«Άλλοι εικονογραφούν τα κείμενά τους. Εγώ κειμενοποιώ τις εικόνες μου»




Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

"Βανέσα"

«Ζωρζ», μου είπε μια μπάσα φωνή στο τηλέφωνο, πιο μπάσα απ’ τη δική μου, «πότε θα έρθεις να μου κάνεις έρωτα;»
«Δεν κατάλαβα», έκανα εγώ.
«Τι δεν κατάλαβες βρε Ζωρζ, τον χαζό κάνεις; Έλα, σε θέλω».
«Εγώ δε σε θέλω», μου ‘ρθε να του πω αλλά θα πήγαινε αλλού η δουλειά κι είπα να το ξεκόψω. «Κάνεις λάθος φίλε, δεν είμαι ο Ζωρζ», είπα.
«Μπα», έκανε έκπληκτος, «και ποιος είσαι; Φίλος του; Δώσε μου αμέσως τον Ζωρζ, μην έρθω εκεί και τα κάνω όλα λίμπα, άκουσες;»
«Έχεις πάρει λάθος φίλε, δε μένει κανένας Ζωρζ εδώ», του ξεκαθάρισα.
«Καλά, δεν πειράζει», είπε τότε εκείνος τσαχπίνικα, «σου ‘χει πει κανένας πως έχεις ωραία φωνή; Καλύτερη κι απ’ του Ζωρζ».
Δε θα ‘βγαζα άκρη και έκλεισα το τηλέφωνο… ναι, σιγά που δε θα ξανάπαιρνε.
«Καλέ, γιατί μου έκλεισες το τηλέφωνο;»
«Είπαμε ρε φίλε, δεν είμαι ο Ζωρζ κι ούτε μένει κανένας Ζωρζ εδώ», είπα κοφτά.
«Και τώρα τι φωνάζεις, να μας τρομάξεις;»
«Ρε 'συ φίλε», είπα κατεβάζοντας λίγο τον τόνο, «έκανες λάθος τηλέφωνο, γιατί δεν ξαναδοκιμάζεις να πάρεις τον Ζωρζ;»
«Τον πήρα, έχει τηλεφωνητή».
«Ωραία», είπα, «πάρ’ τον μετά που θα γυρίσει».
«Δεν τον θέλω πια, τώρα θέλω εσένα».
«Ρε 'συ φίλε…», πήγα να πω κάτι.
«Γιατί;», ρώτησε.
«Τι γιατί;»
«Γιατί δε με θες, τι νομίζεις πως είμαι καμία παντελωνού, απ’ αυτές που άμα δουν κάποιον την πέφτουν; Έχω αξιοπρέπεια εγώ αγάπη μου».
Έκλεισα το τηλέφωνο. Ξαναπήρε.
«Άμα μου ξανακλείσεις εμένα το τηλέφωνο θα ‘ρθω εκεί και δε θα σου αφήσω τζάμι για τζάμι, μα το Θεό. Ξέρεις πώς μ’ έχεις κάνει τώρα; έξαλλη».
«Ρε 'συ φίλε…»
«Δεν είμαστε φίλοι, ούτε σε ξέρω - ούτε με ξέρεις».
«Αυτό λέω κι εγώ», είπα, «γιατί δεν παίρνεις πάλι τον Ζωρζ; Θα ‘χει γυρίσει και θα σε ψάχνει».
«Κοφ’ το δούλεμα. Άλλωστε δεν τον θέλω πια, δε με παρατάει κανένας εμένα αγάπη μου, ξέρεις πια είμαι εγώ;»
«Όχι, δεν έτυχε», είπα.
«Όλη η Συγγρού μιλάει για ‘μένα αγάπη μου», είπε. «Με λένε Βανέσα, εσένα;»