«Άλλοι εικονογραφούν τα κείμενά τους. Εγώ κειμενοποιώ τις εικόνες μου»




Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

“DR JEKYLL AND MR HYDE AND MR HYDE AND MR HYDE…”… ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Η συγκεκριμένη ιστορία δε θα ‘χε προκύψει δίχως καθρέφτες και ίσως τα πράγματα να ήταν πιο εύκολα χωρίς τους καθρέφτες. Για παράδειγμα, στον τρίφυλλο καθρέφτη του μπάνιου θα μπορούσε να παρακολουθήσει τρεις εκδοχές του εαυτού του ταυτόχρονα… υπό κανονικές συνθήκες ο καθένας θα έβλεπε αυτά τα είδωλα κάθε μέρα, μόνο που γι’ αυτόν δεν ήταν και τόσο απλό, σήμερα του ‘χε κολλήσει πως δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν σ’ ένα μπάνιο; Και πόσοι απ’ αυτούς διατηρούσαν δική τους ιστοσελίδα στο internet; Γιατί είχε συμβεί και αυτό. Κάποιος νεοθρησκευόμενος που ζούσε στη Φλόριντα είχε εμφανιστεί μια μέρα απ’ το πουθενά κι έβγαζε το ψωμάκι του με θρησκευτικούς ύμνους και τέτοια, τα εκκλησιαστικά για κάποιο λόγο βρίσκουν στις Η.Π.Α πρόσφορο έδαφος. Τον είχε ανακαλύψει τυχαία, όταν δεν πληκτρολόγησε σωστά ένα s, εκείνο στη μέση της λέξης blogspot. Η ύπαρξη αυτού του άλλου τον παραξένεψε, τον πήρε για σατανιστή στην αρχή.. Συνονόματοι υπήρχαν ένα σωρό βέβαια, ο συγκεκριμένος όμως υπέγραφε όπως κι αυτός, πράγμα σπάνιο. αλλά αυτό ήταν όλο, δεν ήξερε τίποτα άλλο γι’ αυτόν, δεν ήξερε καν αν του έμοιαζε, αν είχαν οτιδήποτε άλλο κοινό… δεν είχε κι ιδιαίτερη σημασία, ήταν μια απλή σύμπτωση. Εκείνη τη μέρα δε σκεφτότανε αυτόν άλλωστε, προβληματιζότανε με κάτι πιο σοβαρό.
Το πρόσωπό του είχε συνήθως μια μετρημένη, σοβαρή έκφραση, έσμιγε λίγο τα φρύδια και κατεύθυνε το βλέμμα του ίσια στον πελάτη ενώ παράλληλα φρόντιζε το κεφάλι του να γέρνει μια - δυο μοίρες μπροστά, σαν ένδειξη σεβασμού. Αυτό ήταν ένα πολύ καλό μοντέλο συμπεριφοράς πελατειακών σχέσεων και ταυτόχρονα του πρόσδιδε και το ύφος του ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά τι του γίνεται, πώς να κάνει τη δουλειά του σωστά. Ανεξάρτητα με το τι έχει να πουλήσει κανείς, πρέπει πρωτίστως να κάνεις τον αγοραστή να σ’ εμπιστευτεί, να νοιώσει πως δεν πετάει τα λεφτά του απ’ το παράθυρο, ήταν το πιστεύω του. Όσο δε γι’ αυτό καθαυτό το αντικείμενο, όσο πιο παράδοξο - τόσο καλύτερα, νόμιζε.
Αλλά η παραδοξολογία λίγο ενδιέφερε πια… εξού κι η ανεργία και όλα.
Τελικά δε μπορούσε ν’ αποφασίσει ποιο ήταν το καλύτερό του προφίλ. Για την ακρίβεια δε μπορούσε ν’ αποφασίσει για τίποτα. Δεν ήταν καν σίγουρος αν αυτό στα δεξιά ήταν το δεξί ή το αριστερό, απ’ τη μεριά του καθρέφτη όλα αυτά φαίνονταν αλλιώς… όσο για το υφάκι, αυτό εμφανιζόταν μόνο ανφάς άλλωστε… και άρα το σκεπτικό του πήγαινε στον διάολο. Εξάλλου είχαν εξαφανιστεί κι οι αγοραστές… ή είχε συμβεί κάτι ακόμα χειρότερο, όλο αυτό που ονομαζόταν κάποτε αγορά είχε διαλυθεί στα εξόν συνετέθη, δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο.
Έδινε μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες, αυτό ήταν γεγονός. Η γραβάτα του έπρεπε να ήταν απ’ το συγκεκριμένο κατάστημα, το κουστούμι του απ’ τα ακριβότερα της αγοράς, τα παπούτσια του αν ήταν δυνατόν, αφόρετα. Αυτά ήταν σαν να λέμε οι κανόνες του παιχνιδιού. Αλλά δεν έφταναν. Έπρεπε να είναι ο καλύτερος… αλλιώς η δουλειά θα έκανε φτερά και θ’ αναγκαζόταν να πουλήσει το κουστουμάκι του σε κανέναν απ’ αυτούς τους αγιογδύτες που πουλούσαν όλους αυτούς τους ξοφλημένους εαυτούς στα πανέρια, να το δει να κρέμεται απ’ το τσιγκέλι. Και αυτό θα γινόταν σύντομα… αν δεν του παρουσιαζόταν, κατεπειγόντως, μια ευκαιρία.
Έφτυσε την οδοντόκρεμα στον νιπτήρα. Όλα αυτά άνηκαν στο παρελθόν, τώρα δεν του συνέβαινε απλώς τίποτα. Πίσω από ‘κείνη τη μάσκα της αυτοπεποίθησης διέκρινε εκείνον τον άλλον, δε μπορούσε να του κρυφτεί. Έβλεπε κάποιον που τα ‘χε χαμένα, έναν παραιτημένο μεσήλικα που είχε χάσει το τρένο, που δεν είχε να πληρώσει το νοίκι κι αναγκαζόταν να μπαινοβγαίνει στο διαμέρισμα τις πρωινές ώρες, όταν οι άλλοι κοιμούνταν. Τι διάολο είχε πάει στραβά;
Η καταστροφή είναι νομοτελειακό θέμα, συμπέρανε, δε μπορείς να την αποφύγεις. Κι είχε έρθει η ώρα, το ενώπιος ενωπίω που λένε. «Ως εδώ», είπε, «να τελειώνουμε μ’ αυτή την υπόθεση».
Άνοιξε το ντουλαπάκι του φαρμακείου. Θα μπορούσε να πιεί όλα αυτά τα χάπια, να ξαπλώσει ύστερα στο κρεβάτι και να βυθιστεί σ’ έναν γλυκό, βαθύ ύπνο. Δεν έχει κανένα νόημα αυτή η ζωή, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του, δεν έχω να περιμένω τίποτα.
Η φύση λειτούργησε αυτόματα. Η αυτοσυντήρηση τον έσπρωξε να βάλει το κεφάλι του κάτω απ’ τη βρύση. Το παγωμένο νερό τον συνέφερε. Στο κάτω - κάτω δεν είμαι ο μόνος που μένει στον δρόμο, σκέφτηκε, να πάει στον διάολο και το κουστουμάκι και όλα.
Αθλιότητα. Αυτό τον περίμενε.
«Ωραία» είπε. «Έτσι θα ‘χουμε την ευκαιρία να δούμε και μια διαφορετική όψη αυτής της ζωής».
Κρέμασε το κουστούμι του με μηχανικές κινήσεις ξανά στην ντουλάπα. Θρονιάστηκε σε μια πολυθρόνα και περίμενε κάτι απροσδόκητο να συμβεί. Αλλά δε συνέβαινε τίποτα. Όλα είναι κανονισμένα από πριν, συλλογίστηκε. Το πεπρωμένο. Αυτό το γαμημένο το πεπρωμένο φταίει για όλα.
Μετά αναρωτήθηκε τι να έκανε εκείνη την ώρα ο «άλλος» στη Φλόριντα. Μπήκε και διαπίστωσε πως ανέβαζε τραγουδάκια.

Στη Φλόριντα, ο άλλος σηκώθηκε και πήγε κι εκείνος στο μπάνιο. Κι εκείνου οι εαυτοί πήραν ξανά θέση μπροστά στους καθρέφτες. Κάθε μέρα το έβλεπε αυτό αλλά όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος, λένε… το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν τέλος πάντων σ’ ένα μπάνιο; «Έχει κανένας από σας καμιά φαεινή;» ρώτησε φωναχτά. Οι εαυτοί του αλληλοκοιτάχτηκαν. Ύστερα εκείνος στ’ αριστερά τραβήχτηκε λίγο πίσω, μια χαρακτηριστική κίνηση που έκανε και ο ίδιος όταν κάτι τον έφερνε σε δύσκολη θέση. Οι άλλοι δεν κινήθηκαν. Αυτός έκανε μια ενστικτώδη κίνηση να φέρει την κατάσταση στα ίσια, εκεί που ήταν πριν. Ο αριστερός του εαυτός παρέμεινε αποστασιοποιημένος, δεν ήθελε να υπακούσει.
Τον κοίταξε στα μάτια για να του δείξει ποιος ήταν το αφεντικό. Ο άλλος του έδειξε την αυτονομία του στέλνοντάς του ένα χαμόγελο. Οι άλλοι δυο παρέμειναν ακίνητοι κι είχαν παρόμοια έκφραση. Αυτός έκλεισε τα μάτια του να σκεφτεί, δεν γίνονται αυτά τα πράγματα, είπε μέσα του. Και πρέπει να ελέγξω την κατάσταση, αλλιώς θα με πάρει από κάτω.
Όταν τα άνοιξε πάλι, ο αριστερός του εαυτός κοίταζε αλλού.
«Ανάθεμα με» είπε. «Μπορείς να μου πεις τι τρέχει εδώ… τι σκατά γίνεται;»
«Τα ‘χεις κάνει μαντάρα, αυτό τρέχει» είπε ο άλλος χωρίς να τον κοιτάζει. «Και μαζί με ‘σένα κι εμείς… αυτό είναι το κακό. Ότι το πράγμα σου ξέφυγε και δε μπορείς να το πιάσεις».
Η καρδιά του χοροπηδούσε στο στήθος του, τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν, το κεφάλι του βούιζε… πισωπάτησε κι έκατσε στη λεκάνη της τουαλέτας. Οι άλλοι δυο του εαυτοί έκαναν το ίδιο και έμοιαζαν έντρομοι. Ο άλλος παρέμεινε όρθιος.
Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα» ψέλλισε, «κοιμάμαι και βλέπω κάποιο όνειρο».
«Η αλήθεια είναι πως μόλις ξύπνησες» είπε ο άλλος. Μετά κοίταξε τους άλλους που κοίταζαν σαν ηλίθιοι, «κι εσείς» είπε, «δείξτε του πως υπάρχετε, αντί να κάθεστε και να κοιτάτε, κάντε κάτι».
Κοιτάζονταν μεταξύ τους χωρίς να μιλάνε, σαν φωτογραφία που πείραξε κάποιος στο Photoshop και κάτι δεν πήγε καλά. Ύστερα εκείνος στον μεσαίο καθρέφτη κατέβασε αργά το κεφάλι του. Μετά ο τρίτος της παρέας μίλησε: «ζούμε σε παράλληλους κόσμους. Και δε θα συναντηθούμε ποτέ, μόνο θ’ αλληλοκοιταζόμαστε».
«Θέλετε να πείτε πως έχει ο καθένας από σας άλλες ζωές;» ρώτησε αυτός.
«Όπως βλέπεις…» είπε ο αριστερός. «Κι αν υπήρχαν εδώ μέσα χίλιοι καθρέφτες θα ήμασταν άλλα τόσα εγώ… και θα κάναμε όλοι κάποιες άλλες ζωές. Δεν είναι και τόσο τραγικό».
«Δε μπορούμε όμως να συναντηθούμε ποτέ» είπε αυτός.
«Ναι. Αλλά θα μπορούμε τουλάχιστον να μιλάμε, ν’ ανταλλάσουμε απόψεις» είπε ο τρίτος της παρέας. «Είναι κι αυτό κάτι».
«Εσύ δε θα πεις τίποτα;» ρώτησε τον μεσαίο καθρέφτη. Εκείνος σήκωσε το κεφάλι του, «τι να πω;» είπε, «τα ‘χω χαμένα κι εγώ όπως όλοι μας».
«Ναι… αλλά γιατί τώρα; Γιατί να συμβεί αυτό τώρα;» αναρωτήθηκε.
«Ποιος ξέρει» είπε ο αριστερός. «Τι σημασία έχει;»
«Σωστά» είπε αυτός. «Δεν έχει. Σημασία έχει το ότι βρεθήκαμε, αυτό δεν έχει;
«Ναι… μάλλον» είπε ο τρίτος. «Και μάλλον είμαστε και οι μόνοι στους οποίους συνέβη».
«Είναι καλό να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος στον κόσμο» είπε ο πρώτος, «να ξέρεις ότι έχεις έναν άνθρωπο να μιλήσεις, κάποιον που σκέφτεται σαν κι εσένα, που δε σου σκάβει τον λάκκο πίσω απ’ την πλάτη σου».
«Ναι» είπε ο μεσαίος που μιλούσε λιγότερο. «Αλλά νομίζω πως είμαστε περισσότεροι από τρεις… ή τέσσερεις, ο καθένας από μας έχει τουλάχιστον έναν καθρέφτη… κι ο καθένας από όλους εμάς βλέπει τον εαυτό του σ’ έναν καθρέφτη κι ο εαυτός του επίσης… κι υπάρχουν χιλιάδες… εκατομμύρια καθρέφτες, εκατομμύρια εαυτοί που βλέπουν τους εαυτούς τους μες στους καθρέφτες».
«Δεν τρέχει τίποτα» είπε ο πρώτος, «όλοι οι καλοί χωράνε».
«Μα πού είναι όλοι αυτοί οι κόσμοι;» αναρωτήθηκε αυτός, «υπάρχουν ή εγώ έχω τρελαθεί μήπως;»
«Ο καθένας θα τρελαινόταν στη θέση μας… δεν είναι εύκολο… είναι όλα αλλιώς θέλω να πω».
«Κι αν πεθάνει κάποιος από μας; Θα πεθάνουμε όλοι;» ρώτησε ο μεσαίος.
«Ναι, προφανώς» είπε αυτός που ‘χε ανεξαρτητοποιηθεί πρώτος. «Αλλά σημασία έχει πως δώσαμε στον εαυτό μας την ευκαιρία να τα δούμε όλα αλλιώς, αυτό από μόνο του φτάνει… δεν έχει σημασία τι θα γίνει μετά».
Όλη αυτή την ώρα κρατούσε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του, κόντευε να του στρίψει. Τέλος σήκωσε τα μάτια του και τους κοίταξε, να κάνει ο καθένας κάτι διαφορετικό. Αποδέχθηκε τελικά αυτή τη νέα κατάσταση, δε γινόταν κι αλλιώς. Σηκώθηκε απ’ τη λεκάνη. «Λοιπόν» έκανε. «Αφού ήρθαν όπως ήρθαν τα πράγματα… με λένε Γιάννη».
Κανένας απ’ τους άλλους δεν είπε τίποτα. Μετά ο τρίτος, εκείνος στον δεξιό καθρέφτη ρώτησε στα ξεκούδουνα: «αν κάποιος από μας πάθει κάτι θα το πάθουν κι οι άλλοι… αν κάποιος από μας πάει και κολλήσει σύφιλη θα γίνω κι εγώ συφιλιδικός».
«Πώς σου ήρθε αυτό τώρα; Δεν κάνεις και καμιά σπουδαία ζωή απ’ όσο ξέρω» είπε ο άλλος απ’ το αριστερό άκρο, «από πού θα την κολλήσεις τη σύφιλη;»
«Δεν είπα για μένα, το έθεσα ως υπόθεση» είπε ο τρίτος, «ξέρεις πολύ καλά πως το έθεσα».
«Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνετε» είπε ο μεσαίος που έδειχνε να σκέφτεται περισσότερο, «έχουμε βρεθεί σε μία όχι και τόσο συνηθισμένη κατάσταση… είναι σαν να παραφρονήσαμε γενικώς».
«Ο δίαυλος είναι αυτοί οι καθρέφτες» είπε αυτός που ήταν στο μπάνιο. «Αν ξεχάσουμε πως υπάρχουν καθρέφτες θα συνεχίσει να κάνει ο καθένας τη ζωή του κανονικά… απλώς δε θα πρέπει να κοιταζόμαστε σε καθρέφτες».
Το αριστερό άκρο τους γύρισε την πλάτη. «Δεν κάνουμε τίποτα. Απ’ τη στιγμή που έγινε αυτό που έγινε, δεν ξεγίνεται» είπε.
«Αν δεν παραφρονήσαμε… που είναι πολύ πιθανόν» είπε ο μεσαίος, «αν δεν τρελαθήκαμε δηλαδή, ζούμε μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εμπειρία».
«Δεν είναι κακό» είπε ο τρίτος. «Προσωπικά το είχα σκεφτεί δεκάδες φορές… το θεωρούσα απίθανο βέβαια αλλά φαίνεται πως πάντα πρέπει να αφήνεις περιθώρια και στο πιο απίθανο».
«Ναι» είπε αυτός που ήταν στο μπάνιο. «Είναι μια εξαιρετικά ασυνήθιστη θέση. Ακόμη και το να περάσει κάποιος από μας απ’ την άλλη μεριά του καθρέφτη. Τίποτα δεν αποκλείει το ότι γίνεται» είπε.
Αυτός στο αριστερό άκρο κόλλησε το χέρι του στον καθρέφτη. Η παλάμη του άσπρισε από την πίεση αλλά δεν έγινε κάτι. «Δε γίνεται» είπε.
«Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι θα μπορούσε να γίνει» είπε ο μεσαίος. «Είναι θέμα συντεταγμένων. Αν τύχει και κάτσουν οι ανάλογες συντεταγμένες… θα ερχόμουν να σας κάνω επίσκεψη».
Οι άλλοι γέλασαν. Αυτός που ήταν στο μπάνιο άναψε τσιγάρο. Ο αριστερός καθρέφτης τον μιμήθηκε. Οι άλλοι ύστερα έκαναν το ίδιο. Μετά αυτός που ήταν στο μπάνιο πήγε κι άρχισε να κοιτάει τον καθρέφτη από κοντά, άρχισε να τον ψηλαφεί. Οι άλλοι του εαυτοί έκαναν όλοι το ίδιο.
«Έχεις δίκιο» είπε ο μεσαίος. «Κάπου πρέπει να βρίσκεται ένα πέρασμα».
«Δεν ψάχνω για πέρασμα» είπε εκείνος στο μπάνιο και πέταξε το τσιγάρο του στην τουαλέτα. Οι άλλοι σταμάτησαν να ψαχουλεύουν την άλλη πλευρά του καθρέφτη.
Και τι ψάχνεις;» ρώτησε ο τρίτος.
«Δεν ψάχνω τίποτα» είπε ο εαυτός που βρισκόταν στο μπάνιο, «ξεκρεμάω αυτόν εδώ» και με μια κίνηση αποκαθήλωσε τους εαυτούς απ’ τον τοίχο. Μετά τους πήρε παραμάσχαλα και τους πήγε στο σαλόνι. «Δεν έχω σκοπό να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου στο μπάνιο» έκανε και θρονιάστηκε στην πολυθρόνα του. Οι άλλοι κοίταξαν με περιέργεια το δωμάτιο.
«Δεν είσαι κι άσχημα» είπε ο μεσαίος, «λίγο παρατημένος αλλά εντάξει».
«Είσαι εργένης;» ρώτησε ο τρίτος της παρέας.
«Ναι» είπε αυτός. «Η γυναίκα μου με εγκατέλειψε».
«Τι ρωτάς;» είπε ο αριστερός, «εσένα μήπως δε σ’ εγκατέλειψε;»
Έβαλαν τα γέλια.
«Ξέρετε ποια θα ήταν η πλάκα αν καταφέρναμε να περάσουμε απ’ την άλλη;» ρώτησε ο μεσαίος.
«Ποια;» ρώτησαν οι άλλοι, όλοι μαζί.
«Ότι θα μας πέρναγαν για τετράδυμα» είπε αυτός και ξανάρχισε να γελάει.
Οι άλλοι δε γέλαγαν.
«Και πού τη βλέπεις την πλάκα;» ρώτησε ο αριστερός.
Στο ότι αν συνέβαινε το ίδιο με όλους μας τους εαυτούς στους καθρέφτες» συνέχισε να γελάει ο μεσαίος, «δε θα ‘μασταν απλώς πεντάδυμα ή εξάδυμα… θα ‘μασταν ένας απεριόριστος αριθμός αντιτύπων και θα κατακλύζαμε την αγορά με την παρουσία μας».
«Και θα παίρναμε όλο το χαρτί… αυτό δε θες να πεις;» είπε εκείνος στην πολυθρόνα, «θα τους ξεσκίζαμε τους ξεκωλιάρηδες».
«Αυτό» είπε ο μεσαίος που ‘χε πέσει κάτω απ’ τα γέλια.
Οι άλλοι δυο ήταν σε άλλο mood και δε γέλαγαν… ή το έκαναν επίτηδες.
Αυτός απ’ την εδώ μεριά του καθρέφτη το παρατήρησε, «τι διάολο έχετε εσείς οι δυο;» ρώτησε. Εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι ο αριστερός σήκωσε τους ώμους του, «εγώ δεν έχω τίποτα, απλώς δε μου φάνηκε αστείο, δεν καταλαβαίνω γιατί γελάτε». Ο δεξιός έκανε κι αυτός μια παρόμοια κίνηση αλλά δε μίλησε. Ο μεσαίος προσπαθούσε με δυσκολία να συγκρατήσει τα γέλια του. Στο τέλος σταμάτησε απότομα και είπε πολύ σοβαρά: «πρόκειται για ομαδική παράκρουση, αυτά τα πράγματα δε γίνονται, είναι αυθυποβολή».
«Έχει δίκιο» είπε αυτός δεξιά.»Ένας από μας παραφρόνησε κι έχει επηρεάσει και τους άλλους. Αλλά δεν ξέρω αν όλα αυτά γίνονται ή δε γίνονται. Αυτό το πράγμα είναι πάνω από μένα».
«Προφανώς γίνονται» είπε αυτός αριστερά, «αλλιώς δε θα μιλάγαμε τώρα. Και φυσικά γίνονται, δεν είμαι τρελός, σας βλέπω και με βλέπετε».
«Πάντα βλεπόμασταν» είπε ο μεσαίος. «Και καμιά φορά λέγαμε και καμιά κουβέντα στον καθρέφτη. Αλλά αυτό εδώ είναι τελείως διαφορετικό, δεν είναι φυσιολογικό».
«Και πού ξέρεις εσύ τι είναι ή τι δεν είναι φυσιολογικό;» ρώτησε ο αριστερός, «επειδή δεν μας είχε ξανασυμβεί δε σημαίνει πως εκείνο ήταν το λογικό κι αυτό δεν είναι, πρέπει να ‘μαστε ανοιχτοί στα νέα ερεθίσματα, στο καινούργιο».
«Αυτό δεν είναι απλώς καινούργιο» είπε ο μεσαίος, «είναι μια τρέλα, είναι μια ομαδική παράκρουση που μας έχει πιάσει… και μπορεί να μη συμβαίνει καν, μπορεί όλα αυτά να τα φανταζόμαστε… ναι, αυτό είναι το πιθανότερο, τα φανταζόμαστε».
«Να τα φανταζόμαστε;» ρώτησε ο αριστερός.
«Ναι, μπορεί να συμβαίνει κάτι άλλο, να ‘χουμε πέσει σε κώμα, να ‘χουμε πεθάνει… δεν ξέρω τι διάολο μπορεί να συμβαίνει».»Ε λοιπόν θα σου αποδείξω ότι μια χαρά μας συμβαίνει κάτι διαφορετικό κι ότι δεν είναι τρέλα. Κοίτα» είπε και γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Ο αριστερός καθρέφτης έδειχνε τα πλακάκια του μπάνιου.
«Αυτό δε σημαίνει τίποτα» είπε εκείνος από δεξιά, «πάλι μπορεί να τα φανταζόμαστε όλα αυτά».
Αυτός απ’ την εδώ μεριά του καθρέφτη αναστέναξε. Το ίδιο έκανε κι ο μεσαίος.
«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν κατάπινα όλα τα χαπάκια που έχω στο μπάνιο» είπε ο από ‘δω.
«Δε θα έκανες τίποτα» είπε ο μεσαίος, «κατά πάσα πιθανότητα όλα αυτά τα φάρμακα δεν είναι φάρμακα, είναι φυτικά, έτσι δεν είναι;»
«Κάτι θα κάνανε» είπε ο απ’ την από ‘δω μεριά του καθρέφτη.
«Είμαστε πολύ κουρασμένοι για να το λύσουμε αυτό σήμερα» είπε ο μεσαίος. «Προτείνω να πάμε για ύπνο και να το δούμε μετά».
«Μπορεί να ξυπνήσουμε και να είναι όλα όπως πριν» είπε ο τρίτος καθρέφτης. «Να ‘μαστε μόνοι μας μ’ εκείνα τα άλαλα είδωλα».
«Έχει δίκιο» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη. «Ίσως θα πρέπει ν’ αποχαιρετιστούμε για πάντα».
«Εγώ πάντως πέρασα πολύ όμορφα πρέπει να πω» είπε ο τρίτος καθρέφτης.
«Κι εγώ, κι εγώ» είπε ο μεσαίος.
Κοίταζαν κι οι τρεις την άδεια μεριά του καθρέφτη. «Μα πού πήγε;» ρώτησε ο μεσαίος.
«Μπορεί να πήγε για κανένα ποτό» είπε ο δεξιός.
«Μα δεν πίνει» απάντησε ο μεσαίος.
«Σωστά» είπε ο απ’ την εδώ μεριά. «Μπορεί να βλέπει τηλεόραση στο άλλο δωμάτιο».
Ο άδειος καθρέφτης παρέμεινε κενός.
«Το γεγονός όμως ότι ενώ αυτός λείπει εμείς συνεχίζουμε να μιλάμε εδώ κάτι λέει, δε λέει;» ρώτησε ο τρίτος.
«Ναι. Μάλλον λέει κάτι» είπε ο από ‘δω. «Αλλά δεν ξέρω τι»
Λοιπόν θα το λύσουμε μετά ως φαίνεται» είπε ο μεσαίος, «πάω για ύπνο και τα λέμε μετά».
«Είσαι σίγουρος; Πώς θα βρεις κάποιον μετά;» ρώτησε ο τρίτος.
«Κάτι μου λέει πως θα ‘σαστε όλοι εδώ γύρω» είπε ο άλλος. Γύρισε κι αυτός την πλάτη του κι έφυγε.
«Λοιπόν» είπε ο τρίτος, «να φεύγω κι εγώ. Ελπίζω να τα ξαναπούμε μετά».
Κι εγώ» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη. «Κι αν δεν τα πούμε να ξέρεις πως χάρηκα».
«Κι εγώ» είπε ο άλλος. «Και δε μου είπες, τι δουλειά κάνεις;»
«Ψάχνομαι» είπε ο από ‘δω. «Ψάχνω τον Θεό μάλλον». Η απάντηση δεν του φάνηκε αρκετή, «διαχειρίζομαι καταστάσεις συνήθως», πρόσθεσε.
«Σωστά» είπε ο τρίτος. «Όλοι αυτό κάνουμε. Ο καθένας με τον τρόπο του. αλλά στην ουσία όλοι αυτό κάνουμε ».
Κοιτάχτηκαν για λίγο.
«Θα μου λείψετε… αν δεν ξανασυμβεί» είπε ο από την εδώ μεριά του καθρέφτη.
«Κι εμένα» είπε ο άλλος. «Δεν έχεις κάθε μέρα την ευκαιρία να μιλάς με τον εαυτό σου… πόσω δε με πολλούς εαυτούς ταυτόχρονα».
«Θα το λες και δε θα σε πιστεύουν» είπε ο από ‘δω.
«Δεν πρόκειται να το πω, δε θα καταλάβαιναν» είπε ο τρίτος. «Λοιπόν» είπε μετά, «γεια».
«Γεια» είπε κι ο από ‘δω. Μετά ο καθρέφτης άδειασε. Κανένας δεν ήταν απ’ την άλλη μεριά. Ίσως να μην είμαι καν στο δωμάτιο, σκέφτηκε.

Το τηλέφωνο άρχισε να κουδουνίζει. Θα ‘ναι από καμιά Τράπεζα, σκέφτηκε, άσε το να χτυπάει. Το τηλέφωνο σταμάτησε. Μετά κουδούνισε ξανά. «Ναι, ποιος είναι;» είπε σηκώνοντας το ακουστικό. Απ’ την άλλη μια φωνή κάτι είπε, δεν καταλάβαινε. «Ναι, ποιος είναι;» ξαναρώτησε.
«Συγγνώμη που παίρνω» είπε η φωνή, «αλλά έχετε το τηλέφωνό σας στον κατάλογο».
«Ναι το έχω» είπε αυτός, «ποιος είναι;»
«Είμαστε συνονόματοι» είπε ο άλλος. «Και αναρωτιόμουν αν έχουμε και κάποια άλλη σχέση».
«Τι άλλη σχέση να έχουμε; Δεν σας ξέρω» είπε αυτός.
«Ησυχάστε» είπε η φωνή στο τηλέφωνο. «Με ξέρετε, αφήστε με να σας εξηγήσω. Μόλις πριν…»
«Δε θέλω να μου εξηγήσετε τίποτα, δεν σας ξέρω».
«Με ξέρετε» επέμεινε ο άλλος.
«Λυπάμαι κύριε» είπε εκνευρισμένος, «δε συνηθίζω να χάνω την ώρα μου με αγνώστους» και κατέβασε το ακουστικό.
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε, μία, δύο… πέντε φορές. Σήκωσε πάλι το ακουστικό.
«Μην κάνεις σαν ηλίθιος» είπε η φωνή, «μιλούσαμε μια ώρα πριν στον καθρέφτη. Και μη διανοηθείς να το ξανακλείσεις».
Γύρισε και κοίταξε ξανά τον καθρέφτη. Εξακολουθούσε να παραμένει κενός. Είμαστε ακόμα στο ίδιο τριπάκι, σκέφτηκε.
«Μ’ ακούς;» ρώτησε ο άλλος απ’ την άλλη μεριά. «Είμαι σίγουρος πως μ’ ακούς».
«Σε ακούω» είπε εκείνος. «Αλλά νομίζω πως το αστειάκι αυτό παρατράβηξε».
«Δεν είναι αστείο» είπε ο άλλος, «το ξέρεις πως δεν είναι αστείο».
«Δε με νοιάζει τι είναι και τι δεν είναι, παράτα με>» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. «Αυτό μου έλειπε τώρα» είπε, «να μιλάω με τον εαυτό μου και στο τηλέφωνο».

«Μπορώ να σου μιλάω κι από ‘δω αν θες» είπε ο αριστερός εαυτός του απ’ τον καθρέφτη.
Γύρισε ξαφνιασμένος. Ο άλλος στεκόταν εκεί και τον κοίταζε. «Όπως βλέπεις είναι κάτι παραπάνω από μια απλή φαντασίωση» είπε.
«Εσύ με πήρες τηλέφωνο;» ρώτησε.
«Ναι».
«Καλά, πώς γίνεται;»
«Έχουμε το ίδιο τηλέφωνο. Και προφανώς έχουμε και το ίδιο σπίτι, τις ίδιες γκόμενες».
«Αυτό μου φαίνεται λογικό» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Αλλά είναι το μόνο που μου φαίνεται λογικό».
«Κοίτα» είπε ο άλλος, «δεν έχει σημασία πώς έγινε. Το θέμα είναι πως είμαστε εδώ και μιλάμε, πως μπορώ και σε παίρνω τηλέφωνο».
«Δηλαδή αν πάρω τον αριθμό μου θα βγεις εσύ;» ρώτησε αυτός στο δωμάτιο.
«Δεν ξέρω, μάλλον» είπε ο άλλος. «Δοκίμασε»./
Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε το νούμερο. «Βουίζει» είπε.
«Θα το άφησα ανοιχτό» είπε ο άλλος. «Αλλά σίγουρα σε πήρα εγώ πριν… άρα το λογικό είναι να μπορείς να με πάρεις κι εσύ».
Αυτός στο δωμάτιο κάθισε στην πολυθρόνα. «Δε μπορώ να το εξηγήσω» είπε, «απλώς δε μπορώ να το εξηγήσω».
«Γιατί πάντα πρέπει να δίνεις μια εξήγηση σε όλα;» ρώτησε ο άλλος απ’ τον καθρέφτη.
«Γιατί έτσι έχω μάθει, τι γιατί;»
«Έχει γίνει κάποια διάσπαση του εγώ, πιστεύω» είπε ο άλλος. «Κι είναι σαν να ‘χουμε μπει σε κάποια άλλη διάσταση» έτσι νομίζω.
«Ναι, μάλλον κάτι τέτοιο συμβαίνει» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Κι η αδρεναλίνη μου έχει χτυπήσει ταβάνι».
«Από ποιο τηλέφωνο με πήρες;» ρώτησε ο εαυτός στον καθρέφτη.
«Απ’ αυτό εδώ» είπε αυτός στο δωμάτιο.
«Γι αυτό βουίζει», είπε ο άλλος. «Εγώ σε πήρα από κινητό».
Ο άλλος στο δωμάτιο έβγαλε απ’ την τσέπη του το κινητό και το κοίταξε. «Απ’ αυτό εδώ;» ρώτησε τον εαυτό του απέναντι. Ο άλλος συγκατένευσε. Εκείνος κοίταξε τις κλήσεις. Υπήρχε μια κλήση στο σταθερό, λίγο πριν. Και δεν την είχε κάνει αυτός. Τα πράγματα άρχισαν να μπερδεύονται πολύ άσχημα, σκέφτηκε. Έβαλε μετά το τηλέφωνο πάλι στην τσέπη του.
«Δεν θα καλέσεις;» ρώτησε ο άλλος.
«Δε χρειάζεται, κατάλαβα τι έγινε» είπε αυτός στο δωμάτιο.
«Όπως και να ‘χει είναι μια ενδιαφέρουσα κατάσταση, αυτό τουλάχιστον πρέπει να το παραδεχτείς» είπε ο άλλος.
«Α, ναι… τουλάχιστον» είπε αυτός.
Έμειναν για λίγο σιωπηλοί. Ύστερα ο εαυτός του καθρέφτη είπε: «τι σκέφτεσαι να κάνεις; Εμένα δε μου ‘ρχεται τίποτα».
«Ούτε εμένα. Πώς μπλέξαμε έτσι;»
«Δεν ξέρω. Αλλά έχει την πλάκα του».
«Δε με διασκεδάζει καθόλου».
«Κουταμάρες. Φυσικά σε διασκεδάζει. Απλώς είσαι λίγο στριμόκωλος όπως πάντα».
«Είναι διασκεδαστικό… αν συνέβαινε σε κάποιον άλλον θα το διασκέδαζα. Αλλά συμβαίνει σε μένα που να με πάρει. Και δεν έχω ιδέα πώς γίνεται».
«Αυτό είναι πάντα το πρόβλημα σου, ότι πάντα θέλεις να ξέρεις πώς γίνεται οτιδήποτε. Αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν εξηγούνται, πότε θα το καταλάβεις αυτό;»
«Θες να πεις πως εσύ το καταλαβαίνεις;»
«Δεν το καταλαβαίνω αλλά δε με νοιάζει, αυτό προσπαθώ να σου πω, χέστηκα για το πώς γίνεται».
«Χέστηκες;»
«Ναι. Δε μιλάει ο καθένας με τον εαυτό του στον καθρέφτη, ούτε τον παίρνει τηλέφωνο. Το πώς λίγο μ’ ενδιαφέρει».
«Ναι, απ’ αυτή την πλευρά έχεις ένα δίκιο».
«Φυσικά κι έχω. Δεν ξέρω κανέναν που να μην ήθελε να μιλάει με τον εαυτό του».
«Άλλο να το θες και άλλο να το κάνεις, δεν είναι το ίδιο».
«Ξέρεις…» έκανε ο καθρέφτης, «όταν έφυγα πριν…»
«Τι έκανες;»
«Προσπάθησα να ‘ρθω να σε βρω».
«Να με βρεις πού;»
«Σωστά. Δεν ήξερα πού να σε ψάξω».
«Δεν έφυγα καθόλου, ήμουν συνέχεια εδώ».
«Ναι, το ξέρω. Εγώ όμως βγήκα και σ’ έψαξα».
«Δηλαδή πού μ’ έψαξες;»
«Έκανα μια βόλτα και μετά γύρισα σπίτι και χτύπαγα το κουδούνι».
«Δε χτύπησε κανείς το κουδούνι».
«Το υπέθεσα, ήταν το δικό μου σπίτι, στη δικιά μου ζωή. Εσύ… ή οι άλλοι μένετε στο ίδιο σπίτι αλλά σε άλλες ζωές».
«Ναι αλλά με πήρες τηλέφωνο».
«Ναι. Στην αρχή δεν πίστευα πως θα μπορούσε να το σηκώσει κανείς… αφού το είχα μπροστά μου και το κοίταζα».
«Αλλά χτύπησε. Εδώ».
«Κάποιος παίζει μαζί μας».
«Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν υπάρχει κάποιος πίσω απ’ όλα αυτά, αν υπάρχει Θεός».
«Ξέρω τι σκέφτεσαι, τα ίδια σκεφτόμαστε».
«Σωστά».
«Είμαστε συγκοινωνούντα δοχεία, ένα σύστημα, ένα κύκλωμα, ό,τι σκέφτομαι εγώ το σκέφτεσαι κι εσύ απαραίτητα και το αντίθετο, είμαστε αλληλένδετοι, αυτός είναι ο σωστός όρος».
«Και είτε έχουμε χάσει τα λογικά μας ή αυτό συμβαίνει πραγματικά και κάποιος διάολος γελάει τώρα μαζί μας».
Ακούστηκε μια φασαρία κι ύστερα ο μεσαίος εαυτός εμφανίστηκε κι αυτός στον καθρέφτη. «Δεν έκλεισα μάτι» είπε.
«Με πήρε τηλέφωνο» είπε αυτός στο δωμάτιο.
«Ποιος;» ρώτησε ο μεσαίος.
«Εγώ» είπε ο αριστερός εαυτός.
«Δηλαδή η κατάσταση όσο πάει και μπερδεύετε περισσότερο» είπε ο μεσαίος.
«Έχω ανάγκη από καφέ» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Εσείς μη φύγετε, τα πράγματα είναι πιο σοβαρά απ’ ό,τι νόμιζα».
«Πώς τον πήρες τηλέφωνο;» ρώτησε ο μεσαίος.
«Απ’ το κινητό» είπε ο άλλος. «Αλλά πριν τον πάρω βγήκα και τον έψαξα».
«Τον έψαξες; Πού τον έψαξες;»
«Πουθενά. Βγήκα μια βόλτα και γύρισα πάλι εδώ».
«Κάνουμε κύκλους» είπε ο μεσαίος, «έχουμε μπει σ’ έναν ατέρμονο φαύλο κύκλο που νομίζουμε ότι κάνουμε πράγματα ή ότι επικοινωνούμε μεταξύ μας, έχουμε υλοποιήσει μια φαντασίωση».
«Δεν περίμενα από ‘σένα διαφορετική εξήγηση, πάντα είσαι έτσι πεζός».
«Νομίζω ότι εσύ δεν είσαι διαφορετικός, απλώς πότε είμαστε έτσι και πότε αλλιώς. Και τώρα αυτό το έτσι κι αυτό το αλλιώς συνυπάρχουν… ή νομίζουμε πως συνυπάρχουν».
Ναι, τα ίδια λέγαμε λίγο πριν με τον άλλον. Κι ο καθένας από μας ζει στο δικό του σπίτι και γι’ αυτόν οι άλλοι φιλοξενούνται σ’ αυτόν τον γαμημένο τον καθρέφτη».
«Έτσι ακριβώς. Τίποτα απ’ αυτά δεν πρέπει να ‘ναι αληθινό, είναι μια φαντασίωση».
«Ναι. Μόνο που ο άλλος φτιάχνει καφέ τώρα και εμείς καθόμαστε ο καθένας στο μπάνιο του και μιλάμε».
«Και τι να κάνουμε; Να πάμε κι εμείς για καφέ;»
«Δεν είναι κακή ιδέα ένας καφές. Και να βάλουμε κι εμείς αυτούς τους καθρέφτες στο σαλόνι, δε μπορώ όρθιος».
«Έχεις δίκιο, ούτε εγώ μπορώ να σκεφτώ όρθιος».
Αποκαθήλωσαν κι αυτοί τους καθρέφτες. Στο μεταξύ γύρισε κι ο άλλος με τον καφέ. «Τι βλέπω εδώ; Έχουμε αλλαγές;» ρώτησε.
Ο τρίτος εμφανίστηκε κι αυτός στα δεξιά. «Βλέπω ότι έχουμε απαρτία» είπε.
«Συμβαίνουν ένα σωρό πράγματα» ανέλαβε να εξηγήσει ο μεσαίος, «αυτός εδώ» είπε κι έδειξε τον διπλανό του, «πήρε τον άλλον τηλέφωνο, εκεί» κι έδειξε αυτόν στο δωμάτιο.
«Πώς έγινε αυτό;» απόρησε ο τρίτος καθρέφτης.
«Το θέμα δεν είναι πώς έγινε το ένα ή το άλλο αλλά αν το ‘χουμε χάσει εντελώς» είπε αυτός στο δωμάτιο, «αυτή η κατάσταση είναι τελείως τρελή».
«Εμένα με διασκεδάζει αφάνταστα» είπε ο τρίτος, «τέτοια πράγματα δε συμβαίνουν κάθε μέρα».
«Δε συμβαίνουν κι όμως συμβαίνουν» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Και προσωπικά τα ’χω παίξει».
«Μην κάθεσαι όρθιος» είπε ο αριστερός στον δεξιό, «εμείς όπως βλέπεις μετακομίσαμε».
Ο τρίτος αποκαθήλωσε κι αυτός τον δικό του καθρέφτη και τον μετέφερε κι αυτός στο σαλόνι. Μετά κάθισε κι αυτός στην αντίστοιχη πολυθρόνα και είπε: «είναι σαφώς πιο άνετα εδώ… απ’ το μπάνιο».
«Κύριοι» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο και σηκώθηκε, «είμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα πρόβλημα… που παρόμοιό του μάλλον δεν έχει αντιμετωπίσει κανείς. Και καλούμεθα σαν λογικοί άνθρωποι ή άνθρωπος να το λύσουμε».
«Ωραία τα λες» ειρωνεύτηκε ο αριστερός, «συνέχισε».
«Μην ειρωνεύεσαι» είπε ο μεσαίος, «έχουμε πραγματικά κάποιο πρόβλημα».
«Εγώ δεν το αντιμετωπίζω σαν πρόβλημα, εμένα μ’ αρέσει» είπε ο τρίτος. «Το προτιμώ απ’ το να με χαζεύουν από απέναντι τρεις άλαλοι, το δήλωσα».
«Δε χρειάζεται να βρισκόμαστε σ’ αντιπαλότητα, το πρόβλημα μας αφορά όλους» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο.
«Κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει πρόβλημα» είπε ο αριστερός καθρέφτης. «Ποιος μας λέει πως δεν έγινε κάτι και περάσαμε σε κάποια άλλη διάσταση; Θέλω να πω πως είναι μια άλλη κατάσταση, δε νοιώθω καθόλου τρελός. Όσο για την εξήγηση… δε χρειάζεται πάντα εξήγηση, συμβαίνουν κάθε μέρα εκατομμύρια πράγματα που παραμένουν ανεξήγητα».
«Ναι, είναι κι αυτό μια άποψη» συμφώνησε ο μεσαίος, «η ιδανική θα ‘λεγα άποψη. Αλλά δεν ξέρω καθόλου αν είναι έτσι».
Εμένα δε μ’ απασχολεί καθόλου πώς είναι ή γιατί έγινε… είναι σαν να απέκτησα απ’ το πουθενά μια οικογένεια, κάποιους στους οποίους μπορώ να εμπιστεύομαι οτιδήποτε… τουλάχιστον έτσι νοιώθω».
«Δεν είμαστε οικογένεια» είπε αυτός στο δωμάτιο. «Είμαστε ένα είδος πολλαπλού, αντίτυπα. Και οι τρεις από μας είναι φασματικοί, είδωλα πίσω από ένα τζάμι, δεν ξέρω τι ακριβώς είσαστε».
«Εγώ δεν είμαι καθόλου φασματικός» είπε ο αριστερός. «Για ‘μένα εσείς είστε φασματικοί… αλλά δεν είναι σωστό, συνυπάρχουμε θα έληγα».
«Σωστά, συνυπάρχουμε» είπε ο μεσαίος. «Και κανένας μάλλον δεν είναι φασματικός, επικοινωνούμε μ’ έναν φασματικό τρόπο αλλά δεν είμαστε φασματικοί, εγώ τουλάχιστον είμαι με σάρκα και οστά… όπως όλοι μας, δε διαφέρουμε».
«Ναι» συμφώνησε κι αυτός στο δωμάτιο, «μάλλον έχετε δίκιο… δηλαδή πρέπει να έχετε δίκιο. Αυτό όμως δε λύνει το πρόβλημα, μάλλον το κάνει ακόμα πιο περίπλοκο».
«Μα δεν καταλαβαίνω γιατί το αντιμετωπίζεις σαν πρόβλημα, απλώς είμαστε σε πλεονεκτική θέση έναντι των άλλων, έχουμε μια επιπλέον ιδιότητα».
«Δεν καταλαβαίνω σε τι μας ωφελεί αυτή η ιδιότητα που λες πως έχουμε, δε βρίσκω καμιά χρηστικότητα» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο. «Μόνο μπέρδεμα».
«Είναι μάλλον αυτή η στενή άποψη που έχεις για τη ζωή» είπε ο αριστερός καθρέφτης, «συμφωνώ πως δεν είναι καθόλου πρόβλημα το συγκεκριμένο».
«Είπες το συγκεκριμένο. Άρα δεν ξέρεις αν υπάρχει κάπου ένα πρόβλημα» είπε ο μεσαίος.
«Ναι, δεν ξέρω, μπορεί και να υπάρχει. Για την ώρα όμως απλώς περνάω μια πολύ ενδιαφέρουσα νύχτα» είπε ο αριστερός και άναψε ένα τσιγάρο.
«Πόσα τσιγάρα έχεις στο πακέτο σου; Ρώτησε αυτός που ήταν στο δωμάτιο.
Ο αριστερός έβγαλε το πακέτο του και τα μέτρησε. «Επτά» είπε.
Οι άλλοι μέτρησαν κι αυτοί τα τσιγάρα τους. Είχαν όλοι επτά.
«Μα πώς γίνεται;» ρώτησε ο τρίτος, «έχω να καπνίσω μια ώρα».
«Συγχρονισμός» είπε ο μεσαίος. «Ένας παράλογος συγχρονισμός που φαίνεται πέρα για πέρα λογικός».
Αυτός στο δωμάτιο ξανακάθισε στην πολυθρόνα του. «Δεν πρόκειται να βγάλουμε άκρη» είπε.
«Είναι η πιο παλαβή ιστορία που έχω ακούσει» είπε ο μεσαίος. «Συνήθως οι άνθρωποι ψάχνουν να βρούνε τον εαυτό τους, δεν τον έχουν εις τριπλούν να κάθονται να τα λένε».
«Μπορεί να συμβαίνει στους μοναχικούς ανθρώπους, να τρελαίνονται» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο. «Μπορεί να το ‘χουμε χάσει».
«Και μπορεί να ανοίξει η πόρτα και να ‘ρθουν άλλοι τρεις ή πέντε όμοιοι, τίποτα δεν αποκλείεται» είπε χασκογελώντας ο αριστερός, «εδώ που φτάσαμε».
«Δεν περίμενα ποτέ πως θα συζητούσα με τον εαυτό μου» είπε ο μεσαίος. «Και τώρα έχω διάλογο με τρεις… που θα μπορούσαν να είναι οκτώ ή δώδεκα, είναι θέμα καθρέφτη».
«Κανένας δεν έχει δώδεκα καθρέφτες στο σπίτι του» είπε ο τρίτος.
Εκείνος που ήταν στο δωμάτιο πετάχτηκε πάνω. «Φέρτε όσους καθρέφτες έχετε ο καθένας στο σπίτι, φέρτε τους όλους εδώ».
Οι άλλοι έκαναν όπως τους είπε. Συγκέντρωσαν συνολικά δέκα καθρέφτες και τα είδωλα πολλαπλασιάστηκαν Κι εκείνα έφεραν επίσης και τους δικούς τους καθρέφτες και τα είδωλα στους άλλους καθρέφτες έφεραν κι άλλους και αυτό το πράγμα έδειχνε χωρίς τελειωμό. «Δεν ήταν καλή ιδέα» είπε εκείνος απ’ τον μεσαίο καθρέφτη, «δε βγάζουμε έτσι άκρη».
«Σωστά» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο, «βάλτε τους κάπου αλλού».
«Σε μια στιγμή μου φάνηκε πως θα τρελαθώ στ’ αλήθεια» είπε ο μεσαίος όταν γύρισαν
«Φοβερή φάση» είπε ο αριστερός. «Κι είχες δίκιο πριν, θα κατακλύζαμε την αγορά με την παρουσία μας».
«Πιστεύεις πως αυτό το πράγμα θα δούλευε κι εκεί έξω;» ρώτησε αυτός απ’ το δωμάτιο.
«Αφού δουλεύει μέσα θα δουλεύει και έξω» είπε ο άλλος.
«Ωραία, είμαστε μια τεράστια δύναμη… υποτίθεται» είπε ο τρίτος, «και τι πάει να πει αυτό;»
«Τίποτα» είπε αυτός απ’ το δωμάτιο, «είμαστε μια εικονική τεράστια δύναμη… όσο είμαστε μέσα σ’ αυτούς τους καθρέφτες, δε μπορούμε να την κάνουμε τίποτα».
«Κρίμα» είπε ο αριστερός, «τόση δύναμη να πηγαίνει χαμένη».
«Κρίμα, όντως» είπε ο μεσαίος. «Αλλά δε μπορούμε ν’ αλλάξουμε τους νόμους της φύσης».
Οι άλλοι τρεις έβαλαν τα γέλια.
«Είναι η καλύτερη νύχτα που ‘χω περάσει» είπε ο τρίτος.

Αυτός στο δωμάτιο ξύπνησε. Σκέφτηκε πως κι οι άλλοι θα είχαν κάνει το ίδιο. Ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο σαλόνι. Τα είδωλά του πήραν θέσεις απέναντι απ’ τον καθρέφτη. Αλλά κανένα δε μίλησε. Κούνησε το χέρι του και τα τρία εγώ του έκαναν το ίδιο. Αυτό ήταν, σκέφτηκε, χάσαμε την ευκαιρία.

Ξημέρωνε η τελευταία μέρα του χρόνου. Σε λίγο η τηλεόραση θ’ άρχιζε τις πρωτοχρονιές και τα βεγγαλικά θα τις ταξίδευαν απ’ τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη, ο ουρανός θα πλημμύριζε χρώματα, οι άνθρωποι θ’ αγκαλιάζονταν στις πλατείες… τα συνηθισμένα. .
Είχε βγάλει τη νύχτα στην πολυθρόνα κι ένοιωθε κουρασμένος. Κατά τις οκτώ το πρωί σηκώθηκε βαριεστημένα και πήγε στο μπάνιο. Από συνήθεια έριξε μια ματιά στον καθρέφτη. Αλλά και πάλι δεν ήταν κανείς.
«Μήπως δεν υπάρχω;», αναρωτήθηκε.
Μετά, φτιάχνοντας καφέ σκέφτηκε όλη αυτή τη φάση με τον άλλον που ζούσε στη Φλόριντα. Τι ιστορία όμως κι αυτή, συλλογίστηκε.

1. Η συγκεκριμένη ιστορία δε θα ‘χε προκύψει δίχως καθρέφτες, σκέφτηκε… ίσως τα πράγματα να ήταν πιο εύκολα χωρίς τους καθρέφτες. Για παράδειγμα, υπό κανονικές συνθήκες, στον τρίφυλλο καθρέφτη του μπάνιου μπορούσε να παρακολουθήσει τρεις εκδοχές του εαυτού του ταυτόχρονα. Τους έβλεπε κάθε μέρα, μόνο που σήμερα του ‘χε κολλήσει πως δεν ήταν σαν τις άλλες φορές. Το χθες, το παρόν και το αύριο, σκέφτηκε. Το αριστερό του προφίλ ήταν άραγε το καλύτερο, αναρωτήθηκε, ή μήπως ήταν το δεξί; Και τι θα συνέβαινε αν περιτριγυριζόταν από καθρέφτες; Πόσοι εαυτοί μπορούσαν να χωρέσουν σ’ ένα μπάνιο; Και τι θα συνέβαινε αν αυτή η ιστορία συνεχιζόταν για κάποιο λόγο επ’ άπειρον; Θα μπλέκαμε με τίποτα κυβικές καμπύλες πάνω σε πεπερασμένα σώματα; Ή μήπως σε τίποτα σημεία πεπερασμένης τάξης; Και πόσο κοντά θα ήμασταν στην εικασία του Riemann;

Γιάννης Πέτσας “DR JEKYLL AND MR HYDE AND MR HYDE AND MR HYDE…”… ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ