά τα πειραματικά αποτελέσματα δεν έπεισαν την επιστημονική κοινότητα. Παρά τις σαφείς ανατομικές και λειτουργικές ομοιότητες του οπτικού συστήματος των πιθήκων με αυτό των ανθρώπων, οι περισσότεροι ειδικοί επέμεναν στην παραδοσιακή και εσφαλμένη αντίληψη ότι η όραση στον άνθρωπο είναι αδύνατη εφόσον καταστραφεί η περιοχή V1 του πρωτοταγούς οπτικού φλοιού. &lt;br /&gt;Για καλή του τύχη ο Γουάισκραντζ, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, άρχισε να παρακολουθεί έναν ασθενή, παγκοσμίως γνωστό με το ακρωνύμιο D.Β. Από τον εγκέφαλο αυτού του ασθενή είχε αφαιρεθεί χειρουργικά ένα καρκινικό συσσωμάτωμα αγγείων που βρισκόταν στον δεξιό πρωτοταγή οπτικό φλοιό του εγκεφάλου του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί ο D.Β. τυφλός κατά το ήμισυ (ημιανοψία). Μετά την εγχείρηση ο D.Β. δεν έβλεπε κανένα αντικείμενο που βρισκόταν στο αριστερό ημιμόριο του οπτικού του πεδίου, οτιδήποτε υπήρχε στην αριστερή τυφλή περιοχή ήταν γι' αυτόν εντελώς αόρατο. &lt;br /&gt;Παραδόξως όμως, όταν οι ερευνητές έβαζαν το χέρι τους σ' αυτή τη «σκοτεινή ζώνη», ο D.Β. άπλωνε με ακρίβεια το χέρι του για να το πιάσει. Επίσης όταν τοποθετούσαν ένα ραβδί κατακόρυφα ή οριζόντια, και πάλι ο ασθενής ήταν σε θέση να απαντήσει σχετικά με τον προσανατολισμό του ραβδιού. Και μολονότι έδινε σχεδόν πάντα τις σωστές απαντήσεις, ο ίδιος δεν γνώριζε καθόλου ότι απαντούσε σωστά. Με άλλα λόγια δεν είχε καθόλου συνείδηση των οπτικών του ικανοτήτων, μολονότι σαφώς υπήρχαν και, όποτε χρειαζόταν, τις χρησιμοποιούσε με μεγάλη ευχέρεια. &lt;br /&gt;Η συστηματική παρακολούθηση του D.Β. αλλά και άλλων ασθενών με παρόμοιες ικανότητες επέτρεψε στον Γουάισκραντζ και τους συνεργάτες του όχι μόνο να επιβάλουν ως εμπειρικά αυταπόδεικτη την ιδέα της τυφλής όρασης, αλλά και να δείξουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η οπτική ευαισθησία των ασθενών που εκδηλώνουν τυφλή όραση είναι σαφώς μεγαλύτερη από αυτή που εμφανίζουν όσοι βλέπουν φυσιολογικά! Ο όρος τυφλή όραση (Blindsight) επομένως «αναφέρεται στα άτομα εκείνα που, ενώ δηλώνουν ότι δεν αντιλαμβάνονται οπτικά ερεθίσματα, είναι σε θέση να κάνουν διακρίσεις που προϋποθέτουν οπτικές ικανότητες υψηλού επιπέδου», σύμφωνα με τον ορισμό του ίδιου του Γουάισκραντζ. &lt;br /&gt;Υποσυνείδητη όραση &lt;br /&gt;Χάρη στην πολυετή μελέτη ασθενών όπως ο D.Β., η τυφλή όραση έγινε επίσημα αποδεκτή από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Και μολονότι όμως οι δυνατότητες του D.Β. είναι σπάνιες και εντυπωσιακές, δεν είναι σε καμία περίπτωση μοναδικές. Πολλές άλλες έρευνες σε άτομα με σοβαρές βλάβες στον πρωτοταγή οπτικό φλοιό έχουν πλέον καταγραφεί στη σχετική βιβλιογραφία. Η πιο πρόσφατη έρευνα είναι αυτή που δημοσιεύτηκε πριν από έναν μήνα στο περιοδικό «Scientific American». &lt;br /&gt;Πρόκειται για τα αποτελέσματα της πολυετούς έρευνας της γνωστής Ολλανδέζας ερευνήτριας Μπέατρις ντε Γκέλντερ (Beatrice de Gelder), καθηγήτριας Γνωσιακών Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο του Τίλμπουργκ. Στο σχετικό άρθρο παρουσιάζει την περίπτωση του ασθενούς Τ.Ν., μια σπάνια περίπτωση τύφλωσης που προκλήθηκε από δύο απανωτά επεισόδια εγκεφαλικής αποπληξίας. Επεισόδια που δημιούργησαν σοβαρές βλάβες στον ινιακό λοβό του εγκεφάλου: το πρώτο έπληξε τον αριστερό πρωτοταγή οπτικό φλοιό ενώ το δεύτερο, μετά από πέντε εβδομάδες, τον δεξιό οπτικό φλοιό. Τα μάτια του λειτουργούσαν τέλεια, δεδομένου όμως ότι ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός δεν λειτουργούσε, ο Τ.Ν. ήταν πλέον ουσιαστικά τελείως τυφλός. &lt;br /&gt;Παρ' όλα αυτά, όπως διαπίστωσαν έκπληκτοι η Ντε Γκέλντερ και οι συνεργάτες της, ο ασθενής επιδείκνυε εντυπωσιακές ικανότητες τυφλής όρασης. Οπως περιγράφει με μεγάλο ενθουσιασμό η ίδια στο σχετικό άρθρο της, «το βίντεο που γυρίσαμε με τους συνεργάτες μου είναι εντυπωσιακό. Ο τυφλός ασθενής περπατούσε σε έναν μακρύ διάδρομο στον οποίο υπήρχαν κιβώτια, καρέκλες και άλλα έπιπλα γραφείου. Ο ασθενής, που τον αποκαλούμε Τ.Ν., δεν γνώριζε ότι στον διάδρομο είχαν τοποθετηθεί σκοπίμως όλα αυτά τα εμπόδια, και παρ' όλα αυτά τα αποφεύγει όλα. Περνά ανάμεσα σε ένα καλάθι αχρήστων και τον τοίχο, και παρακάμπτει έναν τρίποδα φωτογραφικής μηχανής, χωρίς να συνειδητοποιεί καθόλου όλους αυτούς τους ελιγμούς και τις ειδικές μανούβρες που ήταν αναγκασμένος να κάνει». &lt;br /&gt;Ο άνετος και αποτελεσματικός τρόπος με τον οποίο ελίσσεται ο Τ.Ν, σύμφωνα με τη συγγραφέα, «είναι πιθανόν η πιο εντυπωσιακή απόδειξη τυφλής όρασης που έχει ποτέ αναφερθεί στη σχετική βιβλιογραφία». Και όπως επισημαίνει, ο τρόπος που κινείται ο Τ.Ν. κατά μήκος του διαδρόμου θυμίζει κάπως την υπνοβασία. &lt;br /&gt;Και σ' αυτή την περίπτωση επιβεβαιώνεται ότι άνθρωποι εν μέρει ή εξ ολοκλήρου τυφλοί είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται μια σειρά από οπτικά αντικείμενα: απλά σχήματα, χρώματα, προσανατολισμό και κινήσεις αντικειμένων, ακόμη και τις συναισθηματικές εκφράσεις ενός προσώπου, χωρίς όμως να αναγνωρίζουν αυτό το πρόσωπο ή το φύλο του. &lt;br /&gt;Πώς όμως εξηγείται αυτή η μυστηριώδης αντιληπτική ικανότητα; Και ποιοι είναι οι εγκεφαλικοί μηχανισμοί που επιτρέπουν αυτή την «αόμματη» όραση; Για την ώρα δεν υπάρχουν ακόμη οριστικές απαντήσεις σ' αυτά τα ερωτήματα. &lt;br /&gt;Το βέβαιο είναι ότι η ασφαλής και απρόσκοπτη κίνηση στον χώρο αποτελεί ζωτική ανάγκη για κάθε έμβυο οργανισμό. Δεν θα εκπλαγούμε καθόλου αν από νέες έρευνες επιβεβαιωθεί ότι, όπως όλα δείχνουν, το κεντρικό νευρικό σύστημα των πιο εξελιγμένων πρωτευόντων διαθέτει και δευτερεύοντα εγκεφαλικά συστήματα προσανατολισμού και ασφαλούς μετακίνησης στον χώρο ακόμη και όταν ο πρωτοταγής οπτικός φλοιός και η συνειδητή όραση που σχετίζεται στενά με αυτόν δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. &lt;br /&gt;Υπόθεση η οποία ενισχύεται και από πλήθος νευροβιολογικών ανακαλύψεων σχετικών με τη δομή και την οργάνωση του οπτικού φλοιού στα πρωτεύοντα και ειδικότερα στον άνθρωπο. Πράγματι, οι οπτικές πληροφορίες που συλλέγουν οι οφθαλμοί διαβιβάζονται μέσω του οπτικού νεύρου στον οπτικό φλοιό, αφού υποστούν αρκετή επεξεργασία σε ενδιάμεσους σταθμούς (βλ. ειδικό πλαίσιο). &lt;br /&gt;Κοντολογίς, σύμφωνα με την ερμηνεία των πειραματικών δεδομένων που έχει προτείνει ο Γουάισκραντζ, οι οπτικές πληροφορίες στην πορεία τους από τα μάτια προς τον οπτικό φλοιό χωρίζονται σε δύο ρεύματα που ακολουθούν δύο διαφορετικές οδούς: μία εξελικτικά αρχαιότερη, η οποία πηγαίνει από τα μάτια προς το άνω διδύμιο, που βρίσκεται στο εγκεφαλικό στέλεχος, και από εκεί καταλήγει στον κροταφικό λοβό. Αυτή η οπτική οδός διαμορφώνει μια πρώτη, ταχύτατη αλλά ασαφή αντίληψη των οπτικών αντικειμένων. Και μια δεύτερη οδό, πιο πρόσφατη εξελικτικά, και ταυτόχρονα πολύ πιο περίπλοκη και χρονοβόρα, που πηγαίνει από τα μάτια στον έξω γονατώδη πυρήνα και από εκεί καταλήγει στον οπτικό εγκέφαλο, όπου οι πληροφορίες υφίστανται λεπτομερή επεξεργασία και ανάλυση από περίπου τριάντα διαφορετικές οπτικές περιοχές, κάθε μία εξειδικευμένη σε κάποιο οπτικό γνώρισμα. &lt;br /&gt;Οταν η νεότερη εξελικτικά και πολυπλοκότερη λειτουργικά οπτική οδός αποσυνδεθεί ή καταστραφεί -από κάποια βλάβη ή από χειρουργική επέμβαση- τότε η μόνη οπτική οδός που απομένει στον εγκέφαλό μας είναι η εξελικτικά αρχαιότερη, ταχύτερη αλλά και πιο ατελής οπτική οδός. Αυτή η ιδιοφυής και αρκετά τολμηρή ερμηνεία των διαθέσιμων παρατηρησιακών δεδομένων έχει μια πολύ σημαντική συνέπεια για την ανθρώπινη αυτογνωσία. &lt;br /&gt;Αν ισχύει, τότε η συνειδητή όραση (τι είναι αυτό που βλέπω) αφορά αποκλειστικά τη λειτουργία της νεότερης οπτικής οδού. Ενώ η αρχαιότερη εξελικτικά οπτική οδός είναι καταδικασμένη να παραμένει τυφλή (βλέπω κάτι αλλά δεν ξέρω τι). Με άλλα λόγια η τυφλή όραση είναι το προϊόν της ενεργοποίησης του εξελικτικά αρχαιότερου οπτικού μας εγκεφάλου! &lt;br /&gt;Επειδή δεν βλέπουμε με τα... μάτια μας&lt;br /&gt;Το ευτυχές γεγονός ότι η λειτουργία της όρασης μοιάζει απολύτως φυσική και σχεδόν αυτόματη αποτέλεσε και ενδεχομένως εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο για να αναγνωρίσουμε την απίστευτη πολυπλοκότητά της. &lt;br /&gt;Φαίνεται αρκετά εύκολο: απλώς ανοίγουμε τα μάτια μας και όλος ο πλούσιος κόσμος από χρώματα, σχήματα και μορφές εισέρχεται και καταγράφεται μέσα στον εγκέφαλό μας, χωρίς καμία προσπάθεια. &lt;br /&gt;Για τη σύγχρονη νευροεπιστήμη, η όραση δεν είναι καθόλου η παθητική αισθητηριακή καταγραφή του κόσμου που μας περιβάλλει. Αντίθετα πρόκειται για μια απίστευτα πολύπλοκη εγκεφαλική-νοητική διεργασία που μας επιτρέπει να γνωρίζουμε τον κόσμο. Ο οπτικός μας εγκέφαλος δεν καταγράφει παθητικά σαν φωτογραφική μηχανή τις δισδιάστατες εικόνες που φτάνουν σε αυτόν από τον αμφιβληστροειδή χιτώνα των ματιών, αλλά κατασκευάζει ενεργητικά τον πλούσιο τρισδιάστατο κόσμο που εντέλει «βλέπει». &lt;br /&gt;Αλλά και ο ίδιος ο οπτικός εγκέφαλος, που καλύπτει τους δύο ινιακούς λοβούς στο πίσω μέρος του εγκεφάλου, δεν αποτελεί μια ενιαία δομή (βλ. εικόνα), αλλά χωρίζεται σε πολλά επιμέρους διαμερίσματα, καθένα από τα οποία είναι εξειδικευμένο στην ανάλυση και επεξεργασία μιας ορισμένης ιδιότητας των οπτικών πληροφοριών. &lt;br /&gt;Τα οπτικά σήματα που ταξιδεύουν από τα μάτια στον οπτικό εγκέφαλο εισέρχονται σε αυτόν μέσω της κύριας πύλης που ονομάζεται πρωτοταγής ή ταινιωτός οπτικός φλοιός (V1). Από εκεί τα οπτικά σήματα, αφού υποστούν μια πρώτη επεξεργασία, διανέμονται στα εξωταινιωτικά διαμερίσματα που βρίσκονται γύρω από αυτόν (περιοχές V2 - V5) και τα οποία εξειδικεύονται στην ανάλυση μεμονωμένων χαρακτηριστικών της οπτικής σκηνής (χρώμα, μορφή, κίνηση του ορατού αντικειμένου).&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-967225032137883297?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/967225032137883297'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/967225032137883297'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/09/db.html' title='&quot;D.B&quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-4202961674397939626</id><published>2010-07-01T09:49:00.002+03:00</published><updated>2010-07-01T09:52:45.603+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>“Desperado”</title><content type='html'>Το πιάνο έκανε ένα παράταιρο γκλιν – γκλονγκ. Τα μάτια όλων στράφηκαν στην πόρτα, εκεί που στεκόταν εκείνος ο άντρας. Η κοψιά του και μόνο σου έκοβε το αίμα, στο βλέμμα του φώλιαζε ο θάνατος. Αυτός έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Πάνω απ‘ τη ζώνη του πρόβαλαν οι λαβές από δυο σαρανταπεντάρια. Για ένα ατέλειωτο λεπτό όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Μετά εκείνος σωριάστηκε με τα μούτρα στο πάτωμα, μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη. &lt;br /&gt;Τα φώτα άναψαν κι έκανε διάλειμμα.      &lt;br /&gt;Σου άρεσε πολύ ο Μπαντέρας, το ήξερα, σου το ‘χα κόψει μαχαίρι όμως όταν μου τα ‘ριχνες. Εσύ σήκωνες απλώς τους ώμους και δεν έτρεχε τίποτα. &lt;br /&gt;Έκανε χοντρό κρύο στο Σικάγο την πρώτη χρονιά που πήγες, πήρες όμως εκείνα τα μαξιλαράκια για τα αφτιά κι εντάξει, την έβγαλες. &lt;br /&gt;Σου άρεσε πολύ το Μπελίζε και το Κίγουεστ, απέναντι απ’ το Μαϊάμι, έφερνες χόρτο μ’ εκείνον τον Τζαμαϊκανό… που δε θυμάμαι τώρα πώς τον έλεγαν. &lt;br /&gt; «Πέθανε», μου είπες ο φίλος σου ο Μαρκ, στον ύπνο του, πριν ένα χρόνο που μιλήσαμε. Έτσι απλά, σαν να ήξερες πως κάπως έτσι θα τέλειωνες. &lt;br /&gt;Και προχθές αυτό το τηλεφώνημα…     &lt;br /&gt;Αν είχε γίνει πριν από χρόνια θα σ’ έβριζα. Τώρα νομίζω πως καταλαβαίνω. Δε γινότανε αλλιώς και μάλλον το περίμενα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-4202961674397939626?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4202961674397939626'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/4202961674397939626'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/07/desperado.html' title='“Desperado”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-645742297478294006</id><published>2010-06-27T11:50:00.003+03:00</published><updated>2010-06-28T21:30:55.941+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Εγγλέζικη ομίχλη</title><content type='html'>Οι ασετυλίνες ήταν στεφανωμένες μ’ αυτό το πέπλο, διαχέονταν μέσα στο σύννεφο και κανένα αυτοκίνητο δεν πέρναγε απ’ το σημείο. Ήταν σαν ο κόσμος να τέλειωνε εκεί, ή ακόμη χειρότερα σαν αυτό το πράγμα να προχώραγε, κατατρώγοντας τα πάντα στο πέρασμά του. «Αν στεκόταν εκεί…», αλλά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, μέχρι που χάθηκε κι ο ίδιος μέσα στο σύννεφο. &lt;br /&gt; «Λένε πως όταν η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα σε δύο ρεύματα που έρχονται σ’ επαφή είναι μεγάλη, τα υδροσταγονίδια αιωρούνται, μένοντας περισσότερο απ’ όσο θα ‘πρεπε στην ατμόσφαιρα, δημιουργώντας έτσι το φαινόμενο της ομίχλης. Είναι κάπως εκλαϊκευμένο αυτό τώρα, όποια εξήγηση και να δώσει όμως κανείς…». &lt;br /&gt;Αυτό ήταν το τελευταίο λογικό πράγμα που μπόρεσε να σκεφτεί.  &lt;br /&gt;Έμεινε ακίνητος. Ένοιωσε το πρόσωπο και τα ρούχα του να μουσκεύουν, κάτι δροσερό και συνάμα αποπνικτικό που τον άγγιζε, ο αέρας λιγόστεψε απότομα. Μετά, σιγά – σιγά οι ήχοι της νύχτας έσβησαν, έχασε τον προσανατολισμό του, είχε κάνει ας πούμε ένα βήμα στο τίποτα, σ’ έναν διαφορετικό κόσμο. &lt;br /&gt;Έβλεπε αμυδρά τα χέρια του που είχαν απλωθεί μπροστά, πασπατεύοντας αυτόν τον αόρατο κίνδυνο, ενώ το μυαλό του κατέβαζε ένα σωρό απαίσιες ιδέες: «δε συμβαίνει τίποτα», έλεγε προσπαθώντας να καθησυχάσει τον εαυτό του, «δεν υπάρχουν φαντάσματα, ζόμπι, όλα αυτά που λένε είναι βλακείες, βλακείες που σκέφτονται όλοι αυτοί οι ανόητοι»… αλλά δεν πολυπίστευε κι εκείνα που έλεγε. Ούτε ο sir Arthur Conan Doyle ήταν ανόητος βέβαια. &lt;br /&gt;«Αν πάω πίσω, αν κάνω μεταβολή κανονικά θα πέσω πάνω στο αυτοκίνητο. Θα περιμένω μέχρι να διαλυθεί αυτός ο διάολος». &lt;br /&gt;Έκανε μεταβολή. Πολύ προσεκτικά άρχισε να περπατάει προς εκεί που πίστευε πως ήταν το αυτοκίνητο. Αλλά στην ομίχλη, χάνει τον προσανατολισμό του κανείς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-645742297478294006?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/645742297478294006'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/645742297478294006'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/06/blog-post_27.html' title='Εγγλέζικη ομίχλη'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7967725741078850385</id><published>2010-06-23T19:44:00.003+03:00</published><updated>2010-06-24T18:49:52.037+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Οι αρουραίοι</title><content type='html'>Πηγαινοέρχονταν. &lt;br /&gt;Σε σημείο να μη ξέρεις ποιος ήταν ο πραγματικός ιδιοκτήτης – ήξερες δηλαδή, απλώς δεν έλεγες να το παραδεχτείς. Κακώς, πολύ κακώς, αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα παραβλέπει κανείς. &lt;br /&gt;Θα έρθει κάποια κυρία απ’ το χωριό και θα τα βάλει όλα σε τάξη, σου είχε υποσχεθεί ο μεσίτης. Δεν έπρεπε να εμπιστευτείς τον μεσίτη, έπρεπε να σηκωθείς και να φύγεις, αμέσως, με το που είδες το σπίτι έπρεπε να τσακιστείς και να φύγεις. &lt;br /&gt;Αλλά σε μάγεψε. &lt;br /&gt;Σε μάγεψαν τα βαριά δοκάρια της στέγης, τα πατζούρια στα παράθυρα, οι πόρτες, οι σκάλες και τα σκουρόχρωμα πατώματα… ναι, όλα αυτά ήταν υπέροχα – κάποτε. Κι η αλήθεια είναι πως την πρώτη φορά ήταν όλα πολύ ήσυχα, σαν να μην είχε ζήσει ποτέ κανείς πριν εκεί, σαν να ‘χε χτιστεί και να σε περίμενε. &lt;br /&gt;Είναι εξαιρετικό σπίτι, έλεγε ο μεσίτης δείχνοντας σου ένα – ένα τα δωμάτια, ξεκλειδώνοντας μία – μία τις θεόρατες πόρτες και ξαμπαρώνοντας τα παράθυρα. Όταν ανοίξετε θα ξεμυρίσει αμέσως, είναι τόσα χρόνια κλειστό, καταλαβαίνετε… θα σας αρέσει πολύ, φαίνεστε άνθρωπος με καλό γούστο… και επιτρέψτε μου, αυτό το σπίτι είναι σαν να φτιάχτηκε για ‘σας. &lt;br /&gt;     Προσπαθούσε να σε τουμπάρει, ήταν φανερό. Προσπαθούσε να σου φορτώσει αυτό το αχούρι – γιατί για τέτοιο επρόκειτο – αλλά εσένα σ’ είχε μαγέψει η αρχιτεκτονική, η ησυχία, η αρχοντιά που απέπνεε, ήσουν πάντα ένας ματαιόδοξος… κι αυτό το αχούρι σου ταίριαζε γάντι, ήταν αλήθεια. &lt;br /&gt;Εδώ θα μπορούσες να καλείς τους φίλους σου, όλα αυτά τα ξιπασμένα αποβράσματα που ‘κανες παρέα, να στέκεσαι μπροστά στο τζάκι με ένα ποτήρι μπράντι στο χέρι και να τους μαγνητίζεις με τις φανφάρες σου, ναι, πραγματικά αυτό το αχούρι σου ταίριαζε.  &lt;br /&gt;Ζητάει όμως πολλά, το σπίτι είναι σε άθλια κατάσταση, είπες σε μια στιγμή για να ρίξεις την τιμή, είναι ν’ απορεί κανείς που στέκεται όρθιο, η σκάλα είναι ετοιμόρροπη κι αν δεν προσέξεις μπορείς να τσακιστείς, να, ορίστε, η κουπαστή, λίγο θέλει να φύγει απ’ τον τοίχο. &lt;br /&gt;Θα τα βρούμε με την τιμή, είπε ο μεσίτης που δεν ήθελε να χάσει τον μόνο ανόητο που ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό το κελεπούρι. Θα μεσολαβήσω προσωπικά και σας υπόσχομαι πως αφού κάνουμε τα απαραίτητα θα μ’ ευγνωμονείτε που επέμεινα, θέλει ένα βαψιματάκι, ένα λάδωμα οι πόρτες, ένα ξεσκόνισμα, να, κοιτάξτε, πείτε μου, έχετε ξαναδεί τέτοια έπιπλα;    &lt;br /&gt;Δεν σε έλεγαν τυχαία “αρουραίο”, σιγά που θα τσίμπαγες. Έκανες τον αδιάφορο, η κρεβατοκάμαρα δεν έχει ντουλάπες, η κουζίνα αμφέβαλες αν δούλευε, η θέρμανση ήταν ανύπαρκτη, όχι, όχι, μόνο ένας τρελός θα ήθελε να μείνει εδώ… εκτός… &lt;br /&gt;Εκτός τι; Ρώτησε ο μεσίτης βλέποντας πως είχε ακόμα ελπίδα, πείτε μου και θα δω τι μπορώ να κάνω, αν είναι πολλά τα χρήματα, σας κατεβάζω αυτή τη στιγμή… να πούμε πεντακόσια ευρώ; &lt;br /&gt;Δεν έχει που να καθίσει κανείς, είπες και πέρασες το δάκτυλο πάνω απ’ τη σκόνη, πεντακόσια ευρώ φίλε μου θέλει μόνο η γυναίκα που θα ξεσκονίσει αυτά τα έπιπλα, θα το σκεφτόμουν… αν ήταν χίλια πεντακόσια, αλλά δε θα συμφωνεί φαντάζομαι ο πελάτης σας. &lt;br /&gt;Ο πελάτης μου ενδιαφέρεται να συντηρηθεί το σπίτι, θα συμφωνήσει… θα προσπαθήσω να τον πείσω δηλαδή για χίλια ευρώ κάτω στην αρχική τιμή. &lt;br /&gt;Ας μη χάνουμε τότε την ώρα μας, είπες εσύ παίζοντας το τελευταίο σου χαρτί, θα μπορούσε να είναι συμπαθητικό σπίτι, αλλά είναι πολλά, πάρα πολλά, αν λάβει κανείς υπόψη του το κόστος της συντήρησης, τον χρόνο και τη σκοτούρα τελικά, σας ευχαριστώ πάντως. &lt;br /&gt;Έστω, έκανε ο μεσίτης, χίλια πεντακόσια κάτω αλλά τα έξοδα της επισκευής δικά σας. &lt;br /&gt;Θα συμφωνούσαμε, αν δεν ζητούσατε εγγύηση… μα πού ακούστηκε να θέλει κι αυτός εγγύηση για ένα τέτοιο πράγμα;   &lt;br /&gt;Να δώσουμε λοιπόν τα χέρια, πρότεινε τότε ο μεσίτης, ελπίζοντας να περισώσει κάτι απ’ αυτή τη διαπραγμάτευση. &lt;br /&gt;Ωραία λοιπόν, είπες αλλά πήρες το χέρι πίσω την τελευταία στιγμή, αλλά και πάλι είναι πολλά, θ’ αρχίσω να σας πληρώνω απ’ τον μεθεπόμενο μήνα, θα πάρει τουλάχιστον δυο μήνες για να μπορεί να εγκατασταθεί κάποιος εδώ, δε συμφωνείτε; &lt;br /&gt;Με συγχωρείτε, είπε ο άλλος, τι δουλειά ακριβώς κάνετε; &lt;br /&gt;Μεσίτης. Νοικιάζω παλιά σπίτια, τα επιδιορθώνω και τα προωθώ στη συνέχεια στην αγορά. Κι αν με βοηθήσετε θα έχετε κι εσείς κάτι, το νόμιμο δηλαδή. &lt;br /&gt;Τώρα ήταν το πρώτο βράδυ που θα ‘μενε εκεί. Το σπίτι δεν μπορούσες να πεις πως είχε αποκτήσει την προηγούμενη λάμψη του, ήταν όμως καθαρό, είχε ξεμυρίσει και μπορούσε να κοιμηθεί κάποιος εκεί, άνετα. &lt;br /&gt;Ήταν περασμένες δώδεκα όταν σήκωσε το κεφάλι απ’ τους λογαριασμούς που έκανε. Άφησε τα χαρτιά του στο τραπέζι και πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Το κρεβάτι ήταν καινούργιο, θα έκανε ένα τέλειο ύπνο και αύριο… &lt;br /&gt;Άκουσε τα ποντίκια που έτρεχαν στην οροφή. Τον ανατρίχιαζε η ιδέα, αλλά ήταν μόνο μια νύχτα. Την επομένη θα έρχονταν οι πελάτες, ένα ζευγάρι που ήθελε κάτι καλοκαμωμένο, κάτι σε Βικτωριανό στυλ. Θα ξετρελαίνονταν. &lt;br /&gt;Το ζευγάρι άνοιξε την πόρτα με τη βοήθεια της αστυνομίας και της γυναίκας που ‘χε καθαρίσει το σπίτι, τους είπε μάλιστα πως ήταν γεμάτο ποντίκια. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό, τον βρήκαν σχεδόν χωρίς πρόσωπο. Οι “ιδιοκτήτες” δε θέλανε να πουληθεί.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7967725741078850385?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7967725741078850385'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7967725741078850385'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/06/blog-post_23.html' title='Οι αρουραίοι'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-1770772084190930545</id><published>2010-06-10T14:41:00.003+03:00</published><updated>2010-06-11T15:52:47.664+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>... για μια Ελένη</title><content type='html'>Ο άντρας μέτρησε πέντε διαφορετικά χέρια να χουφτώνουν τον σωλήνα πάνω και κάτω απ’ το δικό του και ένα δυνατό σπρώξιμο καθώς το τρένο κύλησε πάλι στις ράγες. Ήταν τόσο στενά που είχε την αίσθηση πως ο αέρας τελείωνε. &lt;br /&gt;Το τρένο έτρεχε τώρα, ασθμαίνοντας και στριγκλίζοντας, διασχίζοντας τα σκοτεινά τούνελ. Ένοιωσε το σώμα των επιβατών να αναδεύεται, σαν όλοι μαζί ν’ αποτελούσαν ένα κοινό σώμα, ένα τέρας με δεκάδες χέρια και πόδια, όλους αυτούς τους άγνωστους ν’ ανασαίνουν  μαζί, να ιδρώνουν και να σπρώχνονται.  &lt;br /&gt;«Κυρίες και κύριοι» άκουσε μια φωνή κάπου δίπλα του, «την προσοχή σας παρακαλώ. Ζητώ τη βοήθειά σας, να, ορίστε τα χαρτιά. Η γυναίκα μου κύριοι, η γυναίκα μου είναι ψυχασθενής, έχει αποπειραθεί πολλές φορές ν’ αυτοκτονήσει, κύριοι. Χρειάζεται γιατρούς, φάρμακα… καταλαβαίνετε, δεν μπορώ να την αφήσω να χαθεί κύριοι, ό,τι προαιρείστε κύριοι… ευχαριστώ». &lt;br /&gt;Το σώμα των επιβατών αναδεύτηκε πάλι, είδε ένα χέρι ν’ απλώνεται κι ύστερα ένα άλλο."Ευχαριστώ κύριοι» είπε η φωνή από την άλλη μεριά τώρα, «ο Θεός να σας έχει καλά κύριοι». &lt;br /&gt;Ένοιωσε έναν αγκώνα να χώνεται στο πλευρό του, κάποιος τον πίεζε από πίσω, ένα πόδι πατούσε το δικό του, ένα φτηνό άρωμα, μια ανάσα που μύριζε σκόρδο, όλα αυτά μαζί και μια γυναικεία φωνή που ικέτευε: «συγγνώμη, να κατέβω». Άκουσε το καμπανάκι του τρένου. Ο συρμός έκοψε ταχύτητα και το τρένο μπήκε στον επόμενο σταθμό. &lt;br /&gt;Οι πόρτες ξανάνοιξαν ξεφυσώντας, το σπρώξιμο χαλάρωσε και το βαγόνι σχεδόν άδειασε. Ο άντρας είδε μια θέση στα δεξιά του κι έσπευσε να καθίσει. Οι πόρτες ξανάκλεισαν κι αυτός αναστέναξε κι έκλεισε τα μάτια του. Είχε ακόμα αρκετό δρόμο. &lt;br /&gt;Στην τουαλέτα του σταθμού ο άνθρωπος που γύρευε βοήθεια ξεσκαρτάρισε τη λεία του. Ένα μαύρο, ακριβό πορτοφόλι. Πήρε τα χαρτονομίσματα και τα ‘χωσε στην τσέπη του δίχως να τα μετρήσει. Υπήρχε ακόμα η ταυτότητα του κατόχου, δυό πιστωτικές κάρτες, κάποια διπλωμένα χαρτιά, ένας λογαριασμός και μια φωτογραφία. Έμεινε για λίγο ακίνητος κοιτάζοντας τη γυναίκα της φωτογραφίας. Μετά γύρισε την ταυτότητα απ’ την άλλη και διάβασε τη διεύθυνση. &lt;br /&gt;Χτυπούσε για τρίτη φορά το κουδούνι. Του φάνηκε πως άκουσε βήματα. Ίσιωσε την πλάτη του και περίμενε. Η πόρτα άνοιξε, όσο της επέτρεπε η αλυσίδα. Ένα γυναικείο πρόσωπο τον κοίταζε, με σβησμένα σχεδόν μάτια.  &lt;br /&gt;«Ελένη» είπε. «Εγώ είμαι, βρήκα αυτό το πορτοφόλι… πρέπει να είναι του άντρα σου». &lt;br /&gt;Η γυναίκα τον κοίταξε αδιάφορα, σαν να μη τον αναγνώριζε. Αυτός έκανε να επαναλάβει τη φράση του όταν η πόρτα έκλεισε δυνατά. Για κάποια δευτερόλεπτα υπήρξε σιωπή. Μετά άκουσε το θόρυβο της αλυσίδας κι η πόρτα ξανάνοιξε. Η  γυναίκα την άφησε να χάσκει και χωρίς να πει τίποτα γύρισε κι απομακρύνθηκε. Εκείνος την ακολούθησε. &lt;br /&gt;«Ώστε τώρα ζεις μόνη…» είπε. &lt;br /&gt;Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. Έδειχνε άρρωστη, ήταν χλωμή, αδύνατη, σαν να ‘χε να κοιμηθεί μέρες. Του φάνηκε πως γύριζε τη γλώσσα της σαν να προσπαθούσε κάτι να πει μα εκείνη δεν έβγαλε λέξη. &lt;br /&gt;«Πόσα χρόνια,ε; Κι αυτή η σύμπτωση» είπε αυτός. &lt;br /&gt;«Τι θες από ‘μένα;» ρώτησε εκείνη. «Σου είπα πως με παράτησε, δεν ξέρω πού βρίσκεται… δεν μ’ ενδιαφέρει να ξέρω, δεν μ’ ενδιαφέρει τίποτα». &lt;br /&gt;«Είσαι πολύ αδύνατη, πρέπει να σε δει κάποιος γιατρός, δεν γίνεται να ζεις σ’ αυτήν την κατάσταση». &lt;br /&gt;«Σου είπα δεν μ’ ενδιαφέρει, τίποτα δεν μ’ ενδιαφέρει». &lt;br /&gt;«Έχεις χρήματα; Χρειάζεσαι κάτι; Θες να σου ψωνίσω κάτι;» &lt;br /&gt;«Θέλω να φύγεις και να με παρατήσεις ήσυχη, δεν έχω ανάγκη από τίποτα». &lt;br /&gt;Εκείνος έριξε μια ματιά τριγύρω, στην ακαταστασία, παντού. Άνοιξε το ψυγείο. Μύριζε από κάτι χαλασμένο. &lt;br /&gt;«Τι κάνεις εκεί;», ούρλιαξε υστερικά η γυναίκα, «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;» &lt;br /&gt;Την άρπαξε απ’ τους ώμους: «Ελένη, για όνομα του Θεού, εγώ είμαι». Εκείνη ξέσπασε σε κλάματα. &lt;br /&gt;«Η σύζυγός σας χρειάζεται βοήθεια», είπε ο γιατρός βγάζοντας τα γυαλιά του, «συμπαράσταση. Θα της γράψω κάποια ηρεμιστικά αλλά κυρίως χρειάζεται τη φροντίδα σας, ίσως χρειαστεί ν’ αλλάξετε περιβάλλον, να πάτε για ένα μεγάλο διάστημα διακοπές. Έχετε κάποιο ταμείο;» &lt;br /&gt;«Θα κάνω ό,τι μου πείτε γιατρέ», είπε εκείνος. «Την αγαπάω πολύ τη γυναίκα μου». &lt;br /&gt;Ο γιατρός έριξε μια ματιά στη γυναίκα που είχε βυθίσει τα μάτια της στο κενό, σαν να μη βρισκόταν εκεί, «οι θεραπείες αυτές κοστίζουν» είπε, «θα χρειαστούν πολλά χρήματα». &lt;br /&gt;«Μη σας απασχολεί αυτό γιατρέ» είπε ο πορτοφολάς, «λεφτά υπάρχουν».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-1770772084190930545?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1770772084190930545'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1770772084190930545'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/06/blog-post.html' title='... για μια Ελένη'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3245368147290497429</id><published>2010-05-31T12:22:00.005+03:00</published><updated>2010-05-31T12:48:47.978+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>Brazil</title><content type='html'>Όποια εικόνα και να φέρει στο μυαλό του για το μέλλον κανείς, εκείνη τείνει να ‘ναι πάντα σχεδόν, εφιαλτική. Υπάρχει πάντα βέβαια η περίπτωση να διαψευστεί.&lt;br /&gt;Το ντεκόρ είναι όπως φαντάζεται κανείς τη Μπραζίλ, όπως θα είναι το Χονγκ – Κονγκ του μέλλοντος, δεν καταλαβαίνεις αν όσα συμβαίνουν , γίνονται μέσα ή έξω, αν πρόκειται για πραγματικότητα ή όνειρο. Είναι μέρα, η ατμόσφαιρα όμως είναι μονίμως νυχτερινή.&lt;br /&gt;Βλέπουμε σαν από τηλεοράσεως, από το μόνιτορ μιας κάμερας έναν παρουσιαστή που παραληρεί αφηγούμενος τα περί εγκληματικότητας. Πλάνα από επεισόδια τρέχουν παράλληλα, μασκοφόροι που σπάζουν ό,τι βρουν, που πυρπολούν αυτοκίνητα και κάνουν πλιάτσικο. Μετά λέει πως θα πάμε για διαφημίσεις και στη συνέχεια τον βλέπουμε να κατηφορίζει μια στοά, σαν την είσοδο ενός παρκινγκ. Εκεί τον περιμένει ένας νεαρός κι ο παρουσιαστής του βάζει στο χέρι κάποια λεφτά: «άργησα», του λέει ενώ μασάει ένα σάντουιτς. Ο άλλος τσεπώνει τα λεφτά και δε λέει λέξη. Αργότερα βλέπουμε τον νεαρό να προβάρει πάνω απ’ τα ρούχα ένα κόκκινο μπόξερ. Έξω βρέχει ήδη, τα νερά κυλάνε στη βιτρίνα του καταστήματος. Πίσω απ’ το χοντρό τζάμι, στον δρόμο, κυκλοφορούν βιαστικές, παραμορφωμένες φιγούρες.&lt;br /&gt;Βλέπουμε κάποιον που πλησιάζει έναν άλλον νεαρό και τον πιάνει απ’ το μπράτσο. Κάτι τον ρωτάει αλλά τόσο σιγά που δεν ακούμε τι. Ακούμε όμως την απάντηση, τον άλλο νεαρό που λέει: «μπορείς να τον περιμένεις μέσα», και τους βλέπουμε που μπαίνουν σε μια στοά. Η στοά είναι σαν πολυεθνική μικροπωλητών, Κινέζοι, Αφρικανοί, Άραβες, γεμάτη φωνές που διαλαλούν αλλοπρόσαλλες πραμάτειες... μουσικές... νόμιμες ή παράνομες συναλλαγές που γίνονται σ’ όλες τις γλώσσες.&lt;br /&gt;Κάποιος με μια καραμπίνα βγαίνει τρέχοντας από κάπου κι επιβιβάζεται σε μια εντούρο που οδηγεί ένας άλλος. Η μηχανή φεύγει ανάμεσα στους πεζούς ενώ πίσω τους μια γυναίκα βγαίνει ουρλιάζοντας απ’ το μαγαζί: «βοήθεια, ληστεία, με κλέψανε», αλλά δε φαίνεται να ενδιαφέρεται ή να τους καταδιώκει κανείς.&lt;br /&gt;Οι δύο νεαροί ανεβαίνουν κάτι σκάλες, διασχίζουν στενούς, κακοφωτισμένους διαδρόμους. Μικροκαμωμένες κινεζούλες κρυφοκοιτάζουν πίσω από μισάνοιχτες πόρτες, ψιθυρίζοντας υποσχέσεις, όλα δείχνουν φτηνά και ετοιμόρροπα, εμποτισμένα στη βρώμα και τον ιδρώτα, όπως είναι όλα τα κακόφημα ξενοδοχεία που βλέπω στον ύπνο μου, όλα φαίνονται προσωρινά, σαν τίποτα να μην ανήκει σε κανέναν.&lt;br /&gt;Κάπου έξω είναι ακόμα μέρα και βρέχει. Ένας πιτσιρικάς τρέχει σ’ έναν υπέργειο διάδρομο, ενώ απ’ την άλλη κατεύθυνση έρχεται η μηχανή με τους ληστές. Ο μικρός δεν ξέρει πού να πάει και στέκεται στη μέση. Ο τύπος σηκώνει την καραμπίνα και δίχως λόγο πυροβολεί δυο φορές, το παιδί τινάζεται πρώτα σ’ ένα τοίχο κι ύστερα πέφτει. Η μηχανή φεύγει αριστερά σ’ ένα ξέφωτο. Όλα γίνονται μπροστά στη λαμαρινένια πόρτα μιας αποθήκης. Μια γυναίκα με λιγδωμένα μαλλιά μέχρι τη μέση, εμφανίζεται στην πόρτα και κοιτάζει το παιδί. Είναι Φιλιππινέζα, ξυπόλυτη , μ’ ένα λευκό, ίσιο φόρεμα και έγκυος. Το μόνο που κάνει είναι να κλείσει την πόρτα. Από μακριά ακούγεται μια σειρήνα.&lt;br /&gt;Οι δυο νεαροί βρίσκονται κάπου που είναι σαν στη μέση ενός πλατό, ο τοίχος φτάνει μέχρι κάποιο ύψος κι από ‘κει και πάνω βλέπεις την οροφή, φωταγωγούς και ανά διαστήματα, ανεμιστήρες που περιστρέφονται στροβιλίζοντας τη σκόνη, σαν να είναι ένα πρώην ορνιθοτροφείο... που τώρα είναι κάτι άλλο. Κι εκεί, μες στη μέση ένα δωμάτιο, ο χώρος χωρίζει απ’ τον υπόλοιπο λες με ράφια, σαν να ‘χει στοιβάξει κάποιος εκεί τα ράφια μιας τεράστιας βιβλιοθήκης, το σίγουρο είναι πως δεν πρόκειται για σπίτι, όλα τριγύρω είναι ανάστατα. Εκεί, οι δυο νεαροί κάνουν έρωτα, έναν έρωτα μηχανικό, αγχωμένο, σαν επειδή το ‘χουν ανάγκη κι επειδή έτυχε. Δίπλα, από την άλλη μεριά του τοίχου, γυναίκες καρφιτσώνουν στο χέρι ένα έντυπο, σε μεγάλους πάγκους στη σειρά, αμίλητες και σκυθρωπές. Σε μια άκρη πιο πέρα τρεις – τέσσερις άντρες παίζουν τα λεφτά τους στα ζάρια. Μια μεγάλη πόρτα που φτάνει μέχρι τα τρία μέτρα ύψος είναι ανοιχτή διάπλατα, να χάσκει στο πουθενά και στη βροχή. Οι δύο άντρες συνεχίζουν να κάνουν έρωτα ενώ ο τρίτος επιστρέφει και τους κοιτάζει ανάμεσα από ένα άνοιγμα, σαν χαμένος. Ύστερα από λίγο στέκεται φορώντας μόνο το κόκκινο μποξεράκι σ’ ένα στηθαίο, στη βροχή. Μετά, βγάζοντας μια βουβή κραυγή βουτάει στο κενό.&lt;br /&gt;Στον δρόμο δεν υπάρχουν αυτοκίνητα, μόνο πεζοί που στριμώχνονται. Κάποιος τρέχει και σκεπάζει το νεκρό σώμα μ’ ένα πανί.&lt;br /&gt;Κάπου στα σκοτάδια της αποθήκης, η γυναίκα γεννάει. Δυο – τρεις άλλες τη βοηθάνε να φέρει στη ζωή το παιδί. Η μάνα παίρνει στην αγκαλιά το μωρό και γελάνε όλες μαζί, σιγά όμως, μην τις ακούσει κανείς.&lt;br /&gt;Στο νεκροτομείο ο φίλος του κλαίει, «γιατί να το κάνει;», ρωτάει, «γιατί;»&lt;br /&gt;«Βεβαιώνετε πως είναι αυτός;», ρωτάει ψυχρά ο υπάλληλος, «ναι, ναι», απαντάει αυτός με λυγμούς. Σ’ έναν άλλον πάγκο, το παιδί δεν το ‘χει αναγνωρίσει κανείς. Βλέπουμε πάλι τον παρουσιαστή που αναλύει εκείνη τη στιγμή κάποια στατιστική: «γεννήσεις – θάνατοι», λέει, «είναι ένα προς δύο».&lt;br /&gt;Δείχνεις να δυσφορείς: «Δε μπορεί η ζωή να γίνει τόσο άσχημη», μου λες, «δε μπορεί να ‘ ναι έτσι… έτσι απάνθρωπη».&lt;br /&gt;Εγώ πάλι, γιατί δε μπορώ να τη φανταστώ διαφορετική;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=y4yWkBenRsU"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=y4yWkBenRsU&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3245368147290497429?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3245368147290497429'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3245368147290497429'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/brazil.html' title='Brazil'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-2775611034747118318</id><published>2010-05-28T17:16:00.004+03:00</published><updated>2010-05-30T12:02:36.634+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>That's Life</title><content type='html'>Κόντευε να νυχτώσει. Ο ουρανός είχε αυτό το ακαθόριστο χρώμα, αυτό που παίρνει ένας ουρανός χωρίς ήλιο. &lt;br /&gt;Ήλεγξε πάλι αν η πόρτα της εισόδου ήταν κλειστή, έβαλε το κλειδί του και προσπάθησε να το γυρίσει άλλη μια φορά. Το κλειδί έστρεψε μισή στροφή κι ύστερα μάγκωσε. Πριν ανέβει ξανά στον πάνω όροφο, έκανε ένα γύρω στο ισόγειο και βεβαιώθηκε πως όλα ήταν μανταλωμένα από μέσα. Καλού – κακού διπλοκλείδωσε ξανά τις εσωτερικές πόρτες. ανέβηκε μετά απ’ τις σκάλες και κοίταξε τις πόρτες στον διάδρομο καθώς πέρναγε. Ήταν όλες κλειστές. Μόνο στο δωμάτιο που ήταν απέναντι απ’ το “δικό” του άκουσε πάλι, χαμηλά τον ήχο της τηλεόρασης. Έπιασε το πόμολο και το έστριψε. &lt;br /&gt;«Αυτό είναι ένα ηχογραφημένο μήνυμα», έλεγε μια παγωμένη φωνή, «εάν είστε ένας από τους εναπομείναντες ακολουθείστε παρακαλώ προσεκτικά τις οδηγίες: Μην προσπαθήσετε να μετακινηθείτε. Το ότι είστε ζωντανός σημαίνει πως για κάποιο λόγο η περιοχή στην οποία βρίσκεστε είναι ασφαλής. Μην τρομοκρατείστε και παραμείνετε στη θέση σας. &lt;br /&gt;Αυτό είναι ένα ηχογραφημένο μήνυμα που εκπέμπει η Κρατική τηλεόραση. Θα μεταδίδεται συνεχώς, μέσω δορυφόρου. Δεχθήκαμε επίθεση από άγνωστους εισβολείς, ενδεχομένως δεν υπάρχουν πολλοί επιζώντες. &lt;br /&gt;Προσοχή: Το μήνυμα αυτό μπορεί να υποστεί αλλοιώσεις. Για τη δική σας ασφάλεια ελέγξτε πριν ακολουθήσετε κάποια απ’ τις οδηγίες. Εάν βρίσκεστε κοντά σε τηλέφωνο επιχειρήστε να καλέσετε το 00036000, προσθέτοντας στο τέλος τον κωδικό της πόλης σας. Παραμείνετε στη θέση σας και προσπαθήστε να επιζήσετε. Το να παραμείνετε ζωντανός αποτελεί ύψιστο καθήκον απέναντι στην ανθρωπότητα. &lt;br /&gt;Καλή σας τύχη». &lt;br /&gt;Ακουγόταν μια βδομάδα τώρα το μήνυμα. Το ‘χε ακούσει ως τα τώρα τουλάχιστον πενήντα φορές. Κι είχε καλέσει αυτόν τον αριθμό τουλάχιστον πεντακόσιες. Δεν είχε απαντήσει κανείς. Ούτε είχε δει κάποιον απ’ το πρωινό της επίθεσης. Ξαφνικά η πόλη ερήμωσε. Μια απέραντη ησυχία. Μετά περπάτησε μέχρι εδώ, στο παλιό Δημαρχείο, ελπίζοντας πως αν υπήρχε κάποιος απ’ τη Διοίκηση, κάποιος επιζών θα ερχόταν εδώ. Βρήκε το κτίριο ανοιχτό και στο θυρωρείο ανακάλυψε κάτι κλειδιά. Ύστερα πήγε ως το κοντινό σούπερ μάρκετ, μάζεψε προμήθειες και κλειδώθηκε εκεί. Τώρα ήταν σαν να λέμε ο Δήμαρχος. Δήμαρχος σε μια πόλη φάντασμα. &lt;br /&gt;Απ’ την ταράτσα μπορούσε να βλέπει αρκετά καλά το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Παρατήρησε πως ο δημόσιος φωτισμός άναβε ακριβώς στις επτά. Τα φώτα έσβηναν το πρωί, με το πρώτο φως της αυγής. Δεν ήξερε πώς γινόταν αυτό, ούτε για πόσο, ευχόταν να διαρκέσει όμως. Παντού υπήρχαν τρακαρισμένα αυτοκίνητα, θα πρέπει να εξακολούθησαν να κινούνται μετά που συνέβη ό,τι συνέβη, χωρίς οδηγό. Οι φωτεινοί σηματοδότες δεν είχαν σταματήσει να λειτουργούν, η πόλη δεν είχε ζωή αλλά είχε ρεύμα. &lt;br /&gt;Ανακάλυψε όλες τις ατασθαλίες του προκατόχου του στα συρτάρια του γραφείου του. χρειάστηκε να τα παραβιάσει. Βρήκε κι ένα 38αρι Σμιθ &amp; Γουέσον και το ‘χωσε στην τσέπη του. Σε μια αποθήκη του ισογείου βρήκε χαρτοταινίες και κόλλες μπλε, ποιος ξέρει από πότε και γιατί κι αφού έκλεισε και μαντάλωσε τα πατζούρια, κάλυψε με το χαρτί τα τζάμια κι έκλεισε όλες τις χαραμάδες. Το τέλος της τέταρτης μέρας απ’ το γεγονός τον βρήκε πανέτοιμο. Μπορούσε να ξεχειμωνιάσει στο Δημαρχείο. Μετά - αν ήταν ζωντανός - θα ‘βλεπε. &lt;br /&gt;Στο τέλος του μήνα είχε αποχτήσει καινούργιες συνήθειες. Δεν ενεργούσε πια παρορμητικά. Δεν ξανατηλεφώνησε ποτέ απ’ το τηλέφωνο του Δημαρχείου. Δόξα τω Θεώ υπήρχαν χιλιάδες άλλα τηλέφωνα. Δεν έμενε ποτέ πολύ ώρα σ’ ένα μέρος, προσχεδίαζε την κάθε του κίνηση, έπαιρνε κάθε προφύλαξη, ήλεγχε την κατάσταση, έμπαινε, έπαιρνε ό,τι χρειαζόταν κι έφευγε προσπαθώντας να μην αφήνει πίσω του ίχνη, κάτι που θα δήλωνε την παρουσία του, ποιος ήταν, πού έμενε. &lt;br /&gt;Δεν ήξερε γιατί επιβίωσε, γιατί είχε αποφύγει την εξαφάνιση, τι ήταν αυτό που εξαφάνισε ακαριαία κάθε άλλο σημάδι ζωής. Στην αρχή, όταν είχε πρωτακούσει το μήνυμα πίστεψε πως υπήρχαν και άλλοι, 200 ή 500 χιλιόμετρα μακριά, ότι υπήρχε έστω και ένας. Μετά σκέφτηκε πως ίσως ήταν κάποιο πρόγραμμα που μπήκε μόνο του σε λειτουργία, ότι είχε ηχογραφηθεί χρόνια πριν, ικανό να λειτουργήσει σε μια τέτοια κατάσταση. Θα έπαυε αν κοβόταν το ρεύμα, κάτι που απευχόταν αλλά περίμενε. Περίμενε να συμβεί οτιδήποτε, ανά πάσα στιγμή. Και αυτό το κάτι έγινε εκείνο το πρωί. &lt;br /&gt;Δε χρησιμοποιούσε πια την κεντρική πόρτα του Δημαρχείου, έβρισκε πιο ασφαλές να μπαινοβγαίνει από μια πλαϊνή πόρτα που έβγαζε σ’ ένα στενό. Πάντα με προφυλάξεις, χωνόταν μετά πότε σ’ ένα κατάστημα ρούχων, πότε σ’ ένα μαγαζί με εργαλεία, πότε σ’ ένα πολυκατάστημα. Δε χρησιμοποιούσε ποτέ τους ανελκυστήρες, δεν ανέβαινε στους ορόφους και πρόσεχε πάντα να μπορεί να διαφύγει, να μην εγκλωβιστεί πουθενά. Εκείνο το πρωί είχε επιθυμήσει λουκάνικα και ήξερε πού θα τα βρει. Μπήκε στο κατάστημα. Έριξε μια εξεταστική ματιά ως συνήθως. Αφουγκράστηκε τη σιωπή. Με γρήγορα, βιαστικά βήματα κατευθύνθηκε στο ψυγείο με τα αλλαντικά. Και τότε πάγωσε. Μια γυναίκα καθόταν απέναντί του και τον κοίταζε. Είχε σταυρώσει τα χέρια και τον κοίταζε ίσια στα μάτια, δίχως καμιά έκφραση, με τη βαριεστιμάρα ενός υπαλλήλου σε σούπερ μάρκετ. &lt;br /&gt;Δεν ήξερε πόσο χρόνο του πήρε για να συνέλθει. Ήταν σίγουρος πως αυτή η γυναίκα δεν ήταν εκεί την άλλη φορά, δεν την είχε ξαναδεί. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που συναντούσε… αλλά τα μάτια της είχαν μια παράξενη γυαλάδα. Ναι, είχε αυτήν την έκφραση, σαν να ένοιωσε κάτι, μια ξαφνική αδιαθεσία, μια ζαλάδα… ποιος ξέρει; Γύρισε πανικόβλητος και το ‘βαλε στα πόδια. &lt;br /&gt;Ώστε υπήρχαν και άλλοι. Έπρεπε να ψάξει. Είχε χάσει σχεδόν δυο μήνες μ’ όλες τις ανόητες αυτές προφυλάξεις. Θα έβγαινε στον δρόμο και θα φώναζε. Θα καλούσε τους επιζώντες με τη ντουντούκα. Και δεν θα ‘μενε άλλο στο Δημαρχείο. Θα ‘παιρνε ένα αυτοκίνητο… κι ύστερα άλλο και άλλο. Κι αν δεν έβρισκε κανέναν εδώ θα πήγαινε στην επόμενη πόλη… κι ύστερα στην επόμενη, δεν θα καθόταν έτσι, να περιμένει με σταυρωμένα χέρια τον θάνατο. &lt;br /&gt;«Το να παραμείνετε ζωντανός αποτελεί ύψιστο καθήκον απέναντι στην ανθρωπότητα», έλεγε το μήνυμα . μόνο που έπρεπε να υπάρχει ανθρωπότητα για να της οφείλει αυτός κάτι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=KIiUqfxFttM"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=KIiUqfxFttM&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-2775611034747118318?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2775611034747118318'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/2775611034747118318'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/thats-life.html' title='That&apos;s Life'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3775827528395502786</id><published>2010-05-18T13:28:00.004+03:00</published><updated>2010-05-18T15:04:41.386+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Κραάπ”</title><content type='html'>Ένα μεσημέρι, άκουσε απ’ την κουζίνα ένα δυνατό κραάπ. Δεν το φαντάστηκε, το άκουσε πραγματικά. Ήταν που πιάστηκε στην παγίδα. «Αυτό ήταν « προσπάθησε να καθησυχάσει τον&lt;br /&gt;εαυτό του, «παγιδεύτηκα». &lt;br /&gt;Είχε ακούσει για το κραάπ. Ότι δεν κατάφερνε να ξεφύγει κανείς, ήξερε πως δεν είχε ελπίδα, τι τον περίμενε. Δεν υπήρχε διέξοδος, από τη στιγμή που θα σ’&lt;br /&gt;έπιανε… δε θα το έβαζε κάτω όμως, μπορεί και να γλύτωνε… τουλάχιστον θα προσπαθούσε: «εξακολουθώ να ‘μαι ζωντανός, παγιδευμένος μα ζωντανός», σκέφτηκε.&lt;br /&gt;Κάτι ήταν κι αυτό. &lt;br /&gt;Περιεργάστηκε το δωμάτιο, σχολαστικά και μετά εξέτασε διαδοχικά το υπόλοιπο σπίτι, σπιθαμή προς σπιθαμή, εξονυχιστικά. Μετά άνοιξε την πόρτα, πήρε το ασανσέρ&lt;br /&gt;και κατέβηκε στον δρόμο. Κοίταξε το σπίτι του από απέναντι. Του έμοιασε ετοιμόρροπο και απόρησε που δεν το ‘χε προσέξει αυτό πριν. Μετά έκανε έναν γύρο&lt;br /&gt;το τετράγωνο, αλλά δεν ανακάλυψε τίποτα, σωρούς από σκουπίδια και παλιοπράματα μόνο, που ούτε αυτά τα ‘χε προσέξει όμως, σαν να μην ήταν αυτός που ζούσε&lt;br /&gt;εκεί. Μετά έκανε έναν μεγαλύτερο κύκλο και κατάλαβε πως έχανε τον καιρό του, δε θα έβρισκε διέξοδο… δεν υπήρχε διέξοδος. &lt;br /&gt;Τον πρώτο καιρό έχασε τελείως τον ύπνο του. Έμεινε κλεισμένος για μέρες στο διαμέρισμα, παρακολουθώντας τον δρόμο, ανιχνεύοντας κάθε ύποπτη κίνηση. Άκουγε&lt;br /&gt;προσεκτικά το τι έλεγαν στην τηλεόραση, τι έλεγαν από δίπλα οι γείτονες, αντιδρούσε σε οποιοδήποτε θόρυβο, σκίρταγε στο πετάρισμα μιας πεταλούδας, του&lt;br /&gt;πάγωνε το αίμα όταν άκουγε βήματα στον διάδρομο, αν κάποιος περπατούσε για ένα λεπτό πίσω του. &lt;br /&gt;Συμβουλεύτηκε κάποιον ψυχίατρο. Ούτε αυτό έβγαλε πουθενά. Του είπε πως δεν έπασχε από τίποτα και πως «όλοι έχουν μανιοκατάθλιψη πια». Του έδωσε κάτι ηρεμιστικά.&lt;br /&gt;Του είπε πως θα τα πάρει αλλά κι ο ψυχίατρος του φάνηκε ύποπτος και δεν τα πήρε. &lt;br /&gt;Απομαγνητοφωνούσε τις κασέτες του τηλεφωνητή, μπας και βγάλει μια άκρη, να διακρίνει κάτι το ύποπτο, έκανε λίστες, ποιος του ‘χε μιλήσει στον δρόμο, τι&lt;br /&gt;ώρα και πότε, πόσο συχνά συναντούσε ένα γείτονα, πότε έφευγαν ή γύριζαν οι άλλοι απ’ τις δουλειές τους, τι εφημερίδα αγόραζαν, κάθε πότε έβγαζαν τα σκουπίδια,&lt;br /&gt;κάθε πότε τσακώνονταν και κάθε πότε έκαναν έρωτα… λίστες που δεν έβγαζαν πουθενά, που τον έπνιγαν όλο και περισσότερο. Αλλά έτσι ήταν το κραάπ. &lt;br /&gt;Ένοιωθε πως κινδύνευε. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να πηγαίνει στη δουλειά του κανονικά, εγκατέλειψε όμως το αυτοκίνητο και χρησιμοποιούσε τα μαζικά μέσα μεταφοράς,&lt;br /&gt;για να ‘ναι μέσα σε κόσμο. Αναγκάστηκε να ξεκινάει νωρίτερα για να μπορεί ν’ αλλάζει δρομολόγια. Σ’ ένα μήνα ήταν σχεδόν βέβαιος πως δεν τον παρακολουθούσε&lt;br /&gt;κανείς, καλού – κακού όμως δεν άλλαξε τακτική. &lt;br /&gt;Το περίεργο ήταν πως όλα έδειχναν κανονικά, όπως πριν και το μόνο σημάδι που είχε ήταν αυτό το σφίξιμο στον λαιμό, αυτό το πνίξιμο, που το βράδυ δεν τον&lt;br /&gt;άφηνε να κοιμηθεί. Ασφυκτιούσε, σαν να μην υπήρχε αέρας ν’ αναπνεύσει. &lt;br /&gt;Είχε γίνει οξύθυμος, καχύποπτος και μελαγχολικός. &lt;br /&gt;Τα πράγματα συνεχίστηκαν έτσι για καιρό, ένα πρωί όμως πρόσεξε στον εαυτό του και κάποιες άλλες ενδείξεις, μαύρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια, ταχυκαρδίες,&lt;br /&gt;αδυναμία συγκέντρωσης, αδιαφορία για σεξ… &lt;br /&gt;Το περιβάλλον του άρχισε τις ερωτήσεις και τότε συνειδητοποίησε ότι όντως απέφευγε να μιλάει ή να τους συναναστρέφεται. Δικαιολογήθηκε πως ένοιωθε μια&lt;br /&gt;ελαφριά κόπωση, ότι δεν είχε διάθεση, πως δεχόταν πιέσεις απ’ τη δουλειά, πως είχε πολύ περιορισμένο χρόνο κι άλλες τέτοιες μπαρούφες. Έτσι κατάφερε και&lt;br /&gt;ξεφορτώθηκε κάποιους. &lt;br /&gt;Οι φίλοι του επέμειναν για ένα διάστημα αλλά στο τέλος ήταν τόσο δυσάρεστος που ένας – ένας έπαψαν να του τηλεφωνούν, ή να επιζητούν την παρέα του. Σχεδόν&lt;br /&gt;αμέσως μετά είχε δυο τεράστιες μεταβολές, αναμενόμενες. &lt;br /&gt;Πρώτα τον απέλυσαν. Αυτός με το ν’ ασχολείται με το πώς να δραπετεύσει δεν έδειξε να ενδιαφέρεται, ούτε έκανε άλλη προσπάθεια να βρει άλλη δουλειά. Όταν&lt;br /&gt;τα λεφτά της αποζημίωσης εξαντλήθηκαν, η γυναίκα του μην αντέχοντας άλλο τον εγκατέλειψε. Αυτό βέβαια, εκείνον, ούτε που τον ένοιαξε. &lt;br /&gt;Το τελευταίο διάστημα ζούσε μόνος. Η εικόνα του όλο και χειροτέρευε, τα μάτια του κόντευαν να πεταχτούν απ’ τις κόγχες, είχε αδυνατήσει κι έδειχνε φανερά&lt;br /&gt;καταβεβλημένος, ότι έπασχε από κάτι. Αυτή η κατάσταση όλο και έφθινε. Τέλος όταν κάποτε δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα κι η βρώμα έφτανε μέχρι κάτω στον&lt;br /&gt;δρόμο, αναγκάστηκαν να σπάσουν την πόρτα. &lt;br /&gt;Η νεκροψία δεν έδειξε κάτι, μια στατιστική ωστόσο τον συμπεριέλαβε σε μια λίστα, «που αύξαινε», είπαν, «τον τελευταίο καιρό επικίνδυνα».&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3775827528395502786?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3775827528395502786'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3775827528395502786'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/blog-post_18.html' title='“Κραάπ”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3192271823097761706</id><published>2010-05-16T23:08:00.002+03:00</published><updated>2010-05-16T23:12:46.487+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>”τα αργύρια του διαβόλου”</title><content type='html'>Έτσι ήρθαν τα πράγματα κι ο Κορωναίος αναπαύεται έκτοτε στο πρώτο, κι ο τάφος του μοσχοβολάει απ’ τα τριαντάφυλλα. Πήρε, λέγανε, το μυστικό μαζί του, πλήρωσε κι η κακομοίρα η Κορωναίου τα σπασμένα και του ‘κανε μια αξιοπρεπή κηδεία, να μην έχουν να λένε οι γείτονες, μα όσα χρόνια της απέμεναν θα την έτρωγε το σαράκι τη γυναίκα: «πού, ανάθεμά τον, τα ‘χε παραχώσει τα λεφτά ο παλιόγερος; &lt;br /&gt;Ήρθαν και τα παιδιά απ’ τα ξένα για να ‘ναι στου γέρου τα σαράντα και κάθισαν γύρω – γύρω στο τραπέζι κι αφού φάγανε το ψάρι και τον συγχώρησαν για τα καλά και τα κακά που έκανε ο άνθρωπος, τους πέταξε η γερόντισσα το βιβλιάριο: «βγάλτε τώρα εσείς τα μάτια σας με δαύτο, εγώ αρκετά καλοπέρασα με τον συγχωρεμένο τον πατέρα σας… που να μη βρίσκει καζάνι ο διάολος να τον κάψει». &lt;br /&gt;Πήραν λοιπόν και είδαν. Και σπάσανε το κεφάλι τους όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά, και τα παιδιά κι νύφες κι οι γαμπροί και τα εγγόνια, και κάνανε το σπίτι αγνώριστο, το ρήμαξαν μα τίποτα δε βρέθηκε, σαν να τα ‘χε παραχώσει ο οξαποδώ τα φράγκα. Σήκωσαν τα πατώματα, κατέβασαν τη στέγη, σκάψανε το μποστάνι που ‘χε η γριά και φύτευε πατάτες και κρεμμυδάκια, πέταξαν έξω τις κότες και τον κόκορα να σκάψουν το κοτέτσι, ακόμα και τον βούρκο απ’ το πηγάδι βγάλανε, όλα τα ‘ψαξαν, μα τίποτα, τα ‘χε πάρει μαζί του ο πεθαμένος. Είδαν κι αποείδαν, τα παράτησαν, συμμαζέψανε όπως – όπως, αφήσανε κι ένα χρέος στον εργολάβο να πληρώνει η γριά απ’ τη σύνταξη και ‘φύγαν, γυρίσανε πίσω στις Αμερικές και τις Αυστραλίες. Κι ούτε στα τρίμηνα ξανάρθαν, ούτε στον χρόνο, μόνη της πήγαινε η γριά κι ερχόταν, πάνε τα λεφτά, πάει κι ο Κορωναίος. &lt;br /&gt;Πέρασε καιρός. Και καθόταν και συλλογιόταν η γριά και τίποτα άλλο στο μυαλό δεν έβαζε: «τι διάολο τα έκανε τόσα λεφτά ο αναθεματισμένος; Που ησυχία να μην τον βρει… που να βουρλίζεται στον τάφο του», μ’ αυτόν τον καημό θα πήγαινε… και δώστου οι κατάρες, δεν άντεξε άλλο κι ο Κορωναίος και πήγε ένα βράδυ να τη βρει στον ύπνο της: «να πας να σου πει ο παπάς στ’ αφτί, γριά», της είπε το φάντασμα, «και σταμάτα νε με βρίζεις, δικά σου είναι τα λεφτά»… και χάθηκε. Πετάχτηκε πάνω η Χριστιανή, ανατριχιασμένη ,κι έτρεξε στην εκκλησία να προσευχηθεί, να ζητήσει απ’ το Θεό συγχώρεση. Και ‘κει τη βρήκε ο παπάς, πεσμένη στο στασίδι, να κλαίει και να μαδιέται η άμοιρη: «τι κάνεις εδώ Βαρβάρα;», τη ρώτησε. «Αυτά κι εκείνα… παπά μου», του εξομολογήθηκε αυτή: «και μου ‘πε πως είναι δικά μου τα λεφτά… που να μην ήταν… τα παλιόλεφτα». Έκανε τον σταυρό του κι ο παπάς και την πήρε παράμερα: «μου ‘χε πει ο συγχωρεμένος, αν πάθει τίποτα να σου δώσω ένα φάκελο», της είπε, «κι εγώ ο άμυαλος, μες τη φούρια μου το ξέχασα, αυτό ήθελε να πει ο πεθαμένος». &lt;br /&gt;Έτσι βρεθήκανε τα λεφτά τα άφαντα κι εξηγείται ο τάφος του Ισιδώρου στο πρώτο που είναι γεμάτος κάθε μέρα με φρέσκα τριαντάφυλλα, και το διαμέρισμα που πήρε η γριά στο Κολωνάκι, όπως και το “το στέκι του μακαρίτη” που άνοιξε, με τις “κάλπικες” τις λίρες, «τα αργύρια του διαβόλου», που ‘λεγε κι ο παπάς… αλλά, άλλο τίποτα κανείς δεν έμαθε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3192271823097761706?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3192271823097761706'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3192271823097761706'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/blog-post_16.html' title='”τα αργύρια του διαβόλου”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8214399146039594653</id><published>2010-05-14T22:53:00.009+03:00</published><updated>2010-05-16T14:46:23.993+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>"Ο θησαυρός του μακαρίτη "</title><content type='html'>Στο νεκροκρέβατό του επάνω, πεθαίνοντας, ο Ισίδωρος ο Κορωναίος έβγαλε μια σπαραχτική κραυγή, τέτοια που όλα τα γυαλικά που βρίσκονταν στο σπίτι έγιναν&lt;br /&gt;μονομιάς θρύψαλα. Τρόμαξε φαίνεται τότε με την αντάρα τόσο πολύ ο Χάροντας, που τον παράτησε σύξυλο κι ο Κορωναίος, σκελετωμένος και αδύναμος όπως ήταν,&lt;br /&gt;σηκώθηκε και είπε πως δεν ήταν ακόμα η ώρα του. Πήγε ύστερα μέχρι το σαλόνι που ήταν φίσκα μαυροντυμένες μοιρολογίστρες και τεθλιμμένους συγγενείς που&lt;br /&gt;σταυροκοπιόντουσαν και μ’ ένα τρεμάμενο δάχτυλο τους έδειξε την εξώπορτα. Βγήκε μετά στη βεράντα με το δίκαννο κι έριξε μια μπαταριά στον αέρα, «να ξαποστείλει»,&lt;br /&gt;όπως είπε, «τα κοράκια και τα κακά πνεύματα». Σαν ξεμπέρδεψε και μ’ αυτά, κάθισε στο τραπέζι κι είπε στη γερόντισσά του να κάτσει κάτω να λογαριαστούν.&lt;br /&gt;Η Βαρβάρα Κορωναίου που ‘χε αναθρέψει τέσσερις άντρες και τρεις κόρες ως τα τότε και που τώρα λείπανε όλα τους στα ξένα και είχαν τώρα δικά τους παιδιά και&lt;br /&gt;βάσανα, απόρησε όχι τόσο με το ότι ο άντρας της αναστήθηκε σχεδόν, όσο με το ότι θυμόταν, γιατί αυτός είχε χαμένα τα λογικά του πολλά χρόνια και τώρα της&lt;br /&gt;μιλούσε σαν να ‘χε πάρει την επιφοίτηση. «Άντε να δούμε τι έχουμε λοιπόν να λογαριάσουμε», είπε και βάζοντας τη σκούπα της στην άκρη , κάθισε απέναντί&lt;br /&gt;του στο τραπέζι. &lt;br /&gt;«Πρώτα – πρώτα να μου πεις πόσα λεφτά σου πήρε αυτός ο αγύρτης γι’ αυτές τις παλιοσανίδες», είπε τότε αυτός κι έδειξε το φέρετρο που στεκόταν όρθιο δίπλα&lt;br /&gt;στην εξώπορτα. &lt;br /&gt;«Είναι ένα καθώς πρέπει φέρετρο και δε μας πήρε καθόλου λεφτά ο άνθρωπος, θα τα δίναμε όλα μαζί, μετά την κηδεία», είπε η γυναίκα. «Όσα και να ζήταγε όμως&lt;br /&gt;θα του τα έδινα κι ας έκανα ένα χρόνο να φάω μετά, έναν άντρα έχω. Αλλά για τόσο τσιφούτη να σηκωθείς κι απ’ τον τάφο για τα λεφτά δεν σε είχα». &lt;br /&gt;«Γυναίκα», είπε τότε ο Κορωναίος, «άκουσέ με που σου μιλάω γιατί εγώ θα φύγω σήμερα κι ό,τι έχω να σου πω δεν είναι σωστό να το πάρω μαζί μου». &lt;br /&gt;Χίλιες σκέψεις πέρασαν τότε απ’ το μυαλό της Βαρβάρας Κορωναίου, θυμήθηκε τι μπερμπάντης που ‘ταν στα νιάτα του ο άντρας της και της ήρθε πάλι το αίμα&lt;br /&gt;στο κεφάλι, να του ‘δινε μια να τον άφηνε στον τόπο, κρατήθηκε όμως κι είπε να τον ακούσει, να δει τι θα ‘λεγε. &lt;br /&gt;«Γυναίκα…», είπε εκείνος κι έσκυψε μην τυχόν ακούει κανείς, «θυμάσαι εκείνες τις λίρες που σου ‘πα πως ήταν ψεύτικες;» &lt;br /&gt;«Ωχ καημένε… πάλι τα ίδια;», έκανε η γυναίκα του, «δεν τη βαρέθηκες την ίδια ιστορία; Τα ‘χουμε πει χίλιες φορές αυτά, πως σε ξεγέλασε εκείνος ο Εγγλέζος&lt;br /&gt;και του ‘γραψες τα κτήματα… φτάνει πια, ήταν να πεθάνεις, το ξέχασες;» &lt;br /&gt;«Ε, δεν ήταν», ψιθύρισε ο Κορωναίος. &lt;br /&gt;«Τι δεν ήταν;» &lt;br /&gt;«Κάλπικες. Δεν ήταν. Και σήμερα κάνουν εκατομμύρια». &lt;br /&gt;«Τα ‘χασες καημένε, αχ τι έπαθα στα γεράματα, να το ακούσω κι αυτό».&lt;br /&gt;Έπεσε τότε στα τέσσερα αυτός και ξήλωσε ένα σανίδι απ’ το πάτωμα. «Ορίστε», της είπε και της έδειξε ένα βιβλιάριο. &lt;br /&gt;Δεν την κρατούσαν τα πόδια της τη Βαρβάρα, δεν πίστευε στα μάτια της. «Εδώ λέει ανάληψη», είπε, «είχες τόσα λεφτά και τα σήκωσες;» &lt;br /&gt;«Φοβήθηκα πως θα χάναμε τα λεφτά μας», είπε εκείνος και έκατσε πάλι στην καρέκλα. &lt;br /&gt;«Και τι τα ‘κανες τόσα λεφτά;», ρώτησε η γυναίκα κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια το βιβλιάριο, «για τα γερατειά σου τα μάζευες;» . &lt;br /&gt;Ο Κορωναίος δεν απάντησε. &lt;br /&gt;Της γυάλισε τότε το μάτι της γυναίκας και τον τράνταξε απ’ το μανίκι: «δε μπορεί να τα ξόδεψες… τόσα λεφτά, τι τα ‘κανες τα λεφτά παλιάνθρωπε;» &lt;br /&gt;Και πάλι όμως ο Κορωναίος δεν απάντησε. Η μασέλα του έχασκε κι αυτός την κοίταζε με τα γυάλινα του μάτια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8214399146039594653?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8214399146039594653'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8214399146039594653'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/blog-post_14.html' title='&quot;Ο θησαυρός του μακαρίτη &quot;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-227232983415765991</id><published>2010-05-10T11:57:00.005+03:00</published><updated>2010-05-10T17:19:11.214+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Πανσέληνος”</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://2.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S-fKdqc21fI/AAAAAAAAAKQ/pxoepnk82uo/s1600/munch.jpg"&gt;&lt;img style="display: block; margin: 0px auto 10px; text-align: center; cursor: pointer; width: 314px; height: 400px;" src="http://2.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S-fKdqc21fI/AAAAAAAAAKQ/pxoepnk82uo/s400/munch.jpg" alt="" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5469562883425097202" border="0"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ουρλιαχτό της έπαψε απότομα. Της είχε σπάσει τον αυχένα. Δεν του έδωσε χρόνο. Και την έβγαλε κι αυτήν απ’ τη μέση. Τη γράπωσε απ’ τον λαιμό και τις έστριψε το κεφάλι απ’ την άλλη. ακούστηκε ένα κρακ και ο σπόνδυλος έσπασε. Κι αυτή σταμάτησε να ουρλιάζει και ν’ αναπνέει. &lt;br /&gt;Πριν, είχε σκοτώσει το σκυλί. Του έδωσε μία και το πέταξε στον τοίχο. Το ζώο έπεσε μ’ ένα δυνατό γδούπο. Τότε εκείνη μπήκε στο δωμάτιο κι άρχισε να ουρλιάζει. Δεν του έδωσε χρόνο. &lt;br /&gt;Καθόταν ήσυχα στο γραφείο του και διάβαζε Μαρκ Τουέιν. Είχε ανάψει τη λάμπα και την πίπα του. Είχε τραβηγμένες τις κουρτίνες κι έβλεπε και το φεγγάρι. Ήταν πανσέληνος. &lt;br /&gt;Ήταν φιλήσυχος άνθρωπος, οικογενειάρχης, φιλόζωος, καλλιεργημένος, με καλό γούστο. Του άρεσε να κάθεται τα βράδια στο γραφείο του και να διαβάζει, είχε διαβάσει τα περισσότερα απ’ τα βιβλία που ‘χε στη βιβλιοθήκη του. &lt;br /&gt;Του άρεσε να μένει στο σπίτι, ν’ απολαμβάνει την οικογενειακή του γαλήνη, να τρώνε όλοι μαζί στο μεγάλο τραπέζι, να λέει παραμύθια στα παιδιά, ν’ ανταλλάσει κρυφά βλέμματα γεμάτα υποσχέσεις με τη γυναίκα του, ν’ ακούει τα παιδιά να παίζουν ευτυχισμένα στον κήπο ή όπως τώρα, στο άλλο δωμάτιο. Του άρεσε να απολαμβάνει τη φωτιά που θέριευε στα ξύλα του τζακιού. Να μυρίζει το καμένο πεύκο ή τις λαχταριστές λιχουδιές που μαγείρευε η γυναίκα του, να βλέπει το φεγγάρι ν’ ασημίζει τις κορφές των δέντρων. Όπως απόψε. &lt;br /&gt;Άκουσε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα και γύρισε να κοιτάξει. &lt;br /&gt;«Αγάπη μου», είπε η γυναίκα του, «τα παιδιά θέλουν να πουν καληνύχτα στον μπαμπά». &lt;br /&gt;Τα παιδιά έτρεξαν και γαντζώθηκαν από πάνω του: «Μπαμπά, θα μας πας αύριο στο δάσος;» ή «μπαμπά, θα μας πας αύριο στη λίμνη;», κι άλλα τέτοια. &lt;br /&gt;«Ο μπαμπάς θα σας πάει όπου θέλετε αύριο… αν του δώσετε τώρα ένα φιλάκι κι αν πάτε για ύπνο, έτσι δεν είναι αγάπη μου;» &lt;br /&gt;«Ναι, θα σας πάω όπου θέλετε… αν ο καιρός είναι καλός αύριο, μπορεί και να χιονίσει απόψε», είπε ο μπαμπάς.&lt;br /&gt;«Να χιονίσει;», έκανε χαμογελώντας εκείνη, «δεν μπορούσες να βρεις κι εσύ κάτι άλλο καημένε;» &lt;br /&gt;«Μα μπαμπά… είχες πει πως θα μας πήγαινες…», ή «Μας είχες υποσχεθεί μπαμπά…», άρχισαν να διαμαρτύρονται τα παιδιά. &lt;br /&gt;«Τέλος», είπε η μαμά, «αύριο θα δούμε τι θα κάνετε, τώρα ύπνο. Εμπρός, φιλήστε τον μπαμπά σας και στα κρεβάτια σας». &lt;br /&gt;Τα παιδιά υπάκουσαν απρόθυμα. «Εμείς γλυκέ μου θα τα πούμε μετά», του έκανε με νόημα κι έκλεισε την πόρτα. &lt;br /&gt;Τους άκουσε που ανέβαιναν όλοι μαζί στο πάνω πάτωμα. Την άκουσε να τους λέει πως τώρα θα έπλεναν τα χεράκια, το προσωπάκι και τα δοντάκια κι άκουσε και τα κλαψουρίσματα των παιδιών που δεν ήθελαν. «Μόνο έτσι θα είστε καλά παιδιά και θα σας αγαπάει ο μπαμπάς κι η μαμά», έλεγε τώρα εκείνη. &lt;br /&gt;«Αν ο άνθρωπος έχει κάποιο προορισμό σ’ αυτήν τη ζωή, αυτός τον είχε αγγίξει», πίστευε. «Γιατί ένοιωθε απόψε κάπως παράξενα όμως;» &lt;br /&gt;Το φεγγάρι τώρα είχε υψωθεί πάνω απ’ τα δέντρα. Τα τζάμια ήταν νοτισμένα. Ο αέρας λύγιζε τις κορφές, αν έπαυε θα το έστρωνε. Δεν ήξερε πώς να το δικαιολογήσει αυτό αλλά αν είχε μυρουδιά το χιόνι, του μύριζε χιόνι. &lt;br /&gt;Γύρισε στο γραφείο και έπιασε να καθαρίζει την πίπα του. Την καθάρισε προσεκτικά και την έβαλε να μουσκέψει στο ουίσκι. Αυτό έδινε στον καπνό άλλη γεύση κι άλλο άρωμα. Ήταν βέβαιος για το άρωμα. &lt;br /&gt;Άκουγε τώρα τη γυναίκα του να πηγαινοέρχεται στο πάνω πάτωμα. Του φάνηκε πως άκουγε τα βήματά της περισσότερο από άλλες φορές. «Τι ιδέες που βάζει με το μυαλό του κανείς, πρώτα το χιόνι και τώρα αυτό», είπε. &lt;br /&gt;Φυλλομέτρησε το βιβλίο να βρει τη σελίδα που διάβαζε. Είχαν θολώσει τα μάτια του. Έβγαλε τα γυαλιά του και τα ‘τριψε… και τι παράξενο πράγμα, διάβαζε καλύτερα χωρίς τα γυαλιά. Έριξε μια ματιά μακριά, στον τοίχο της βιβλιοθήκης και διάβασε τους τίτλους στις ράχες, χωρίς καμιά δυσκολία. Θα ορκιζόταν πως δεν τους είχε διαβάσει ποτέ απ’ αυτή την απόσταση με τα γυαλιά. Κοίταξε έξω . Έβλεπε σαν να ‘ταν μέρα. Τα χρώματα, τα πουλιά που κούρνιαζαν στα κλαδιά… το φεγγάρι με κάθε λεπτομέρεια… ακόμα και τ’ άστρα, όλα τα έβλεπε πεντακάθαρα, όπως δεν τα είχε δει ποτέ πριν. &lt;br /&gt;«Πρεσβυωπία», αποφάνθηκε. &lt;br /&gt;Άκουγε τη γυναίκα του στο μπάνιο τώρα, άκουγε το νερό που έτρεχε, εκείνη να τους λέει το αγαπημένο τους παραμύθι, τα παιδιά να μαλώνουν μεταξύ τους κι εκείνη να τα επιπλήττει. «Μα είναι λογικό να γκρινιάζουν τέτοια ώρα, νυστάζουν», σκέφτηκε. «Αλλά δεν είναι λογικό να τα ακούω όλα αυτά. Ούτε πρεσβυωπία». &lt;br /&gt;Έστησε αφτί ν’ ακούσει καλύτερα. &lt;br /&gt;«Να πεις στον διευθυντή σου πως δεν πρόκειται να του παραδώσεις πριν πάρεις αυτή τη διαολεμένη την αύξηση. Μέχρι εδώ, δεν γίνεται να σ’ εκμεταλλεύεται», έλεγε η γυναίκα του γείτονα. &lt;br /&gt;«Μα δεν γίνονται αυτά, δεν μπορώ να μπω στο γραφείο του και να τον αναγκάσω, δεν καταλαβαίνεις πως θα μπορούσε να με πετάξει έξω με τις κλωτσιές;», απαντούσε ο γείτονας. &lt;br /&gt;Τα άκουγε όλα, ήταν βέβαιος πως δεν τα είχε φανταστεί όλα αυτά. Μύριζε χιόνι, ήταν βέβαιος πως αυτή η μυρουδιά ήταν του φρέσκου χιονιού, την έφερνε ο αέρας. Άκουγε τα μερμήγκια στα σαρακοφαγωμένα πατώματα που πηγαινοέρχονταν και πεντακάθαρα τις συζητήσεις μέχρι πέρα, κάτω στον δρόμο. Θα ορκιζόταν πως μπορούσε να δει τη σκιά ενός κουναβιού πέρα, μέσα στο δάσος, ότι θα μπορούσε να δει τα μάτια του… «αλλά δεν γίνεται αυτό, δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτό», είπε. &lt;br /&gt;Οι παλάμες του ήταν υγρές. Τις κοίταξε και ύστερα τις σκούπισε στο παντελόνι του. «Χριστέ μου» έκανε. &lt;br /&gt;«Αγάπη μου», άκουσε τη φωνή της γυναίκας του απ’ το κεφαλόσκαλο, «η κοκκινοσκουφίτσα σου σε περιμένει, θ’ αργήσεις;» &lt;br /&gt;«Όχι γλυκιά μου», φώναξε προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του να δείχνει ήρεμη, «ξάπλωσε εσύ και θα έρθω, κάτι διαβάζω, το τελειώνω». &lt;br /&gt;«Μην αργήσεις, τα παιδιά κοιμήθηκαν» είπε εκείνη. &lt;br /&gt;«Έρχομαι σε λίγο», είπε αυτός. &lt;br /&gt;«Έχεις κάτι; Ακούγεσαι κάπως παράξενα». &lt;br /&gt;«Όχι, είμαι μία χαρά». &lt;br /&gt;«Καλά, να σβήσεις τα φώτα όταν θα ‘ρθεις». &lt;br /&gt;Του φάνηκε πως το δέρμα του σκλήρυνε, πως είχε γίνει πιο τραχύ. Ίδρωνε, ανάσαινε γρήγορα κι καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Του ερχόταν να βάλει τις φωνές, να ουρλιάξει, άκουγε τον σφυγμό του μες το κεφάλι του. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έπαιρνε ένα βιβλίο απ’ το ράφι και παρέσυρε μια καρέκλα γυρίζοντας , τρικλίζοντας σχεδόν, στο γραφείο. &lt;br /&gt;Ξεφύλλισε γρήγορα. Οι κινήσεις του είχαν γίνει τώρα βιαστικές, ανυπόμονες και σαν να μην έλεγχε τη δύναμή του, σχεδόν το ξέσκιζε. Βρήκε εκείνο που έψαχνε. Διάβασε αλλά στο τέλος της πρότασης είχε αρχίσει να χάνει το νόημα. &lt;br /&gt;«Αγάπη μου», ξανάκουσε τη φωνή της γυναίκας του απ’ το κεφαλόσκαλο, «είσαι καλά;» &lt;br /&gt;Ναι», γρύλισε. «Έρχομαι σε λίγο». &lt;br /&gt;Εκείνη κατέβηκε ξυπόλυτη τις σκάλες και κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Αυτός ήταν σκυμμένος πάνω σ’ ένα βιβλίο και κάτι διάβαζε. «Αγάπη μου…», πήγε να πει. &lt;br /&gt;«Πήγαινε πάνω κι έρχομαι», φώναξε αυτός, «σου είπα πως έρχομαι». Δεν γύρισε να την κοιτάξει. «Τι σου συμβαίνει;», σκέφτηκε να του πει αλλά άλλαξε γνώμη, γύρισε και πήγε πάλι στις σκάλες. Πίσω της άκουσε την πόρτα του γραφείου του να κλείνει με δύναμη. «Α, να σου πω», σκέφτηκε θυμωμένη, «δεν θα μου κλείνεις εμένα την πόρτα» και ξαναγύρισε. Έπιασε το πόμολο και το έστριψε. Τον είδε να τινάζεται και να χώνει τα χέρια του στις τσέπες, «φύγε ανάθεμα με», της φώναξε, «φύγε και έρχομαι». &lt;br /&gt;Το σαγόνι της κρεμάστηκε για λίγο κι η φωνή της δεν βγήκε. Έκανε δυο βήματα πίσω σαν υπνωτισμένη κι ύστερα ανέβηκε τη σκάλα. Δεν ήξερε γιατί ακριβώς αλλά ήθελε να μπήξει τις φωνές, να βάλει τα κλάματα. &lt;br /&gt;Τα γράμματα στο βιβλίο είχαν αρχίσει να μπερδεύονται, οι λέξεις να χάνουν το νόημά τους κι η μυρουδιά του χιονιού ήταν παντού τώρα. Κοίταξε απ’ το παράθυρο και είδε την πανσέληνο. Στο φεγγαρόφωτο είδε καθαρά τις πρώτες νιφάδες. Μετά κοίταξε πάλι τα χέρια του, τα έφερε ύστερα στο πρόσωπό του και το άγγιξε. Ύστερα έβγαλε ένα υστερικό, σχεδόν τρελό γέλιο. &lt;br /&gt;Άνοιξε την πόρτα και κινήθηκε γρήγορα προς την εξώπορτα. Ο σκύλος τρόμαξε και του χίμηξε. Μετά όλα έγιναν σαν μέσα σε όνειρο. Τέλος άνοιξε την εξώπορτα κι έτρεξε έξω. &lt;br /&gt;Οι νιφάδες του χιονιού πύκνωναν. Έτρεχε όλο και πιο γρήγορα τώρα. Και πίσω του το χιόνι έσβηνε τα χνάρια του.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-227232983415765991?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/227232983415765991'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/227232983415765991'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/blog-post_10.html' title='“Πανσέληνος”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S-fKdqc21fI/AAAAAAAAAKQ/pxoepnk82uo/s72-c/munch.jpg' height='72' width='72'/></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-8716410059868932839</id><published>2010-05-01T19:51:00.001+03:00</published><updated>2010-05-01T19:52:51.219+03:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;p style="text-indent: 36pt; margin-left: 72pt;"&gt;&lt;span style="font-family: 'Calibri','sans-serif';"&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=H8tOxlOBlF4"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=H8tOxlOBlF4&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;  &lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/p&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-8716410059868932839?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8716410059868932839'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/8716410059868932839'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/05/httpwww.html' title=''/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-5911701158312593644</id><published>2010-04-11T10:51:00.003+03:00</published><updated>2010-04-11T12:35:21.613+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>… σαν σήμερα</title><content type='html'>Τι πληκτική που ήταν η ζωή. Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι, τι ανιαροί, πόσο αδιάφοροι του φαίνονταν. Μα πώς άντεχαν; Πώς είναι δυνατόν να ζεις σ’ αυτήν την επαρχιακή πόλη, να μην έχεις τίποτα ενδιαφέρον να κάνεις, τίποτα να δεις, κάτι να σου κινήσει την περιέργεια; Κι από πάνω να πρέπει να τους καλημερίζω και κάθε μέρα, να βλέπω όλες αυτές τις ξινές φάτσες, τις παραφουσκωμένες τους κοιλιές, εκείνα τα χοντροκαμωμένα χέρια, τα κρεμασμένα τους μάγουλα, τις κόκκινές τους μύτες. Και να πρέπει να ‘μαι κι ευγενικός από πάνω: «Καλημέρα σας κυρία τάδε, έχετε ένα συστημένο…», τι αηδία Θεέ μου. &lt;br /&gt;Έκανε στο πλάι ν’ αποφύγει τις καβαλίνες καταμεσής του δρόμου. &lt;br /&gt;Τα δέντρα είχαν αρχίσει να φουντώνουν πάλι κι ο αέρας της εξοχής ήταν γεμάτος με μυρουδιές. Δεξιά κι αριστερά οι παπαρούνες έβαφαν κόκκινα τα χωράφια, ο ουρανός ήταν καθαρός… «πόσα πράγματα είναι που δεν βλέπει ο άνθρωπος», μονολόγησε. &lt;br /&gt;Ας όψεται αυτό το καταραμένο το ωράριο. Δεν σου μένει χρόνος για τίποτα. &lt;br /&gt;Έσκυψε, μάζεψε από κάτω μια πέτρα και την έχωσε στην τσάντα του, που είχε ήδη βαρύνει υπερβολικά. &lt;br /&gt;Οι ίδιοι άνθρωποι, οι ίδιοι φράχτες, οι κολοκύθες του κυρίου Ρολάν. Τα τριαντάφυλλα της κυρίας Ξαβιέ, ο εφημέριος την ίδια ώρα πάντα στο ίδιο σημείο… &lt;br /&gt;Δεν ήταν καλύτερα στον φούρνο βέβαια. Αλευρωμένος σαν μπακαλιάρος να φουρνίζεις.. και: «Δεν ψήθηκαν καλά οι ντομάτες», ή «το αλατίσατε πολύ το κρέας την άλλη φορά, του άντρα μου δεν του αρέσει το αλάτι, του το ’χει απαγορέψει κι ο γιατρός». &lt;br /&gt;Βρε δεν πάτε στον διάολο κι εσείς και οι ντομάτες σας; &lt;br /&gt;Τουλάχιστον εδώ έξω… και δεν ξυπνάω και κάθε μέρα μες στ’ άγρια μεσάνυχτα.   &lt;br /&gt;Αν είχε κάποιο όνειρο, ένα σκοπό έστω… κι αν δεν ήταν κι αυτά τα: «Καλημέρα σας κύριε Ρολάν. Τι μου κάνετε κύριε Ρολάν; Πώς είναι η κυρία Ρολάν;», όλες αυτές οι γελοιότητες.  &lt;br /&gt;Λες και μ’ ενδιαφέρει εμένα τώρα η υγεία αυτής της καρακάξας, της Ρολάν. &lt;br /&gt;Τώρα έχω να παραδώσω κι αυτά τα δύο εμβάσματα… κι ύστερα την ερωτική αλληλογραφία της δεσποινίδας Τρυσόν. Μα ποιος είναι αυτός ο ανόητος ο Φιλίπ που της γράφει κάθε τόσο; Πώς είναι δυνατόν να ‘ναι κάποιος ερωτευμένος μ’ ένα τέτοιο φλάμπουρο; &lt;br /&gt;Τα λεφτά θα μου πεις. Αλλά χίλιες φορές η χήρα Προυντόν. Κι ας έχει και μισή ντουζίνα παιδιά να θρέψει. Κι ας μην της άφησε τίποτα αυτός ο ακαμάτης ο Προυντόν. Αμ εκείνη η φοράδα η φουρνάρισσα με τα καλοθρεμμένα της καπούλια; Ή αυτό το φιντανάκι, η υπηρετριούλα των Ρολάν. Ακόμα κι η μαντάμ Κονστάνς, Η ΔΑΣΚΑΛΑ, είναι ακόμα ζουμερή κι ας έχει, κι αυτή, τα χρονάκια της. Όλες είναι καλύτερες από τη δεσποινίδα Τρυσόν. &lt;br /&gt;Να τώρα, αυτός ο χοντροκέφαλος ο καπνοπώλης, ο Ζεράρ. Θα θέλει να μου πιάσει πάλι την κουβέντα, να μάθει τι γίνεται. &lt;br /&gt;«Αργοπορημένος όπως πάντα, έλεγα πως δεν θα περάσεις σήμερα». &lt;br /&gt;«Πάντα τις Παρασκευές είναι περισσότερα τα γράμματα». &lt;br /&gt;«Ναι, λες και δεν θα ‘χουν άλλη μέρα!». &lt;br /&gt;«Γράφει κάτι σήμερα η εφημερίδα;» &lt;br /&gt;«Σφαγιάσθηκαν δεν ξέρω κι εγώ πόσοι Βρετανοί απ’ τους Ζουλού». &lt;br /&gt;«Εμ… μέχρι τώρα τους έσφαζαν αυτοί, καλό μεσημέρι φίλε μου».&lt;br /&gt;«Λένε πως παρουσιάστηκε κάποιος μνηστήρας για τη νεαρή Τρυσόν. Πήρε το αφτί σου τίποτα;» &lt;br /&gt;«Όχι… δεν ξέρω κάτι». &lt;br /&gt;«Θα ‘ναι κανένας προικοθήρας. Ποιος άλλος θα παντρευόταν την Τρυσόν;» &lt;br /&gt;Την καημένη την Τρυσόν. Μήτε κι αυτός ο ξεδοντιάρης ο Ζεράρ δε θα την έπαιρνε. Εκτός… εκτός  κι αν ο γέρο Τρυσόν του έταζε μερικά απ’ τα κτήματά του.  &lt;br /&gt;Θα γύριζε τώρα σπίτι του, θα έτρωγε τη ζεστή του κρεμμυδόσουπα, θα έπινε κι ένα ποτήρι να στυλωθεί. Θα ‘βγαζε επιτέλους κι αυτά τα βρωμοπάπουτσα. Θα διάβαζε την εφημερίδα του. Όπως κάθε μέρα πλην Κυριακής. Ενώ αυτός… αυτός ήταν φτιαγμένος για άλλα πράγματα. Αλλά η ζωή τα ‘χε φέρει έτσι. Να μοιράζει γράμματα. &lt;br /&gt;Ευτυχώς που ήταν κι αυτός ο πόλεμος των Μπόερς. Αλλιώς ούτε κι η εφημερίδα δεν θα ‘λεγε τίποτα. Ούτε κατά πού πέφτει η Τράνσβααλ θα ξέραμε.  &lt;br /&gt;Πόσο θα ήθελε να ήταν νεώτερος. Να φύγει μ’ ένα καράβι στην Αφρική… να κάνει κάτι άλλο.  &lt;br /&gt;Σκόνταψε κι έπεσε. Φαρδύς - πλατύς.  &lt;br /&gt;Η τσάντα τού έφυγε απ’ τα χέρια . Ανακάθισε στον χωματόδρομο. Κοίταξε την πέτρα που προεξείχε. Σηκώθηκε, ξεσκόνισε το παντελόνι του και πήγε να μαζέψει από πιο πέρα την τσάντα. Έκανε δυο βήματα και στάθηκε. Κοίταξε πάλι την πέτρα. Έσκυψε και την ξανακοίταξε προσεχτικά. Μετά την έπιασε να δει αν κουνιόταν, την ταρακούνησε. Την ξέθαψε. &lt;br /&gt;Ήταν μια όμορφη πέτρα. Κι ήταν χιλιάδες ίσως… μα τι χιλιάδες; Ήταν εκατομμύρια χρόνια θαμμένη εκεί. &lt;br /&gt;«Σε καλό σου, τι θα τις κάνεις όλες αυτές τις πέτρες που μαζεύεις;», τον ρώτησε η γυναίκα του, «γιατί δεν φυτεύουμε κι εμείς ντομάτες όπως όλος ο κόσμος;» &lt;br /&gt;Άναψε τη λάμπα του πετρελαίου, έβαλε μπροστά το καινούργιο του απόκτημα και το εξέτασε. &lt;br /&gt;«Εσύ κοιμήσου», της είπε, «εγώ θα βγω λίγο έξω. Σηκώθηκε και πήρε τη λάμπα απ’ το τραπέζι. Πήρε μετά παραμάσχαλα την πέτρα και βγήκε στην αυλή.  &lt;br /&gt; «Έλα να κοιμηθείς άνθρωπε μου», του είπε η γυναίκα του απ’ το κατώφλι, «πάλι δεν θα ‘χεις σηκωμό το πρωί». &lt;br /&gt;Δεν της απάντησε. Είχε μεριάσει κάπως τον σωρό κι είχε ακουμπήσει τη λάμπα. Διάλεξε μια πέτρα και πήγε και την τοποθέτησε σ’ έναν άλλο σωρό πιο πέρα, που έμοιαζε με μάντρα αυτός. Τον είδε να πηγαινοέρχεται και να κουβαλάει κι άλλη πέτρα κι ύστερα άλλη και άλλη. &lt;br /&gt;«Τι μανία σ’ έχει πιάσει μ’ αυτές τις πέτρες; Γιατί δεν έρχεσαι να κοιμηθείς σαν άνθρωπος;» &lt;br /&gt;Ο ταχυδρόμος έδεσε άλλο ένα νήμα για να παίρνει το ίσο. Δεν την άκουγε. Θα έφτιαχνε ένα κάστρο. Για να στεγάσει τα όνειρά του. Και θα ξόδευε όσο χρόνο χρειαζόταν να ξοδέψει για να το κάνει αυτό. Ακόμα και μια ζωή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-5911701158312593644?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5911701158312593644'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5911701158312593644'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/04/blog-post_11.html' title='… σαν σήμερα'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-172680799813686321</id><published>2010-04-01T19:01:00.001+03:00</published><updated>2010-04-01T19:05:16.913+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>Η μαϊμού απ’ το πουθενά</title><content type='html'>Η μία που ‘χα δει κάποτε, ήταν αυτό που λες με μία λέξη: ξέκωλο. &lt;br /&gt;Η άλλη, καμία σχέση,  ήταν μια εντελώς διαφορετική περίπτωση. Είχε μπει απ’ το παράθυρο, ποιος ξέρει πόση ώρα τώρα. Όταν την είδα τρόμαξα, κατάφερα όμως να συγκρατηθώ και να μη βάλω τις φωνές. Έδειχνε ακίνδυνη, εμένα η καρδιά μου όμως πήγαινε να σπάσει. &lt;br /&gt;Περιεργαζότανε τα πάντα, τα χαρτιά μου, τα ρούχα που ‘χα ακουμπήσει στην καρέκλα, τα παπούτσια μου και κυρίως, κάτι μπανάνες που βρίσκονταν εκεί. Ήταν μαθημένη όμως και δεν άγγιζε. &lt;br /&gt;Είχα ασπρίσει απ’ τον φόβο μου, αυτή ήρθε όμως και κάθισε στα πόδια μου, ήρεμη, ήσυχη, όπως είναι τα ζώα που ‘χουν μάθει να ζουν με τους ανθρώπους. αυτό με καθησύχασε.   &lt;br /&gt;Πέρασε έτσι δεν ξέρω πόση ώρα, μέχρι που βρήκα το θάρρος και άπλωσα το χέρι μου, μα πριν προλάβω να σκεφτώ ή να κάνω οτιδήποτε έδωσε ένα σάλτο και κρεμάστηκε επάνω μου. Ζύγιζε, μπορώ να πω, ελάχιστα. Με κοίταζε στα μάτια και με μύριζε. Μετά έδειξε τεράστιο ενδιαφέρον για την τσέπη μου. Τη γύρισε τα μέσα έξω κι αφού την επεξεργάστηκε, την παράτησε και πέρασε το χέρι της στα μαλλιά μου, απαλά, με ευγένεια. Δεν ήξερα τι να κάνω και έμεινα στήλη άλατος. Εκείνη, αφού με χάζεψε λίγο ακόμα, με βαρέθηκε φαίνεται και δίνοντας ξαφνικά ένα πήδο, βρέθηκε στο τραπέζι. Άπλωνε το χέρι της σαν να ‘θελε να μου δείξει τις μπανάνες και όλη της η προσοχή ήταν στραμμένη τώρα εκεί. &lt;br /&gt;Παρέμενα αποσβολωμένος να κοιτάω ώσπου άξαφνα, σαν να ‘χασε την υπομονή της, άρχισε να πηδάει πάνω – κάτω, κάνοντας φοβερή φασαρία, νόμιζα πως θα γκρέμιζε το σύμπαν. Είχα σαστίσει και δεν τολμούσα να κάνω τίποτα. Εκείνη τότε έβγαλε ένα τσιριχτό, παραπονιάρικο ήχο, δείχνοντάς μου όλα της τα δόντια και ορκίζομαι πως μου έδειχνε τις μπανάνες. &lt;br /&gt;«Πάρε», είπα, σαν ηλίθιος. &lt;br /&gt;Δεν ξέρω τι κατάλαβε ή δεν κατάλαβε, πήρε όμως και εξασκημένη όπως ήταν – γιατί αυτό το κάνουν από γεννησιμιού τους οι μαϊμούδες - ξεγύμνωσε τη μπανάνα και την δάγκωσε, αποκεφαλίζοντάς την. Τα μάτια της έλαμπαν από ευχαρίστηση. Στην δεύτερη δαγκωνιά η καμπύλη του φρούτου χάθηκε και στην Τρίτη η μπανανόφλουδα κρεμόταν σαν άψυχη στο χέρι της. Την απόθεσε ύστερα προσεκτικά και χτύπησε με το άλλο χέρι το στήθος της, τρεις – τέσσερεις φορές που μέτρησα, πώς λένε ευχαριστώ τα παιδιά; Μετά έκανε μια θεαματική τούμπα στον αέρα πριν προσγειωθεί στο πάτωμα. Έδωσε άλλον ένα πήδο και βρέθηκε στο περβάζι. Μου έδειξε από ‘κει άλλη μια φορά τα δόντια της κι ύστερα πήδηξε στο κενό. &lt;br /&gt;Άφησα πολλές φορές μπανάνες από τότε, στο τραπέζι, στο παράθυρο, εκείνη όμως δεν ξανάρθε. &lt;br /&gt;Λίγο καιρό μετά, εντελώς τυχαία, την είδα μια μέρα στην τηλεόραση. Ο παρουσιαστής είπε πως είχε λείψει ένα μήνα απ’ το πάρκο και πως γύρισε μόνη της. Την έδειξαν που καθάριζε μια μπανάνα και την έκανε δυο χαψιές, αλλά με απίστευτη λεπτότητα. Ο παρουσιαστής επισήμανε πως η μαϊμού, όπως έλεγαν οι ειδικοί, έπασχε τελευταία από κατάθλιψη, πράγμα που δε μ’ εντυπωσίασε γιατί, ποιος δεν πάσχει σήμερα από κατάθλιψη; Την έλεγαν είπαν: «Λάικα, όπως εκείνη που ‘χε ταξιδέψει στο διάστημα κι είχε βλέμμα ανθρώπινο».   &lt;br /&gt;«Ω μωρό μου, τι σκληρά που σου φέρθηκε η ζωή», σκέφτηκα και είπα να μου φέρουν μία ακόμα μπύρα. Και δεν άκουσα ποτέ ξανά γι’ αυτήν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-172680799813686321?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/172680799813686321'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/172680799813686321'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='Η μαϊμού απ’ το πουθενά'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-1682388381494644999</id><published>2010-03-27T13:28:00.003+02:00</published><updated>2010-03-27T13:57:59.670+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>“απολυτίκιο”</title><content type='html'>Ο Λάζαρος, ενστικτωδώς, προσπάθησε να κουνήσει τα βλέφαρά του. του φάνηκαν τόσο βαριά που σκέφτηκε πως ήταν αδύνατον να τ’ ανοίξει. Μετά διαπίστωσε πως όλη αυτή η προσπάθεια δεν απέδωσε, το σκοτάδι ήταν σχεδόν απόλυτο. Προσπάθησε ν’ ανασάνει. Ο αέρας, αν και κάπως πιο βαρύς απ’ ό,τι συνήθως, πέρασε απ’ τα ρουθούνια του και του έκαψε το στήθος. Πήρε μια ακόμα ανάσα, πιο κοντή αυτή τη φορά, φοβισμένη. Τον έκαψε λιγότερο κι ο πόνος όσο πήγαινε κι αυτός λιγόστευε. Πήρε δυο – τρεις ακόμα αναπνοές, γρήγορα, άπληστα. Μύριζε κλεισούρα, μια υγρή μυρουδιά που ανακατευόταν με το μύρο. Οι απανωτές ανάσες τον ζάλισαν. Προσπάθησε να καταλάβει τι συνέβαινε, πού ακριβώς ήταν. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό ότι ήταν νεκρός, ανοιγόκλεινε άλλωστε τα μάτια του… μήπως ήταν τυφλός όμως; Κι αυτή η μυρουδιά… ήταν οπωσδήποτε μύρο. Και μύρο βάζανε στους νεκρούς… αλλά δεν γινόταν να ήταν νεκρός, δεν ήταν πεθαμένος, ανέπνεε. &lt;br /&gt;Ένοιωσε να τον κατακλύζει ο φόβος. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, άκουγε τον σφυγμό του στα μηνίγγια του, προσπάθησε να κινήσει τα χέρια και τα πόδια του. ήταν φασκιωμένος, τυλιγμένος σφιχτά με γάζες… τον είχανε πάρει για πεθαμένο, τον φάσκιωσαν και τον είχανε θάψει, ποιος ξέρει πού. &lt;br /&gt;Ένοιωσε να τρελαίνεται. Άνοιξε το στόμα του να φωνάξει: «Βοήθεια», ούρλιαξε και χώματα πέσανε απ’ την οροφή, «βοήθεια», ούρλιαζε μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του: «βοήθεια… δεν είμαι νεκρός… βοήθεια». Μετά άρχισε να κλαίει, πνιγόταν στα ίδια του τα δάκρυα και εκλιπαρούσε μέσα σ’ αναφιλητά: «Θεέ μου, εσύ που έφτιαξες τον κόσμο… λυπήσου με… μη μ’ αφήσεις να πεθάνω Θεέ μου…». &lt;br /&gt;Κι ο Θεός τον λυπήθηκε. Κι έτυχε να περνάει από ‘κει εκείνος ο άγιος άνθρωπος.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-1682388381494644999?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1682388381494644999'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/1682388381494644999'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/03/blog-post_27.html' title='“απολυτίκιο”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3384077784825506748</id><published>2010-03-14T12:55:00.009+02:00</published><updated>2010-03-16T18:35:05.763+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη”</title><content type='html'>Δίχως να το ομολογεί, πολλές φορές αναρωτιόταν αν ζούσε μια κλεμμένη ζωή. Είχε την αίσθηση ότι δεν ανήκε πουθενά, ή πως δεν του ανήκε τίποτα και πως ο εαυτός του ήταν κάποιος άλλος. Τύχαινε μάλιστα να τον συναντάει συχνά, στον καθρέφτη του μπάνιου που μοιράζονταν, ή τον έπιανε να τον κοιτάζει βλοσυρά μέσα από κάποια βιτρίνα. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να πει ποιος κοίταζε ποιόν και δεν είχε καμιά απολύτως βεβαιότητα ότι έμοιαζαν. Για ‘κείνον, αυτός ο άλλος ήταν ένα άλυτο μυστήριο, κάποιος που ‘χε την εμμονή να ζει απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη. &lt;br /&gt;Τον ήξερε από παιδί και τον είχε δει να μεγαλώνει, αλλά και πάλι ,αυτό δεν του έλεγε τίποτα, ήταν σαν ένας γείτονας που έβλεπε απ’ το παράθυρο. Τελευταία μάλιστα είχε προσέξει πως αυτός ο άλλος είχε πάρει κιλά και πως τα μαλλιά του, αν και μακριά σαν τα δικά του, είχαν γκριζάρει και είχαν αραιώσει αρκετά. Γέρναγε ο μπάσταρδος. &lt;br /&gt;Σαν παιδιά παίζανε, θυμόταν, μαζί. Τότε δεν χρειαζόταν τους καθρέφτες για να τον βλέπει, κατέβαιναν και ψαχούλευαν μαζί στο υπόγειο, ανέβαιναν στα δέντρα, ή παράβγαιναν στο τρέξιμο. Θυμόταν που κάνανε μαζί σχέδια, που του έλεγε τις πιο απόκρυφές του σκέψεις, που πηγαινοέρχονταν μαζί στο σχολείο και που φρόντιζε να τον έχει πάντα δίπλα του, να περπατάει συγχρονίζοντας το βήμα του με το δικό του, αυτός το δεξί κι εκείνος τ’ αριστερό, ν’ ανάβει τα πρώτα τους τσιγάρα και να ξεφυσάει τον καπνό, σαν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Σιγά – σιγά όμως – πώς έγινε διάολε - όλα αυτά σβήστηκαν. &lt;br /&gt;Τώρα αυτός ο άλλος δεν ήταν πια εκεί, ήταν σαν να ‘χε δώσει τη θέση του σ’ έναν ξένο. Κι αυτόν εκείνος δεν τον αναγνώριζε. Αμφέβαλε αν είχαν καν το ίδιο όνομα, αν τους συντρόφευαν οι ίδιες μνήμες. Κυρίως όμως ήταν σαν αυτός ο άλλος να τον απέφευγε, φοβόταν πως ένα πρωί δεν θα υπήρχε κανένας απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη. Κι όσο κι αν έκανε πως δεν τον ένοιαζε, αυτό το πράγμα τον τρόμαζε. &lt;br /&gt;Προσπαθούσε να καταλάβει πότε ακριβώς έγινε αυτό, πότε έχασε τον έλεγχο της κατάστασης. Από την άλλη, υπέθετε πως κι ο άλλος έκανε παρόμοιες σκέψεις. Ότι ξενυχτούσε κι έπινε στο άλλο δωμάτιο, δεν είχε όμως το θάρρος να πάει μέχρι την κουζίνα, φοβόταν μήπως τον έβρισκε εκεί, να καπνίζει τα τσιγάρα του και να πίνει απ’ τα ποτά του. Κυρίως όμως φοβόταν, αυτός ο άλλος, τι θα του έλεγε. Γιατί, οπωσδήποτε, θα ‘χε ράμματα για τη γούνα του. &lt;br /&gt;Εκείνη τη νύχτα λοιπόν, ήπιε αρκετά ώστε να ‘ναι κοντά στο να ‘χει παραισθήσεις κι όταν ένοιωσε δυνατός να τα βάλει μ’ οποιονδήποτε, τράβηξε ίσια για την κουζίνα. Αυτός ο άλλος καθόταν εκεί και του ‘χε γυρισμένη την πλάτη. Δεν έδειξε καμιά έκπληξη όταν τον είδε. &lt;br /&gt;«Ώστε το πήρες επιτέλους απόφαση;», είπε κι ούτε που γύρισε να τον κοιτάξει, «καιρός ήταν». &lt;br /&gt;Του ‘ρθε να του σπάσει το κεφάλι με το μπουκάλι, να τον βγάλει απ’ τη μέση: «θα τον σκότωνε», σκέφτηκε, «θα τον σκότωνε και θα έθαβε το πτώμα του στον κήπο. Δεν θα τον αναζητούσε κανείς». &lt;br /&gt;Ο άλλος πετάχτηκε πάνω κι η καρέκλα έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα. Το πρόσωπό του είχε μια απειλητική έκφραση όπως τον κοίταζε στα μάτια: «αν πρέπει κάποιος να βγει οπωσδήποτε απ’ τη μέση», είπε και βούτηξε ένα μαχαίρι που ‘ταν παρατημένο στο τραπέζι, έναν Ελβετικό σουγιά με τρεις ίντσες λάμα, «τι σε κάνει να πιστεύεις πως αυτός πρέπει να ‘μαι απαραίτητα εγώ;» &lt;br /&gt;Κοιτούσε σαν υπνωτισμένος, αυτός που μέχρι χθες δεν ήταν παρά ένα είδωλο, είχε ξεσπαθώσει τώρα και του ‘βγαζε και γλώσσα. Υπήρχαν χιλιάδες πράγματα που τους χώριζαν, ήταν σίγουρος. Όπως και ότι δε μοιάζανε σε τίποτα… αλλά αυτή η τελευταία φράση που ξεστόμισε αυτός ο μπάσταρδος… δεν υπήρχε αμφιβολία, ήταν αυτός, σίγουρα. &lt;br /&gt;Μετρήθηκαν με τα μάτια. Όπως παλιά που κοιτάζονταν στον καθρέφτη. Φορούσε το ρολόι του στο δεξί ενώ ο άλλος στ’ αριστερό και ζάρωνε τα φρύδια του με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Είχε κοπεί κι εκείνος στο ξύρισμα, ακριβώς στο ίδιο σημείο, απ’ την άλλη πλευρά όμως. Έμοιαζαν. Δεν είχε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό τώρα… αλλά στην ουσία, δεν ήταν παρά ένας άλλος. Αυτό δεν θα άλλαζε. &lt;br /&gt;Παράτησε το μπουκάλι και μέσα στη θολούρα του είδε τον σουγιά στην παλάμη του άλλου, του φάνηκε ότι τα δάκτυλα του χαλάρωσαν. &lt;br /&gt;«Συμβαίνουν αυτά άμα καβατζάρεις τα 50», είπε ο άλλος συγκαταβατικά και σαν ένδειξη καλής θέλησης πέταξε τον σουγιά στο τραπέζι. Εκείνος έσκυψε και σήκωσε την καρέκλα απ’ το πάτωμα. Κάθισαν αντικριστά, ενώπιος ενωπίω κι όπως ήταν φυσικό, ήρθαν τα πάνω  - κάτω. &lt;br /&gt;Είχαν περάσει δυο χρόνια απ’ το συγκεκριμένο επεισόδιο. Γι’ αρκετό καιρό δεν έβαλε στο στόμα του ούτε στάλα και καλού – κακού έκτοτε, φρόντιζε να πηγαίνει κατ’ ευθείαν στην κρεβατοκάμαρα όταν έπινε, όπως και να μην αφήνει στη μέση μαχαίρια και τέτοια πράγματα. Πολλές φορές αρνιόταν να πιστέψει πως είχε συμβεί οτιδήποτε, ούτε καν μέσα σ’ όνειρο, κρατούσε ωστόσο και μια επιφύλαξη, γιατί: «πάντα υπάρχει και το μεταφυσικό», έλεγε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3384077784825506748?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3384077784825506748'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3384077784825506748'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/03/blog-post_14.html' title='“Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέη”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3996758638483787110</id><published>2010-03-08T10:24:00.006+02:00</published><updated>2010-03-11T19:15:53.802+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>Νίκος</title><content type='html'>&lt;a onblur="try {parent.deselectBloggerImageGracefully();} catch(e) {}" href="http://1.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S5S0ksq02uI/AAAAAAAAAKE/XWJUG47Q8c4/s1600-h/kessanlis.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 399px; height: 400px;" src="http://1.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S5S0ksq02uI/AAAAAAAAAKE/XWJUG47Q8c4/s400/kessanlis.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5446176391956847330" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε φορά που προσπαθώ να σκεφτώ κάτι, μου ‘ρχονται στο μυαλό οι ίδιες λέξεις, τα ίδια φερσίματα κι οι ίδιοι άνθρωποι, πανομοιότυπα σαν κονσέρβα ή σιροπιασμένα κανταΐφια. Προσπαθώ ν’ απαλλαγώ από δαύτους, να δω τον κόσμο μ’ άλλο μάτι. Καμιά φορά το καταφέρνω αυτό με τα όνειρα, με τον κόσμο που σκαρώνω στον ύπνο μου. Άλλες πάλι μοιάζει αδύνατον, γιατί κι εκεί, με κατατρέχουν συνήθως οι ίδιες φάτσες, σήμερα, για παράδειγμα, είδα στον ύπνο μου τον Νίκο. &lt;br /&gt;Ήμασταν λέει κι οι δυο άρρωστοι, σε διπλανά κρεβάτια, κάπου, σ’ ένα αποστειρωμένο μέρος που έμοιαζε καθαρό και απαγορευόταν το κάπνισμα. Εκείνος δυσανασχετούσε και στριφογύρναγε διαρκώς στο κρεβάτι του. Ήταν όπως πάντα, κοντούλης, μελαχρινός, κακάσχημος και μαλλιαρός. Τον παρακολουθούσα από απόσταση, αλλά μπορούσα να δω τα μάτια του, γουρλωμένα, λες, απ’ την αγωνία, πίσω από ‘κείνα τα τεράστια γυαλιά που φορούσε, τα μαλλιά του λιγδωμένα και κορακίσια  και το δέρμα του, λιπαρό και βλογιοκομμένο. &lt;br /&gt;Ήλπιζα, λέει, πως θα μ’ αναγνώριζε, περίμενα δε ν’ ανοίξει το στόμα του και να πει μια κουβέντα, ν’ ακούσω πάλι εκείνο το χαρακτηριστικό ψεύδισμα, εκείνος όμως είχε το νου του συνέχεια στην πόρτα, ή άλλα πράγματα στο μυαλό του, δεν ξέρω. &lt;br /&gt;Κάποτε εμφανίστηκε κάποιος εκεί, ήταν πάνω  - κάτω στην ηλικία μου αλλά έδειχνε νεώτερος και υγιής. Εν αντιθέσει με μας που μυρίζαμε θάνατο, αυτός ήταν ροδοκόκκινος και γεμάτος ζωή. Κρατούσε ένα μικρό μπουκέτο από πένθιμες ανεμώνες, που αν και το προόριζε για ‘κείνον, δεν του το έδωσε αλλά το παράτησε κάπου, στην άκρη ενός δίσκου ας πούμε και ‘κείνο παράπεσε. Κάθισε δίπλα στο κρεβάτι, σε μια καρέκλα απ’ αυτές με το πράσινο πλαστικό  κι αρχίσανε να μιλάνε χωρίς να μου δίνουνε καμιά σημασία, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Στην αρχή αυτός ο άλλος τον ρώτησε «τι κάνει εκεί;» κι ο Νίκος του είπε πως ήταν άρρωστος. «Θα μείνω εδώ τουλάχιστον ένα χρόνο», είπε. &lt;br /&gt;Ο άλλος προσπέρασε το γεγονός κι άρχισε να μιλάει για τα δικά του, έγραφε ένα βιβλίο και είχε κρατήσει για τον εαυτό του τον ρόλο του εμπειρογνώμονα. Κατάλαβα ότι επρόκειτο για κάτι σαν σύγγραμμα και πως είχε να κάνει με τη δουλειά του Νίκου, ο τύπος ήταν μάλλον ιστορικός. Η συζήτηση έδειχνε να ‘χει ενδιαφέρον, ξαφνικά όμως ένοιωσα παρείσακτος και  σκέφτηκα πως για κάποιο λόγο δεν έπρεπε να βρίσκομαι εκεί μέσα, σηκώθηκα λοιπόν κι άρχισα να τα μαζεύω. Αυτοί συνέχισαν να μιλάνε αλλά δεν τους άκουγα πια. Όταν τελικά έφυγα, συνειδητοποίησα πως ο Νίκος είχε πεθάνει από καιρό και ότι δε θα ‘βγαινε ποτέ, όπως έλεγε. Εγώ πάλι είχα αρκετά πράγματα να κάνω, πριν αποφασίσω πως πέθανα οριστικά κι ότι όλα αυτά δεν ήταν παρά μέρος της προσωπικής μου αγωνίας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-3996758638483787110?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3996758638483787110'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/3996758638483787110'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/03/blog-post_08.html' title='Νίκος'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_wcQ_12K8pWM/S5S0ksq02uI/AAAAAAAAAKE/XWJUG47Q8c4/s72-c/kessanlis.jpg' height='72' width='72'/></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7804661987391800908</id><published>2010-03-05T19:11:00.001+02:00</published><updated>2010-03-05T19:29:53.701+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>Τζούλια</title><content type='html'>Μην ακούς, είναι καλό κορίτσι η Τζούλια. Έρχεται και μας καθαρίζει το σπίτι. Κάνει και άλλα διάφορα που δεν έπρεπε να κάνει, βάζει ας πούμε τα παπούτσια στο πλυντήριο. Πιστεύει δε πως όλοι κάνουν το ίδιο. Εντάξει, μικρή είναι, θα μάθει.  &lt;br /&gt;Είναι και άτυχη. Πέρασε και δύσκολα παιδικά χρόνια. Κάτι θα της άφησε κι αυτό. Είναι και δυο μέτρα γκόμενα, αυτό κι αν της άφησε. &lt;br /&gt;Είναι αποφασισμένη, μου λέει. Να πετύχει. Με κάθε τρόπο. Και το πιστεύει, το βλέπεις στα μάτια της, το δηλώνει βρε παιδί μου. &lt;br /&gt;Εντάξει, λέγονται τώρα διάφορα, αλλά έτσι γίνεται, κακοήθεις υπάρχουν παντού. Και στο κάτω – κάτω δεν είναι η χειρότερη όλων η Τζούλια, τη φθονούν. Γιατί, ό,τι κάνει το κάνει καλά. Κι ας λένε οι κακές γλώσσες. Όσα δε φτάνει η αλεπού…&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7804661987391800908?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7804661987391800908'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7804661987391800908'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/03/blog-post.html' title='Τζούλια'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7855421229868920779</id><published>2010-02-25T18:47:00.003+02:00</published><updated>2010-02-27T11:21:59.321+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>… τι τρέχει με τη Μάγκυ μας;</title><content type='html'>Μια δόση που ήμουν αξιοπρεπής και καθόλα όπως πρέπει, μου την πέφτει ένας ίσα μέχρι ‘κει πάνω και μ’ αρχίζει στο ψηστήρι, ότι ντε και καλά είναι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα εργοδηγός του εργολάβου που έχτιζε τότε την πολυκατοικία δίπλα και να μην τα πολυλέω μου σκάει το παραμύθι για τα 50 ευρώ. Δεν ήταν πολλά τα λεφτά αλλά τότε μόλις είχε πρωτοβγεί το ευρώ και το μετράγαμε, «τρία ευρώ ένα χιλιάρικο», λέγαμε και πώς ήρθε και μ’ έπιασε κορόιδο ο μάγκας, τσέπωσε τα 40 που του έδωσα – γιατί ή 40 ή 60 θα του έδινα, δεν είχα πενηντάρικο - κι έγινε μπουχός.&lt;br /&gt;Το συζητούσα που λες αυτό με κάτι φίλους και το ‘χα πρόσφατο, οπότε χτυπάει το κουδούνι και μπαίνει κάποιος και ζητάει εμένα, «ένας φίλος του, πείτε του», είπε, άκου τώρα θράσος. Άκουσα κι εγώ τη φωνή όπως κατέβαινα τις σκάλες και λέω: «ο τάδε εδώ; Τι να γυρεύει;», τον μπέρδεψα δηλαδή μ’ ένα φίλο που είχα να δω καιρό και κατεβαίνω τις σκάλες έτοιμος για πλάκα.&lt;br /&gt;Βλέπω λοιπόν έναν τύπο που κάποιον άλλο μου θύμιζε, είχε τη μούρη ενός που του ‘φαγα κάποτε τη γκόμενα, αλλά ήταν πιο νέος, όπως ήταν ο άλλος τότε, πριν τριάντα χρόνια: «ναι», λέω, «τι θέλετε;»&lt;br /&gt;Ο τύπος καθόταν φαρδύς – πλατύς στο σαλόνι μου και μου χαμογέλαγε με ‘κείνα τα φιδίσια μάτια, μουσάκι που ‘χουν συνήθως κάτι φωτογράφοι, γύρω απ’ το πηγούνι και μια φαβορίτα μακριά και μια κοντή, σαν να ‘χε ένα τριχωτό bluetooth στ’ αφτί. Παραξενεύτηκα αλλά δεν είπα τίποτα, «θα ‘ναι κανένας εκκεντρικός που νομίζει πως είναι κάποιος έτσι, o.k, τι να κάνουμε;»&lt;br /&gt;«Ήρθα για τη Μάγκυ σας», μου κάνει κι εγώ θα έπρεπε να καταλάβω τώρα, «λέγομαι μπλα μπλα μπλα κι είμαι φωτογράφος» και λέγοντάς μου αυτά μου δίνει και το χέρι του, ένα μαλλιαρό κοντόχοντρο χέρι, απ’ αυτά που μου τη δίνουν κάπως.&lt;br /&gt;«Ώστε για τη Μάγκυ μας», κάνω δήθεν ταραγμένος γιατί ως γνωστόν εμείς Μάγκυ δεν έχουμε, «τι τρέχει με τη Μάγκυ μας;»&lt;br /&gt;Κάνει έτσι τότε και βγάζει απ’ την τσέπη του κάτι σαν φωτογραφική μηχανή, πολύ υψηλής τεχνολογίας όμως και ακουμπάει αυτό το πράγμα στο τραπέζι. Μετά πατάει το play κι όσο εγώ ακούω και βλέπω διάφορα που δεν τα πιάνω, ο τύπος την είδε να μου εξηγεί πως βρέθηκε εκεί τυχαία με το σκάφος του – τόνισε ιδιαίτερα «το σκάφος» του - κι όπως κατέγραφε κάτι άλλο, τυχαία εντελώς η κάμερα έπιασε και τα εξής: η Μάγκυ μας μ’ έναν ιταλό μαφιόζο – κάτι άλλο ήταν αλλά εμένα μου έκανε μαφιόζος – στο πίτσι - πίτσι στην παραλία, ολόγυμνοι, σ’ όλες τις πόζες που μπορεί να σκεφτεί κανείς και να μου δίνει με το βλέμμα να καταλάβω πως αν δεν του τα έσκαγα, η Μάγκυ Μας, θα γινόταν πρώτο θέμα, ποιος ξέρει πού.&lt;br /&gt;Κάνω κι εγώ πως μ’ έπιασε τάχα ταραχή και του λέω να περιμένει να διώξω τη γυναίκα μου και βλέποντας αυτός πως τσίμπησε το ψάρι κάθισε και περίμενε. Πάω εγώ μέσα, λέω στη γυναίκα μου να πάρει τα κανάλια και την αστυνομία, βουτάω κι ένα σαρανταπεντάρι που ‘χω πρόχειρο, το χώνω στην τσέπη και γυρνάω πίσω.&lt;br /&gt;«Λοιπόν», λέω, «τι γίνεται σ’ αυτή την περίπτωση;»&lt;br /&gt;«50 χιλιαρικάκια και καθάρισες», μου κάνει.&lt;br /&gt;«Δεν είναι πολλά;», λέω και τα παίρνω κιόλας γιατί αυτό το πενηντάρι κάτι μου κάνει από τότε με τον άλλον και βάζω το χέρι στην τσέπη. Με παίρνει μάτι, το λιγούρι ,και ξεροσταλιάζει τώρα να δει το μάτσο, «κοίτα, ξέρω ότι τα ‘χεις», λέει ο μπάσταρδος, «ή τα χώνεις ή το κοριτσάκι σου δεν θα ‘χει μούτρα να βγει από την πόρτα, με πιάνεις;»&lt;br /&gt;Και βέβαια τον έπιανα, έλα όμως που εμένα καρφί δε μου καιγότανε γι’ αυτή τη Μάγκυ και σίγουρα ο τύπος με πέρναγε για άλλον, την είχα όμως κατά νου τη δουλειά να τον κάνω ρόμπα και στράβωσα κιόλας με τον τρόπο του, βγάζω λοιπόν το σαρανταπεντάρι και πριν προλάβει να πει κιχ του το χώνω ανάμεσα στα σκέλια. Πώς την είδε τώρα ο μαλάκας και πάει να κουνηθεί, ε, δε θέλει πολύ να γίνει η στραβή και καταλήξαμε αυτός στο χώμα κι εγώ στη φυλακή, που θα ‘λεγε κι ο Άκης Πάνου.&lt;br /&gt;Εντάξει. Ο Τσιτσάνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=fg2mxws-Zug"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=fg2mxws-Zug&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7855421229868920779?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7855421229868920779'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7855421229868920779'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/02/blog-post_25.html' title='… τι τρέχει με τη Μάγκυ μας;'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-661874456389365689</id><published>2010-02-20T11:20:00.005+02:00</published><updated>2010-02-23T18:38:20.754+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“deals”</title><content type='html'>&lt;a href="http://video.aol.fr/video-detail/-and-blues-audio/2600389073"&gt;http://video.aol.fr/video-detail/-and-blues-audio/2600389073&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε απορροφηθεί να κοιτάζει. &lt;br /&gt;Ήταν σαν δεκάδες μικροί, γυαλιστεροί, σκοτεινοί ήλιοι. Ένα σκοτεινό ηλιακό σύστημα που απλωνόταν σε τρεις καλοζυγισμένες καμπυλόγραμμες σειρές. Μπορεί να ήταν κι εβδομήντα από δαύτους. Ακριβώς κάτω απ’ τη σφαγή της. &lt;br /&gt;Άλλα δύο τέτοια μαργαριτάρια του έγνεφαν ανάμεσα στις βλεφαρίδες της και το άσπρο των ματιών της, δύο ακόμη κατασκότεινοι κόσμοι που τον μαγνήτιζαν. &lt;br /&gt;Έστρεψε αναστατωμένος το βλέμμα του και το βύθισε στην κούπα του. Δακτύλιοι ρητίδιαζαν την επιφάνεια και ατμοί έσκαβαν τα ρουθούνια του, έφταναν λες μέχρι το κέντρο του εγκεφάλου του. Πήρε μια βαθειά ανάσα, σαν να τροφοδοτούσε το μυαλό του με καύσιμο. Μετά τα μάτια του, νυσταγμένα ακόμα, έτρεξαν ένα γύρω και προσπέρασαν αδιάφορα τον μπουφέ, τα γκαρσόνια που σερβίριζαν από πίσω, τα αχνιστά λουκάνικα, τα αυγά και το μπέικον. Στάθηκαν λίγο στις κανάτες με την πορτοκαλάδα που άδειαζαν και γέμιζαν λες διαρκώς. Τραβήχτηκαν ύστερα στη τζαμαρία που έβλεπε το πλακάτο γαλάζιο που κειτόταν ασάλευτο στην πισίνα κι από ‘κει στο αστραφτερό ανοξείδωτο της πόρτας του ασανσέρ. &lt;br /&gt;-Γιατί αποφεύγεις να με κοιτάξεις; &lt;br /&gt;Η φωνή της κουδούνισε στο κεφάλι του… «δεν αποφεύγω» είπε παίζοντας στα δάχτυλά του το κλειδί του δωματίου. Συνέχιζε να μη την κοιτάζει. &lt;br /&gt;-Έχω άλλα πράγματα να σκεφτώ. &lt;br /&gt;-Σαν τι; &lt;br /&gt;-Τα λεφτά. Χρειάζομαι άμεσα χρήματα. &lt;br /&gt;-Πολλά; &lt;br /&gt;-Όταν δεν έχεις μία και τα λίγα είναι πολλά. &lt;br /&gt;-Υποτίθεται πως θα έκανες κάποια δουλειά και ότι θα πληρωνόσουν καλά. &lt;br /&gt;-Ναι, αλλά κάτι στράβωσε.&lt;br /&gt;-Τι στράβωσε; &lt;br /&gt;-Τίποτα, να, δεν νομίζω πως θα την κάνω αυτή τη δουλειά… να πάει στο διάολο. &lt;br /&gt;«Cfare eshte ai perballe;» ρώτησε η γυναίκα που καθόταν στο διπλανό τραπέζι. &lt;br /&gt;«Greeket» απάντησε χαμηλόφωνα ο σερβιτόρος. &lt;br /&gt;-Θα σου κόψω εγώ μια επιταγή, δεν χρειάζεται να σκοτίζεσαι. Πες μου μόνο πόσα χρειάζεσαι. &lt;br /&gt;-Δε… δε γίνεται αυτό. &lt;br /&gt;-Είπες πως έχεις ανάγκη από χρήματα. &lt;br /&gt;-Ναι. Αλλά δε συνηθίζω να παίρνω χρήματα από γυναίκες. &lt;br /&gt;«Πόσα σου ‘δωσε ο άντρας μου για να με βγάλεις από τη μέση;» ρώτησε άχρωμα εκείνη. &lt;br /&gt;Γύρισε και είδε εκείνα τα μάτια να τον διαπερνούν, ώστε τα ήξερε όλα… πώς διάολο το μάντεψε; &lt;br /&gt;«Δε σε καταλαβαίνω» της είπε ψάχνοντας τα τσιγάρα του. &lt;br /&gt;«Τα ξέρω όλα» είπε εκείνη. «Δεν είναι η πρώτη φορά που βάζει κάποιον να με βγάλει απ’ τη μέση, του είμαι βάρος βλέπεις, εμπόδιο στα σχέδιά του. Τα λεφτά είναι όλα δικά μου ξέρεις… κι ο μόνος τρόπος να τ’ αποκτήσει είναι αυτός». &lt;br /&gt;«Ndalohet duhani zoteri» είπε ο σερβιτόρος δείχνοντας το σηματάκι στον τοίχο. &lt;br /&gt;-Τι λέει; &lt;br /&gt;«Ότι απαγορεύεται το κάπνισμα» είπε και ξανάβαλε το τσιγάρο στο πακέτο του. &lt;br /&gt;Είχε βγάλει ένα μπλοκ επιταγών και τον κοίταζε: «Λοιπόν, πενήντα χιλιάδες είναι αρκετά;» ρώτησε. «Σαν πρώτη δόση βέβαια… κι αν φανείς έξυπνος θα ‘χεις ό,τι θες, δεν θα χρειάζεται να “δουλεύεις”».&lt;br /&gt;Κοίταξε για μια στιγμή την επιταγή. Μετά τη δίπλωσε και την έβαλε στην τσέπη του. Ύστερα της χαμογέλασε: «Είναι κι αυτή μια δουλειά» είπε. &lt;br /&gt;«Σήμερα το πρωί ο δικηγόρος μου κατέθεσε την αίτηση διαζυγίου» είπε εκείνη κοιτάζοντας έναν υπάλληλο που μάζευε με την απόχη τα φύλλα της βουκαμβίλιας που επέπλεαν στην πισίνα. «Μετά αν θες μπορώ να σε παντρευτώ, να ζήσουμε εδώ ή να πάμε στη Βραζιλία, όπου θες». &lt;br /&gt;Κοίταξε άλλη μια φορά το κολιέ. Κοίταξε την όχι και τόσο φρέσκια επιδερμίδα, την πούδρα που στεκόταν στις άκρες των χειλιών και τέλος πάλι τα μάτια της. Μπροστά του ανοιγότανε ένας άλλος κόσμος.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-661874456389365689?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/661874456389365689'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/661874456389365689'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/02/deals.html' title='“deals”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-7301264382692975783</id><published>2010-02-17T13:06:00.001+02:00</published><updated>2010-02-17T13:13:21.500+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>«Είναι κανείς που να νοιάζεται αληθινά σ’ αυτή την πόλη, για ‘σένα μωρό μου;»</title><content type='html'>Όλο το βράδυ άκουγα τις φωνές της μις Έστερ από δίπλα, απ’ έξω ουρλιάζανε οι γάτες και την έβγαλα με κάτι τζαμαρίσματα, χαμός… αλλά τι άλλο να κάνεις; Μέσα το καλοριφέρ τα δίνει όλα, είναι σαν να μπουμπουνίζει μέσα στους σωλήνες. Κάνω τη νύχτα μέρα αλλά το μυαλό μου στράγγιξε και δεν κατεβάζει τίποτα. Κατά το πρωί από τη big λογοτεχνία ξέπεσα σε φτηνιάρικα διηγηματάκια τσέπης, audio books, ξέρεις, Παπασωτηρίου, αστυνομική λογοτεχνία και τέτοια, απ’ αυτά που ο πρωταγωνιστής πάει στο μπαρ και λέει πως έχει πιεί και καλύτερο πετρέλαιο απ' αυτό που του πασάρισαν… &lt;br /&gt;Φταίει που την κάναμε κι απ’ τον Παράδεισο, όπως και να ‘χει όμως τέρμα τα φρούτα. Δεν είναι όπως τότε που ‘φερες τον παπά να κάνει ευχέλαιο, αλλά πιάσε καλού – κακού εκείνο το μαργαριταρένιο σου κολιέ, δεν το φοράς, γιατί δεν το πας ενέχυρο; &lt;br /&gt;Και πού ‘σαι; Και κάτι βινύλια που έχουμε, μπορεί να βρεθεί κανένας, να τα ξεφορτωθείς… και ό,τι άλλο σκάρτο. &lt;br /&gt;Γιατί, μωρό μου, μπορεί να παίζεις με το ephone σου, αλλά τα πράγματα δεν πάνε καλά, πώς να το κάνουμε; Καταλαβαίνεις, δε θέλω να σ’ αγχώσω, αλλά δεν υπάρχει σάλιο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=SwfwwIFezhU"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=SwfwwIFezhU&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ναι, δεν κάνω και τις καλύτερες παρέες, είναι ομορφόπαιδα όμως και ξέρουν να μιλάνε στις γυναίκες, με πιάνεις φαντάζομαι.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-7301264382692975783?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7301264382692975783'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/7301264382692975783'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/02/blog-post_17.html' title='«Είναι κανείς που να νοιάζεται αληθινά σ’ αυτή την πόλη, για ‘σένα μωρό μου;»'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-5559165899295151629</id><published>2010-02-14T16:37:00.003+02:00</published><updated>2010-02-15T11:44:22.921+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Butch Cassidy and Sundance kid”</title><content type='html'>&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=aXCC53ndwac"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=aXCC53ndwac&lt;/a&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην εισαγωγή της πρώτης συλλογής διηγημάτων που εξέδωσε, Ο Κήπος με τα Μονοπάτια που Διακλαδώνονται, ο Μπόρχες αναφέρει: «Είναι μεγάλη τρέλα και άσκοπο να γράφει κανείς τεράστια βιβλία – αναπτύσσοντας σε 500 σελίδες μια ιδέα η οποία μπορεί κάλλιστα να αποδοθεί σε πέντε λεπτά κουβέντας. Το καλύτερο πράγμα είναι να προσποιείσαι ότι αυτά τα βιβλία ήδη υπάρχουν και να δίνεις μια σύνοψη ή κάποιο σχόλιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είδα τον Μπόρχες στον ύπνο μου. Μιλούσαμε λέει Λατινικά κι αυτός με διόρθωνε. Ήμασταν σε μια έρημο, λέει και πίσω μας ήτανε το απόσπασμα, εκείνοι που μας καταδίωκαν. Καβαλούσαμε δυο άλογα, αυτός ένα άσπρο κι εγώ ένα μαύρο, μια φοράδα που την έλεγα Ντικ. Για πολύ ώρα ο ήλιος έκαιγε τα πρόσωπά μας, μα μετά σηκώθηκε μια αμμοθύελλα κι ήταν σαν να ταξιδεύαμε νύχτα. Παραπονιόταν ότι έκανε ζέστη κι εγώ σκεφτόμουν ότι τα άλογα δίψαγαν. Κάποτε νύχτωσε πραγματικά κι εμείς συνεχίσαμε να ταξιδεύουμε, στα τυφλά. &lt;br /&gt;Ξαφνικά άκουσα τις οπλές των αλόγων, κροτάλιζαν σαν κλακέτες στις πέτρες. Είχαμε βγει απ’ την έρημο. Το έδαφος σκλήρυνε, ο αέρας καθάρισε κι ο ουρανός ήταν πάλι γεμάτος με άστρα. Όταν, κάποτε, φτάσαμε σ’ ένα ποτάμι, ξεπεζέψαμε κι αφήσαμε τα άλογα να ξεδιψάσουν. Μπήκαμε μέχρι τα γόνατα κι ήπιαμε κι εμείς νερό με τις χούφτες. Μετά συνεχίσαμε τον δρόμο μας, σέρνοντας τα ζώα πίσω μας με το καπίστρι, πεζοί και πηγαίνοντας πάντα παράλληλα με το ποτάμι. &lt;br /&gt;Μιλούσαμεσυνέχεια για να μένουμε ξύπνιοι, εκείνος για τη Μαρία Κοδάμα, μια Αργεντίνα που στις φλέβες της έτρεχε Γιαπωνέζικο και Γερμανικό αίμα κι εγώ για μια Μεξικάνα που την έλεγαν Ντολόρες, είχα επινοήσει μια ολόκληρη ιστορία γι’ αυτήν.&lt;br /&gt;Ξημέρωνε όταν στο σύθαμπο είδαμε πίσω ένα σύννεφο σκόνης. Είπε να κρυφτούμε και τους αφήσαμε και μας προσπέρασαν, καμιά δεκαριά από δαύτους. Θυμάμαι που ‘κείνος αναρωτιόταν: «Μα ποιοί είναι επιτέλους αυτοί οι τύποι;», ξύπνησα όμως από μια ξαφνική νεροποντή και δεν έμαθα πού θα μας έβγαζε. &lt;br /&gt;Μετά είδα τα άλογα πέρα που έβοσκαν και συνειδητοποίησα πως δεν ήταν όνειρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=t30cX6OGO0U"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=t30cX6OGO0U&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-5559165899295151629?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5559165899295151629'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/5559165899295151629'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/02/butch-cassidy-and-sundance-kid.html' title='“Butch Cassidy and Sundance kid”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-6514730522739045305</id><published>2010-01-31T12:23:00.006+02:00</published><updated>2010-01-31T19:16:09.651+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>“Φάουστ”</title><content type='html'>&lt;div&gt;&lt;a href="http://www.yannispetsas.blogpot.com/"&gt;http://www.yannispetsas.blogpot.com/&lt;/a&gt;...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για του λόγου το αληθές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα των ημερών, στη βιασύνη μου επάνω, ή γιατί έσπασε ο διάολος το ποδάρι του, πες το όπως θες, παρέλειψα να πληκτρολογήσω ένα γράμμα, ένα s. Έτσι, από ένα τυχαίο γεγονός, ή σαν από θέλημα Θεού, ή από μια συμπτωση σατανική αν θες, ανακάλυψα το άλλο μου εγώ που κρυβόταν στην Αγία Πετρούπολη της Φλόριντα. Όταν ξεπέρασα την πρώτη έκπληξη, διαπίστωσα πως δεν ήταν blogger κι ότι επρόκειτο για ένα εσχατολογικό site, απ’ αυτά των επαναβαπτιζομένων που προπαγανδίζουν όλη μέρα υπέρ του Υψίστου και της επερχόμενης συντέλειας του κόσμου. Όλο αυτό μ’ έβαλε σε σκέψεις και σαν από επιφοίτηση, ή γιατί το πήρα σαν προμήνυμα, παρακινούμενος απ’ αυτή τη σύμπτωση, από ματαιοδοξία ή μαγεμένος, λες, από τη λαγνεία των λέξεων ενός ποιητή - του Γκαίτε, στον οποίο συνειρμικά κατέληξα και που οφείλεται τόσο ο τίτλος του πονήματος όσο και το έμμετρον του πράγματος - από την ανία που με ταλαιπωρεί, από κομπασμό, περιέργεια, ή ποιος ξέρει από τι, εκίνησα να βρω – τι άλλο; - τον εαυτό μου, να μετρηθώ μαζί του για κάποιο λόγο ανήξερο και τι απάντησα; Μα τι άλλο από έναν Εγωιστή, έναν αυτάρεσκο. Αλλά αυτά παθαίνει όποιος την προσωπική του αλήθεια αναζητεί, στα μονοπάτια του μυαλού του σαν πάει και μπλέκεται.&lt;br /&gt;Να σημειώσω εξ αρχής πως πάνω – κάτω ξέρεις τι θα βρεις σε μια τέτοια αναζήτηση. Το θέμα είναι να θες κυρίως να σταθείς αυτό που λένε τολμηρός, να μη του χαριστείς, να μη βαλθείς να τον κανακέψεις αυτόν τον άλλο, ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν, για κόλακα δεν έψαχνα.&lt;br /&gt;Απ’ την άλλη δε θα είχα κανένα λόγο να βάλω τον εαυτό μου απέναντι στα καλά καθούμενα και ν’ αρχινήσω να τον πετροβολώ, γιατί ούτε οσιομάρτυρας είμαι ούτε ο χείριστος των ανθρώπων και να ‘χω ένα λόγο ν’ απολογηθώ, άρα αυτό σημαίνει πως μου είμαι - αν μην τι άλλο συμπαθής. Γιατί τι βλέπει η καμήλα; την καμπούρα της; Δε τη βλέπει. Αναγκαίο κακό θα πεις ο εαυτός του καθενός, σίγουρα, σαν το καβούκι της χελώνας ένα πράγμα, που να πορευτεί μ’ αυτό πρέπει όλη της τη ζωή. Υπάρχουν κι οι άλλοι βέβαια για να ‘χεις κάποιο ίσο, να είσαι δίκαιος, αν γίνεται. Αλλά και άδικος να είσαι ένα και το αυτό, γιατί ίδιον της αλήθειας είναι να λάμπει στο τέλος, θα φανεί αν δεν είσαι ειλικρινής, θέλω να πω.&lt;br /&gt;Πώς θα γινόταν τώρα αυτό, αυτό δεν είχα βρει. Ούτε η ειλικρίνεια μου φαινόταν το ζητούμενο – άσε που είναι θέμα χρόνου όλα αυτά τα καλοκάγαθα - ας μη σταθούμε λοιπόν σε λεπτομέρειες, που και ανούσιες θα ήταν και βαρετές στον αναγνώστη, γιατί αυτός εδώ θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας άλλος, εσύ ίσως, ή αυτός, ή και εκείνος και πιο ενδιαφέρον τώρα που το σκέφτομαι το βρίσκω αυτό, να μη μιλώ για ‘μένα τώρα εδώ, αλλά για την ανθρώπινη φύση πιθανόν αν έψαχνα, έτσι, γενικώς. Θα έκανα τον αμέριμνο, ότι δήθεν δηλαδή δεν ήξερα τι γύρευα κι ότι εντελώς τυχαία θα έπεφτα πάνω σ’ αυτόν τον άγνωστο, σ’ αυτόν τον οποιονδήποτε. Ναι, θα τον παγίδευα, θα τον έκανα ένα κουβάρι με τις λέξεις, θα τον λιάνιζα και τέλος, σαν λάφυρο την ψυχή του, ό,τι πιο πολύτιμο θα είχε δηλαδή, θα έκλεβα. Είχα να κάνω μ’ έναν πονηρό βέβαια, το ήξερα, ποιος δεν είναι πονηρός πια σήμερα; Θ’ αντιστεκόταν, κανείς δε θέλει να του βγάζεις τα άπλυτα στη φόρα, ούτε καν ένας Άγιος… αλλά αυτός εδώ, ήξερα, σιγά μην ήταν. Άσε που σ’ αυτά τα Εκκλησιαστικά έτσι κι αλλιώς δεν πίστευα.&lt;br /&gt;Μέσα του βέβαια κάθε άνθρωπος τον εαυτό του τον βλέπει αλλιώς και μια ελπίδα την έχει, ότι σαν τους άλλους αυτός δεν είναι, γιατί επομένως εγώ να διέφερα; Ότι είναι κάποιος που αξίζει μ’ αυτόν ν’ ασχοληθείς πιστεύει και φυσικό θεωρεί ,τις αρετές του ν’ αναδείξεις και εύχεται – αν ξέρει πως δεν είναι τουλάχιστον παλιάνθρωπος – ελαττώματα πολλά να μη του βρεις, ή αν βρεις να τα λογαριάσεις αλλιώς αυτός θα θέλει, να πεις ότι είναι αυτό ή εκείνο αλλά… να υπάρχει πάντα ένα αλλά στο τέλος, τη ζυγαριά να την κάνει να γέρνει στο καλό, γιατί όλοι το κακό το αντιπαθούν και κανένας δε θέλει να του πεις, ξέρεις φίλε μου σαν άνθρωπος δεν άξιζες, ε, αυτό θα ήθελε να τ’ αποφύγει και μια τέτοια κουβέντα ούτε που θα άρχιζε.&lt;br /&gt;Ένα το κρατούμενο λοιπόν, αυτός ο άλλος βαθιά μέσα του πιστεύει πως κακός δεν είναι. Αλλά και παλιάνθρωπος ν’ αποδειχθεί πως είναι – αν και με ποιό κριτήριο; - εμάς, τους αγαθούς ας πούμε τι θα μας ένοιαζε, τι σημασία θα ‘χε;&lt;br /&gt;Θεέ μου, με πόσα κοσμητικά θα πρέπει να στολίσω ένα τέτοιο κείμενο; Να βάλω μήπως αρχιγράμματα επίχρυσα, να κατεβάσω απ’ το youtube πολυόμματα χερουβείμ και εξαπτέρυγα Σεραφείμ να ψάλλουν, έτσι για ντεκόρ; Και ποιόν πρέπει να επικαλούμαι εγώ τώρα που Θεοσεβούμενος δε λες πως είμαι; Ή να το άφηνα έτσι αυτό και να ξεκινούσα την ιστορία μου σαν ψεύτης;&lt;br /&gt;Κι αμέσως η ζυγαριά, η αυτοσυντήρηση, το εγώ: αυτά δεν είναι παρά κατά συνθήκη ψεύδη, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και τέτοια διάφορα. Πιο εύκολο είναι να παραδεχθώ πως αυτός εδώ - που μπορεί να μην είμαι εγώ είπαμε - ναι, πολλές φορές είναι που ψεύδεται, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, τις παλιανθρωπιές του για να κάνει, τις πομπές του για να κρύψει, ή για να πει ιστοριούλες έστω, ναι ψέματα μικρά ή μεγάλα, λέει, είναι πασιφανές αυτό, μα ποιός δε λέει; Πόσα όμως ψέματα να βρω για να το κάνω να μοιάζει αληθινό το όλο εγχείρημα;&lt;br /&gt;Επειδή τώρα ό,τι βρεθεί εκτός χρόνου παύει να έχει και υπόσταση, να τοποθετηθούμε πρέπει, να πλαισιωθούμε με του χρόνου την κορνίζα, να δώσουμε ένα στίγμα, να φανταστούμε πώς ζούσαν την συγκεκριμένη εποχή οι άνθρωποι, τι φορούσαν, τι αξία είχε το χρήμα, ποιο ήταν το περιβάλλον, πώς έβλεπαν την ηθική, τι σήμαινε γι’ αυτούς κοινωνικό στάτους, ένα σωρό συνισταμένες δηλαδή που προσδιορίζουν το πώς και το γιατί είναι όπως είναι ,κάποιος.&lt;br /&gt;Να πούμε λοιπόν πως είναι περί την ενάτη πρωινή και πως η τηλεόραση δείχνει τις καταστροφές απ’ τον σεισμό στην Αϊτή, πως εμείς εδώ διανύουμε έναν ήπιο χειμώνα μάλλον, όπως δηλαδή είναι όλοι οι χειμώνες τα τελευταία δέκα χρόνια και πως τη συγκεκριμένη βδομάδα, έχουμε κατακλυσμιαίες βροχές, πράγμα που ευνοεί την ενδοσκόπηση, γιατί πώς μπορείς να συγκεντρωθείς αλλιώς, όταν ο καιρός είναι καλός και παραμονεύουν από παντού του κόσμου οι πειρασμοί;&lt;br /&gt;Τέλος πάντων, να μη σας σκοτίζω με φλυαρίες ακατάσχετες, φτάνει που ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος φήμες, κακογλωσσιά και ψέματα, γεμάτος παραμύθια, ένα σωρό παράδοξα, έχετε δίκιο, ξέρω, τι να πρωτοπιστέψετε;&lt;br /&gt;Αλλά από την άλλη… αυτή η ιστοσελίδα, το άλλο μου εγώ που μου τη βγήκε… «ρε λες;», σκέφτηκα, «ρε λες να ‘μαι ο Μεφιστοφελής και δεν το ξέρω;»&lt;br /&gt;Αλλά κι έτσι να ‘ναι, δε μπορεί, δε γίνεται να φταίω εγώ για όλα, είναι ψέμα. Είναι ψέμα γιατί αν τα κάνω εγώ όλα αυτά τα άσχημα, γιατί δεν μπορώ να σβήσω αυτό το ηλιοβασίλεμα, να εξαφανίσω ένα ουράνιο τόξο, το χαμόγελο ενός παιδιού;&lt;br /&gt;Δεν καταλαβαίνω γιατί επωμίζομαι εγώ διαρκώς τα σκατά και κάθε τι όμορφο το κάνει κάποιος άλλος… και τέλος πάντων εγώ είμαι εδώ, με σάρκα και οστά, αυτός ο άλλος πού είναι; Γιατί δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες του;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μουσικούλα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=gbxfe7DMxVo"&gt;http://www.youtube.com/watch?v=gbxfe7DMxVo&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-6514730522739045305?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6514730522739045305'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/6514730522739045305'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/01/blog-post_31.html' title='“Φάουστ”'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-785881816975360227</id><published>2010-01-18T23:14:00.001+02:00</published><updated>2010-01-18T23:16:16.598+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='παραμύθια'/><title type='text'>RAY BRADBURY</title><content type='html'>Όταν έχει αστροφεγγιά θυμάμαι πάντα εκείνη την εισβολή των Αρειανών που είχε περιγράψει αριστοτεχνικά ο Wells από ραδιοφώνου κι είχα πολύ εντυπωσιασθεί με την προσεδάφιση. Παρ’ όλα αυτά οι αναφορές στο διάστημα μου φαίνονταν πάντα ουτοπικές. Έζησα όλη μου τη ζωή σε μια περίμετρο τριάντα περίπου χιλιομέτρων απ’ το σημείο που ήρθα στον κόσμο κι αυτό σημαίνει δύο πράγματα: ότι ήμουν άτολμος και δε μ’ ενδιέφεραν οι αλλαγές. Τριάντα χιλιόμετρα είναι μια λογική περίμετρος κυνηγίου για ένα αιλουροειδές, αλλά κι αυτά μετατοπίζονται απ’ όσο ξέρω. Εγώ ό,τι ήθελα το έβρισκα εδώ γύρω και δε χρειάστηκε φαίνεται. Μετά συνέβη κι ό,τι συνέβη και αποκλείστηκα, όχι ευτυχώς νοερώς. Μου πέρναγε απ’ το μυαλό βέβαια πώς θα ήταν αν ήμουν κάποιος άλλος και πώς θα ήταν αν ζούσα σ’ ένα άλλο σημείο του σύμπαντος, αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν ν’ αλλάξω δυο – τρείς γειτονιές. Τα διαστημικά ταξίδια παραμένουν οπωσδήποτε ανέφικτα, δεν ήταν στο χέρι μου να πεις πως δεν το ‘κανα, αλλά γενικότερα δεν ήμουν των μετακινήσεων και υπήρξα αυτό που λένε μονόχνωτος. Σαν παιδί όμως είχα πάντα στον νου μου τ’ αστέρια. Τώρα τα σκέφτομαι πάλι και φαίνεται ότι γέρασα γιατί λένε πως παλιμπαιδίζει τότε ο άνθρωπος. Δε νομίζω ωστόσο πως μπορεί να φανταστεί κάποιος πώς θα είναι η ζωή εκεί έξω, είναι τόσο μυστικοπαθές αυτό το σύμπαν. Πάντως οι αποστάσεις είναι κι αυτές σχετικές. Μπορείς ας πούμε να κάνεις πολλά περισσότερα χιλιόμετρα αν κινείσαι πέρα – δώθε στην προαναφερθείσα περίμετρο, εξαρτάται απ’ το γιατί κάνει αυτές τις μετακινήσεις κανείς και άλλοι, δεν χρειάζεται να μετακινηθούνε καθόλου, ένας υπάλληλος στα διόδια για παράδειγμα, κάνει πολύ διαφορετική ζωή από ένα ταξιτζή, μία νοικοκυρά από ένα μαραθωνοδρόμο. Όλα είναι θέμα οπτικής θέλω να πω.  Τα χαρτιά ας πούμε, δεν έχουν κανένα νόημα για ένα τυφλό. Ένας λογαριασμός, μια πρόσκληση, ή ένα γράμμα είναι ένα σκοτεινό, ακατανόητο μυστικό. Ένα βιβλίο είναι το ίδιο ανεξερεύνητο με το σκοτάδι του διαστήματος, ένα άλυτο μυστήριο. Έκλεισα τα μάτια και περιεργάστηκα μ’ αυτήν την καινούργια “οπτική” το ψυγείο. Έδιωξα απ’ το μυαλό μου όποια εικόνα είχα πριν γι’ αυτό. Και το ψυγείο μεταμορφώθηκε αυτομάτως σ’ ένα αδιόρατο συνεχές βούισμα, ένα βουητό  που ερχόταν ,θαρρείς, απ’ το πουθενά. Άπλωσα το χέρι μου να το αγγίξω αλλά αναγκάστηκα να κάνω μισό βήμα μπρος, δεν είχα υπολογίσει σωστά. Άγγιξα με την παλάμη μου την κρύα επιφάνεια. Αν δεν ήξερα το χρώμα του, τις διαστάσεις του, αν είχα έρθει ας πούμε από ένα διαφορετικό κόσμο, αυτό το άγγιγμα δεν θα έλεγε τίποτα… εκτός ίσως απ’ το ότι αυτό το πράγμα ήταν ψυχρό. Όλα τα άλλα έπρεπε να τα ανακαλύψω, από πού άνοιγε, πόσα ράφια είχε, τι είχαν τα ράφια… κι όλα αυτά προϋπέθεταν υπομονή, χρόνο… και ίσως ζημιές.       Το ίδιο συνέβαινε με το τραπέζι, ήταν λείο, ελάχιστα πιο ταλαιπωρημένο από το μέταλλο κι η θερμοκρασία του ήταν ένα τόνο ας πούμε ψηλότερη. Τώρα σε σχέση με το τι βρισκόταν εκεί πάνω, ήταν άλλο θέμα, όλα αποτελούσαν μια έκπληξη. Περιπλανήθηκα με κλειστά μάτια από δωμάτιο σε δωμάτιο, με τα χέρια μπροστά σαν υπνοβάτης. Σκόνταφτα, γκρέμιζα πράγματα, χτυπούσα δεξιά κι αριστερά. Δεν ήταν καθόλου απλό. Πήγα στην κρεβατοκάμαρα και άνοιξα την ντουλάπα, αν αποφάσιζα ας πούμε να ντυθώ… πώς; Ξεχώρισα τα πουκάμισα, θυμόμουν πως μερικά είχαν κάτι χαρακτηριστικό, δεν συνέβαινε με όλα όμως αυτό. Τα μπλουζάκια ήταν όλα ίδια, οι κάλτσες ή τα εσώρουχα, όλα ήταν απελπιστικά ίδια. Πτοήθηκα αρκετά αλλά δεν το έβαλα κάτω. Παράτησα το ντύσιμο κι είπα να φτιάξω καφέ. Πήγα στην κουζίνα κι αποδείχθηκε πως ο καφές ήταν μια διαδικασία ρουτίνας. Η περηφάνια μου εξατμίστηκε όταν έκαψα το χέρι μου σερβίροντας. Εκεί διέκοψα και την παράσταση.   Το συγκεκριμένο γεγονός έγινε πριν από χρόνια. Τώρα φτιάχνω καφέ χωρίς παρατράγουδα, ξέρω ακριβώς τι φοράω και όλα τα παραπάνω είναι ένα θλιβερό παρελθόν. Το θετικό δεν είναι όμως αυτό, είναι πως τα ταξίδια στο χαοτικό αυτό κενό είναι πια καθημερινή υπόθεση. Ούτε καν χρειάζεται να το σκεφτώ. Η επομένη ήταν η μέρα των γενεθλίων μου. Άφησα πίσω τα 53 και σπαταλούσα ήδη κάποιες ώρες απ’ τα 54, βομβαρδιζόμενος από ευχές και ενώ δεν είμαι από τη φύση μου αγενής, έκανα ό,τι μπορούσα ν’ αποδείξω, λες, το αντίθετο και απαντούσα βαριεστημένα. Στα μεσοδιαστήματα, από τηλεφώνημα σε τηλεφώνημα, έκλεβα χρόνο για να έχω αναμνήσεις από το μέλλον. Το πιο κοντινό ήταν πως το βράδυ θα έβγαινα με δυο φίλους. Θα παίρναμε στο τέλος κι ένα γλυκό και θα τέλειωνε κι αυτό, χωρίς τυμπανοκρουσίες, κεράκια και τέτοια. Αν ήταν στο χέρι μου θα προτιμούσα να κάθομαι εδώ και να γράφω, προσδοκώντας την επιφοίτηση για ένα άγνωστο αριστούργημα. Ματαιόδοξο, αλλά αυτό θα ήθελα, τι να κάνουμε; Αυτά θα γίνονταν κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, γιατί φαίνεται πως υπάρχει κάτι εκεί έξω που υφαίνει τις μοίρες των ανθρώπων, εκείνη την ώρα ένα μετέωρο που ταξίδευε ίσως εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια πριν, έμπαινε στην ατμόσφαιρα. Δύο λεπτά αργότερα ένας τρομαχτικός θόρυβος έσπασε όλα τα τζάμια και στον κήπο ήταν μια τεράστια τρύπα που άχνιζε. Το σπίτι άντεξε αλλά το δωμάτιο ήταν σαν βομβαρδισμένο τοπίο. Είχε σηκωθεί τόσο χώμα που όλα γύρω ήταν σαν μέσα σε σύννεφο. Η πόρτα έλειπε κι απ’ το άνοιγμα έμπαινε κάτι σαν καπνός που μύριζε άσχημα. Δεν ήξερα τι ‘χε γίνει αλλά ότι  θα μου κόστιζε ακριβά, θα μου κόστιζε. Εντωμεταξύ σε κλάσματα δευτερολέπτων, όσα χρειάζεται ο εγκέφαλος να καταγράψει το γεγονός, ή να συνέλθει από το σοκ, η περίφημη οπτική μου είχε διαφοροποιηθεί αισθητά. Αυτό το πράγμα που ‘χε διανύσει εκατομμύρια ή δισεκατομμύρια χιλιόμετρα για να προσγειωθεί στην αυλή μου, μ’ έκανε να βλέπω ανάμεσα από τοίχους, γιατί έβλεπα την τρύπα καθαρά απ’ έξω, από εκεί που καθόμουν. Αμέσως αυτό διορθώθηκε, όταν συνειδητοποίησα πως ήταν η πόρτα που έλειπε. Όπως βγαίνει κάποιος απ’ ένα τρακάρισμα σηκώθηκα και προχώρησα προς την τρύπα, έκανα όμως δυο βήματα και σταμάτησα. Η θερμοκρασία ήταν τεράστια και είδα πως γύρω της είχε σχηματιστεί ένα δαχτυλίδι το οποίο επίσης κάπνιζε. Εκείνη τη στιγμή μου έκανε εντύπωση η τρομερή ησυχία, το ότι δεν ακουγόταν τίποτα. Μέχρι που είδα ένα γείτονα. Στεκόταν στο αντικρινό πεζοδρόμιο και χειρονομούσε, έβαζε τα χέρια του μπροστά στο στόμα του κι έκανε ότι μου φώναζε. Μετά συνειδητοποίησα πως δεν άκουγα. Νομίζω πως εκείνη την ώρα ήταν που λιποθύμησα. Όταν κάποτε άνοιξα τα μάτια μου όλα ήταν όπως πριν. Ο γιατρός είπε πως ήταν δηλητηρίαση. «συμβαίνουν αυτά», είπε. Διάβαζα Ray Bradbury την προηγουμένη. Ήταν σαν να το είχα γράψει εγώ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3402828078386162067-785881816975360227?l=yannispetsas.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/785881816975360227'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3402828078386162067/posts/default/785881816975360227'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://yannispetsas.blogspot.com/2010/01/ray-bradbury_18.html' title='RAY BRADBURY'/><author><name>Yannis Petsas</name><uri>http://www.blogger.com/profile/15696877902854607268</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3402828078386162067.post-3565100331571273233</id><published>2010-01-05T22:57:00.001+02:00</published><updated>2010-01-06T11:15:00.572+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ονόματα'/><title type='text'>Οι Πεφωτισμένοι κι η ουρά του Σατανά</title><content type='html'>«θα δημιουργήσουμε ένα παγκόσμιο κράτος, μια στέρεα αυτοκρατορία, το κράτος των ενωμένων ελεύθερων ατόμων, πρώτα την ευρωπαϊκή κι έπειτα την παγκόσμια δημοκρατία. Όταν καταρρεύσει ο πύργος του Λονδίνου, όπως κατέρρευσε αυτός του Παρισιού, όταν θα καταρρεύσει η Αγία Ρώμη και η Αγία Ρωσία, τότε όλοι οι τύραννοι θα χαθούν. Όλοι οι άνθρωποι θα γίνουν ένα έθνος, όλες οι μορφές εμπορίου θα ενοποιηθούν σε ένα κοινό εμπόριο, όλες οι επιστήμες θα γίνουν μια, όλα τα συμφέροντα θα συγκλίνουν σε ένα συμφέρον».&lt;br /&gt;(Βαρόνος Ανάχαρσις Κλοτζ, Πρώσος Ιλλουμινάτος)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;&lt;a name="OLE_LINK5"&gt;&lt;/a&gt;&lt;a name="OLE_LINK2"&gt;&lt;/a&gt;&lt;a name="OLE_LINK1"&gt;&lt;span style="font-size:0;"&gt;&lt;span style="font-size:0;"&gt;&lt;?xml:namespace prefix = o /&gt;&lt;o:p&gt;&lt;/o:p&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;Παρακράτος υπήρχε από πάντα। Θεωρούσα όμως πως όλα αυτά είχαν τελειώσει, ότι το Κομμουνιστικό κόμμα είχε κλειδώσει στο 8 με 10%, ότι είχαν δώσει κάπου τα χέρια, πως οι αναρχικοί είχαν ταυτοποιηθεί κι ότι υπήρχε ας πούμε μια προβοκάτσια, έτσι, κουβέντα να γίνεται και να κρατιούνται κάποιες ισορροπίες. Ότι μυστικές υπηρεσίες και άντρες τύπου με τα μαύρα δεν υπήρχαν, ή αν υπήρχαν βρίσκονταν μόνο στο μυαλό κάποιων ευφάνταστων, πως οι τραμπούκοι είχαν εκλείψει ή είχαν μεταλλαχθεί σε τίποτα γραβατωμένους με μπλέιζερ και χαρτοφύλακες κι ότι είχαν ν’ ασχοληθούν μ’ άλλα πράγματα, κι όχι με το φακέλωμα του ενός ή του άλλου, ότι τέλος πάντων είχαν εκσυγχρονιστεί. &lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;&lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάθε φορά που συναντιώνταν αυτοί οι G8 παίρνανε κάποιες αποφάσεις, σημαντικές οπωσδήποτε, φανταζόμουν όμως πως περιορίζονταν στον έλεγχο του παγκοσμίου εμπορίου και κατ’ επέκταση της οικονομίας του πλανήτη και ότι όλα τα άλλα ήταν απλώς φήμες. Διαισθανόμουν γύρω μου ολοένα και πιο πολύ το τέρας που επινόησε ο Orwell, πίστευα πως είναι η ιδέα μου όμως. &lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;Δεν θυμάμαι πότε κι από ποιόν ήταν που άκουσα πρώτη φορά τον όρο παγκοσμιοποίηση, ή τι είπε. Θυμάμαι όμως πως κάποιοι τον πήραμε για καλό, ότι σήμαινε κάτι που ταυτόχρονα σήμαινε εξέλιξη, ειρήνη μεταξύ των λαών, ένα κοινό νόμισμα, κοινό δίκαιο επίσης, άνοιγμα των συνόρων, ότι ήταν ας πούμε το επόμενο βήμα της Δημοκρατίας. Το σίγουρο είναι πως προπαγανδίστηκε πολλά χρόνια αυτή η υπόθεση, μέχρι που δεν έκανε πια εντύπωση, που μπήκε στο λεξιλόγιο και στο μυαλό μας, για να μείνει εκεί. Θυμάμαι πως ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι χρονών, μόλις που ‘χε πέσει η Χούντα όταν είδα στον τοίχο και το σύμβολο της Νέας Τάξης, κάτι σαν κεραυνό που κατέληγε στην αιχμή ενός βέλους, κάτι σαν την ουρά του Σατανά. Από τότε έχω την αίσθηση ότι πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, ήρθαν κι έφυγαν κυβερνήσεις, το πολιτικό σκηνικό άλλαξε δεν ξέρω πόσες φορές, όλα εκείνα που μας χώριζαν πέρασαν ή χώρεσαν στο “χρονοντούλαπο της ιστορίας”, μια έκφραση που έγινε σλόγκαν κάποια περίοδο και παρ’ όλο που εμφανίστηκαν οι “γνωστοί – άγνωστοι”, όλοι λένε πως η Δημοκρατία αποκαταστάθηκε και δεν ξέρω πώς, φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. &lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;Τώρα βρισκόμαστε εν τω μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος, σ’ ένα μεταβατικό στάδιο και οδεύουμε λένε προς την ύφεση. Μέτρα που διαδέχονται άλλα μέτρα, φορολογία, δεσμεύσεις, έλεγχος. Απ’ την άλλη ό,τι θέλουν μας το φέρνουν απ’ έξω – απ’ έξω: «Η Commission είπε αυτό, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη ν’ ακολουθήσει τη συγκεκριμένη πορεία… έγκριτοι πολιτικοί αναλυτές δήλωσαν…», όλα προκαθορισμένα. Το μέλλον είναι η Πράσινη ανάπτυξη, λένε. Οι ρύποι, τα πρόστιμα, όλα τέθηκαν επί τάπητος στη συνδιάσκεψη της Κοπεγχάγης. Το πιστεύω αλλά δεν ξέρω για τίνος το μέλλον μιλάνε. Εγώ, δε βλέπω άλλο παντού παρά εκχωρήσεις, όποτε σκέφτομαι το αύριο το φαντάζομαι συνήθως χειρότερο από το χθες. Αλλά εγώ είμαι ένας ονειροπόλος κι αυτός ένας κόσμος τεχνοκρατών. Χειρότερος απ’ οτιδήποτε που θα μπορούσα να φανταστώ. &lt;/p&gt;&lt;p style="MARGIN: 0cm 0cm 0pt"&gt;Ήμουν βέβαιος ότι η Νέα Τάξη Πραγμάτων ήταν εδώ, ότι υπήρχε κάπου μια σκιώδης κυβέρνηση που κανόνιζε τις τύχες του κόσμου, ότι ύφαινε με το αδράχτι της τις ζωές μας, ότι τις κατεύθυνε και πως όλοι μαζί συμμετείχαμε σ’ ένα αδιανόητο όνειρο, σ’ έναν εφιάλτη. Καθημερινά σχεδόν επιβεβαιωνόμουν γι’ αυτό, αλλά όσο προσπαθούσα να το δω αυτό πιο καθαρά, τόσο αυτό θάμπωνε. Κάποια μέρα όμως, ψάχνοντας, ανακάλυψα την ακόλουθη λίστα, τα μέλη της λέσχης Bilderberg και τα πράγματα ξεκαθάρισαν κάπως, σαν το τέρας της Αποκάλυψης να πήρε σάρκα και οστά: Βεατρίκη - Βασίλισσα Ολλανδίας, Σοφία - Βασίλισσα Ισπανίας, Πρίγκιπας Κωνσταντίνος - Πρίγκιπας Βελγίου, Φίλιππος Ετιέν Νταβινιόν - Βέλγιο (Επίτιμος Πρόεδρος της λέσχης, Αντιπρόεδρος της SOCIETE GENERALE DE BELGIQUE), Γιόζεφ Άκερμαν - Γερμανία (Διευθύνων σύμβουλος της DEUTCHE BANK), Κιθ Αλεξάντερ - ΗΠΑ (Διευθυντής της ΝSΑ), Ρότζερ Αλτμαν - ΗΠΑ (Επενδυτής Τραπεζίτης και πρώην Υφυπουργός Οικονομικών επί Κλίντον), Τ. Αράπογλου - Ελλάδα (Διοικητής Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), Αλί Μπαμπατζάν - Τουρκία (Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, υπεύθυνος για την οικονομία), Φρανσίσκο Μπίντο Μπαλσεμάο - Πορτογαλία (Πρωθυπουργός μεταξύ 1981-83), Νικολά Μπαβαρέζ - Γαλλία (Οικονομολόγος), Φράνκο Μπερνάμπε - Ιταλία (Πρόεδρος της Τelecom Ιtalia), Ξαβιέ Μπερτράν - Γαλλία (Υπουργός Εργασίας), Καρλ Μπίλντ - Σουηδία (Υπουργός Εξωτερικών), Γιαν Μπγιόρκλουντ - Νορβηγία (Πρόεδρος του Λαϊκού Κόμματος Φιλελευθέρων και Υπουργός Παιδείας), Κριστόφ Μπλόχερ - Ελβετία (Υπουργός Δικαιοσύνης και Πρόεδρος του Λαϊκού Κόμματος Ελβετίας), Αλεξάντερ Μπομπάρ - Γαλλία, Αννα Μποτέν - Ισπανία, Ανρί ντε Καστιός - Γαλλία, Χουάν-Λουίς Θεμπριάν - Ισπανία (Ιδρυτής της εφημερίδας EL PAIS), Εντμουντ Κλαρκ - Καναδάς (Πρόεδρος της TD BANK FINANCIAL GROUP), Κέννεθ Κλαρκ - Βρετανία (Βουλευτής των Συντηρητικών , σκιώδης Υπουργός Εμπορίου), Λυκ Κοέν - Βέλγιο, Τζορτζ Ντέιβιντ - Ελλάδα, Ρίτσαρντ Ντίαρλαβ - Βρετανία (Επικεφαλής της ΜΙ6 ως το 2004), Μάριο Ντράγκι - Ιταλία (Διοικιτής της BANCA D' ITALIA), Αντερς Ελντρουπ - Δανία (Πρόεδρος της DONG GAS COMPANY), Τζον Ελκαν - Ιταλία (Πρόεδρος της Fiat SΡΑ), Τόμας Εντερς - Γερμανία (Επικεφαλής της Αirbus SΑS), Χοσέ Εντρεκανάλες - Ισπανία (Επικεφαλής του ACCIONA ENERGIA GROUP), Ισίντρο Φάινε Κάσας - Ισπανία (Αντιπρόεδρος της TELEFONICA S.A.), Νάιαλ Φέργκιουσον - ΗΠΑ (Είναι καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ερευνητής μέλος του Κολεγίου Jesus του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και μέλος του Ινστιτούτου Hoover του Πανεπιστημίου Στάνφορντ), Τίμοθι Γκάιτνερ - ΗΠΑ (Υπουργός Οικονομίας), Ντέρμοτ Γκλίσον - Ιρλανδία (Πρόεδρος της ΑΙΒ Group), Ντόναλντ Γκρέιαμ - ΗΠΑ (Πρόεδρος και εκδότης της Washington Ρost Company), Βίκτορ Χάλμπερσταντ - Ολλανδία (Καθηγητής οικονομικών στο Leiden University), Ερνστ Χιρς Μπαλίν - Ολλανδία (Υπουργός Δικαιοσύνης), Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ - ΗΠΑ (Ειδικός απεσταλμένος προέδρου Ομπάμα για Αφγανιστάν και Πακιστάν), Γιαπ ντε Χουπ Σέφερ - Ολλανδία (Γ.Γ. ΝΑΤΟ), Τζέιμς Τζόουνς - ΗΠΑ (Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου), Βέρνον Τζόρνταν - ΗΠΑ (Νομικός και λομπίστας του Δημοκρατικού Κόμματος), Ρόμπερτ Κέιγκαν - ΗΠΑ (Βασικός εταίρος στο Ιδρυμα CARNEGIE για τη Διεθνή Ειρήνη στο οποίο είναι Διευθυντής του προγράμματος για την ηγεσία των ΗΠΑ), Γίρκι Κατάινεν - Φινλανδία (Υπουργός Οικονομικών), Τζον Κερ - Βρετανία (Μέλος της Βουλής των Λόρδων και Αντιπρόεδρος της Royal Dutch Shell), Μουσταφά Κοτς - Τουρκία (Όμιλος Κοτς), Ρόλαντ Κοχ - Γερμανία (Πρόεδρος του κρατιδίου της Έσσης), Σαμί Κοέν - Τουρκία (Αρθρογράφος της "MILLIΥET"), Χένρι Κράβις - ΗΠΑ (Επικεφαλής της Εταιρίας Επενδύσεων ΚΚR), Μαρί Ζοσέ Κράβις - ΗΠΑ (Σύζυγος του προηγούμενου, Οικονομολόγος, Πρόεδρος του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και μέλος του CFR-Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων), Νέλι Κρους - Ολλανδία (Ευρωπαία Επίτροπος για τον Ανταγωνισμό), Οδυσσέας Κυριακόπουλος - Ελλάδα (Όμιλος S&amp;amp;Β), Μανουέλα Φερέιρα Λέιτε - Πορτογαλία (Οικονομολόγος και πολιτικός του ΡSD), Μπερναρντίνο Λεόν - Ισπανία (Υφυπουργός Εξωτερικών), Τζέσικα Μάθιους - ΗΠΑ (Πρόεδρος του Ιδρύματος CARNEGIE για την Διεθνή Ειρήνη), Φίλιπ Μέισταντ (Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων), Φρανκ ΜακΚένα - Καναδάς (Αντιπρόεδρος της ΤD Βank Financial Group), Τζον Μίκελθγουεϊτ - Βρετανία (Δημοσιογράφος, Τhe Εconomist), Τιερί ντε Μοντμπριάν - Γαλλία (Οικονομολόγος και Ειδικός Διεθνών Σχέσεων), Μάριο Μόντι - Ιταλία (Πρόεδρος του Πανεπιστημίου BOCCONI και του Ευρωπαϊκού "THINK TANK" BRUEGEL), Μιγκέλ Ανχελ Μορατίνος - Ισπανία (Υπουργός Εξωτερικών), Κρεγκ Μούντι - ΗΠΑ (Επικεφαλής του τομέα έρευνας της Μicrosoft), Εγκιλ Μίκλεμπαστ - Νορβηγία (Επιχειρηματίας και δικηγόρος, Πρόεδρος της SAS GROUP), Ματίας Νας - Γερμανία, Ντενίς Ολιβέν - Γαλλία (Διευθυντής της Le Νouvel Οbservateur), Φρεντερίκ Ουντεά - Γαλλία (Γενικός Διευθυντής της Societe Generale), Τζεμ Οζντεμίρ - Γερμανία (Ευρωβουλευτής και Πρόεδρος των Πρασίνων), Τομάζο Παντόα-Σιόπα - Ιταλία (Τραπεζίτης, ένα από τα έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας), Δημήτρης Παπαλεξόπουλος - Ελλάδα (Διευθύνων σύμβουλος της Τιτάν), Ρίτσαρντ Περλ - ΗΠΑ (Πολιτικός σύμβουλος και λομπίστας), Ντέιβιντ Πετρέους - ΗΠΑ (Επικεφαλής Κεντρικής Διοίκησης αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων), Μανουέλ Πίντο – Πορτογαλία (Υπουργός Οικονομικών), Ρόμπερτ Πρίτσαρντ - Καναδάς (Τotstar Corporation), Ρομάνο Πρόντι - Ιταλία (πρώην πρωθυπουργός), Χέδερ Ράισμαν - Καναδάς (CEO ΤΗΣ INDIGO BOOKS).), Εϊβιντ (ΟDD ?) Ρέιταν - Νορβηγία (Επικεφαλής του REITAN GROUP), Μίκαελ Ρίντζιερ - Τσεχία, Ντέιβιντ Ροκφέλερ - ΗΠΑ (Τραπεζίτης), Ντένις Ρος - ΗΠΑ (Διπλωμάτης, Ειδι
