«Άλλοι εικονογραφούν τα κείμενά τους. Εγώ κειμενοποιώ τις εικόνες μου»




Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

03:00

Είχα ακόμα τη φωνή της στα αφτιά μου, γουρούνια, όλοι σας είσαστε γουρούνια, έλεγε. Κι ήταν ακόμα τρεις.
Ήταν σημαδιακή μέρα. Κι έγιναν δυο πράγματα. Είδα τον παλιό μου σκύλο στον ύπνο μου, καθώς γύριζα από κάπου, ξαπλωμένο σε μια μάντρα. Σαν να ξαφνιάστηκα. Είχε χάσει το μισό του τρίχωμα και γύρισε και με κοίταξε. Τα μάτια του ήταν μελιά όπως ήταν πάντα. Άπλωσα το χέρι μου και τον χάιδεψα, μου ‘λειψες, του είπα… ή το σκέφτηκα, δεν είχε σημασία, καταλάβαινε. Αυτός έφερε δυο - τρεις βόλτες γύρω μου. Μετά σαν να εκνευρίστηκε, τραβήχτηκε πίσω κι άρχισε να ουρλιάζει, να χτυπιέται, να… στο τέλος… ακόμα και το πρόσωπό του άλλαξε, το ρύγχος του έγινε πιο μακρύ, πιο σουβλερό… τα δόντια του σχεδόν έλειπαν κι έκανε να μου χιμήξει. Πισωπάτησα, τράβηξα το χέρι μου κι έφυγα. Τα γέρικα σκυλιά πρέπει να τα’ αφήνεις στην ησυχία τους.
Ύστερα, δεν είχα κάνει δυο βήματα όταν άκουσα ένα μούγκρισμα. Στράφηκα στον τοίχο πίσω μου κι είδα τη Ρόζα, τον παλιό μου έρωτα. Είχε διπλωθεί στα δυο και τη μια μούγκριζε την άλλη πιανόταν από κάτω της και έλεγε, ο άντρας μου, πού πήγε ο άντρας μου; Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων.
ήταν μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε κι αυτή σερνότανε σ’ έναν τοίχο και μυξόκλαιγε, δεν είχα δει ποτέ έτσι τη Ρόζα. Τα χέρια της είχαν κρεμάσει στους αγκώνες, τα στήθια της έμοιαζαν ξερά κάτω απ’ τη μπλούζα… τα μαλλιά της ήταν ακόμα κόκκινα. Αλλά δεν ήταν η Ρόζα που ‘ξερα.
Με πήρε είδηση και ορθώθηκε ξανά, τι κοιτάς, μου είπε, σαν να ντράπηκε, δεν έχεις άλλη δουλειά να κάνεις;
Δεν αναρωτήθηκα αν με γνώρισε… δεν αναρωτήθηκα τίποτα. Σε παράτησε ; τη ρώτησα.
Να μη σε νοιάζει, μου είπε και έκανε να φύγει. Στάσου, είπα εγώ, θες να το κάνουμε;
Η Ρόζα με κοίταξε με τα ξεπλυμένα της μάτια, απ’ τα μεθύσια και τα δάκρυα κι έκανε κάτι σαν να γέλασε. Έτσι στην ψύχρα… εσύ κι εγώ; κάγχασε, πώς σου κατέβηκε τώρα αυτό;
Κοίτα… αν θες, είπα εγώ, δεν ξέρω πώς… φαντάστηκα πως ήθελες.
Κάνε πέρα, μου είπε και μ’ έσπρωξε, για ποια με πέρασες; Γουρούνια, είπε, όλοι σας είσαστε γουρούνια.
Παραμέρισα. Εκείνη έκανε δυο βήματα. Σταμάτησε κι ύστερα έκανε άλλα δυο. Μετά γύρισε. Δεν έχεις γυναίκα; Ρώτησε ενώ σκούπιζε το ρίμελ που ‘χε τρέξει.
Δε μπορώ, είπα, δε μπορώ.
Δε μπορείς μ’ αυτήν και μπορείς με ‘μένα;
Δεν ξέρω, ομολόγησα, δεν ξέρω αν μπορώ… αλλά αν σε παράτησε ο δικός σου… τι σε νοιάζει;
Σωστά, έκανε, τι με νοιάζει;
Τώρα μου θύμιζε πιο πολύ τη Ρόζα που ‘ξερα. Στύλωσε τα πόδια της κι έκανε δυο βήματα. Ήταν ακόμα καλοφτιαγμένη, είχαμε ένα μπόι αλλά με πέρναγε πάντα με τις γόβες, η Ρόζα πάντα φορούσε γόβες.
Έχεις ένα τσιγάρο; Είπε σιάζοντας τη φούστα της. Έχω τα χάλια μου, πρόσθεσε.
Έβγαλα και της άναψα. Κάναμε δυο - τρεις ρουφηξιές χωρίς να μιλάμε, δεν είχαμε να πούμε τίποτα.
Πάω να μαζέψω λίγο την κουζίνα μου, μου είπε. Μετά θα σου πω να ‘ρθεις.
Και ο άντρας σου; Ξαφνικά ανησύχησα, δε θέλω μπλεξίματα, της είπα.
Μη σε νοιάζει γι’ αυτόν, είπε, δεν πρόκειται να ’ρθει… αλλά και να ‘ρθει… θέλω να πω πως δεν τον νοιάζει τι κάνω και τι δεν κάνω, δε με βλέπει σαν γυναίκα.
Κατάλαβα αλλά δεν είπα τίποτα. Έμεινα εκεί και την κοίταζα που έφευγε, να ξεμακραίνει με τις ψηλοτάκουνες γόβες της. Σαν τη Ρόζα που ήξερα.
Μετά… δεν έγινε τίποτα, δεν πήγα, πισωπάτησα.
Τα γέρικα σκυλιά πρέπει να τα αφήνεις στην ησυχία τους.