«Ποιος τα γαμεί όλα αυτά τα σκατά;», άκουσε τον εαυτό του να λέει. Η υπάλληλος στράφηκε και τον κοίταξε ξαφνιασμένη, «παρακαλώ;», έκανε. Της χαμογέλασε. Δεν ήταν υπεύθυνη για όλα αυτά τα σκουπίδια που ήταν αραδιασμένα στον δίσκο του, ούτε διατεθειμένη ασφαλώς να ακούει τον καθένα να βρίζει, «ζητώ συγγνώμη», είπε, όσο γινότανε πιο ευγενικά, «παρασύρθηκα».
«Δεν έχετε και πολύ άδικο», είπε συνωμοτικά η υπάλληλος και του αντιγύρισε το χαμόγελο, «αυτά τα πράγματα δεν τρώγονται». Έκανε πως τακτοποιούσε κάτι στο τραπέζι, «γιατί δεν πάτε απέναντι;», ρώτησε χαμηλόφωνα, «φαίνεστε άνθρωπος που έχει λεφτά».
«Δεν είναι αυτό», είπε. «Είναι το ότι δε συμπάθησα ποτέ μου τα κινέζικα».
«Τότε; Δεν καταλαβαίνω».
«Υποτίθεται πως έχω κάποιο ραντεβού, δεν ήξερα πως επρόκειτο για κινέζικο, αυτό είναι».
«Λυπάμαι, αλλά δε θα βρείτε κάτι διαφορετικό εδώ».
«Δε βαριέστε, τίποτα δεν είναι όπως παλιά».
«Σ’ αυτό έχετε δίκιο. Γιατί δεν προτιμάτε ένα ξενοδοχείο; Εκεί συνήθως…»
«Γιατί δεν είμαι τόσο λεφτάς όσο φαίνομαι», είπε αυτός, «βασικά αυτό το γεύμα είναι όλα κι όλα μου τα λεφτά».
«Ξεμείνατε από δουλειά, αυτό είναι;»
Του φαινόταν περίεργο να συνομιλεί για τόσο προσωπικά θέματα με μια ξένη, πάνω από ένα πιάτο με φύκια και ποιος ξέρει τι άλλο. «Το γαμώτο είναι πως μάλλον με έστησαν όλα μου τα σχέδια… εξατμίστηκαν».
Η υπάλληλος έφυγε και γύρισε με μια coca cola, σε ψηλό ποτήρι με πάγο. «Ορίστε», είπε.
«Μα δεν παρήγγειλα coca cola», είπε εκείνος.
Μπορείτε να την πιείτε ωστόσο, μέχρι να έρθει το ραντεβού σας», έκανε εκείνη πάλι μιλώντας χαμηλόφωνα. «Μπορείτε επίσης να πάτε στην τουαλέτα και από ‘κει να φύγετε απ’ την πίσω πόρτα, χωρίς να πληρώσετε. Αυτό σημαίνει βέβαια πως δε θα ξαναπατήσετε στο μαγαζί».
Η υπάλληλος του χαμογέλασε πάλι και πήγε ν’ ασχοληθεί μ’ ένα άλλο τραπέζι. Αυτός πήρε τα δυο χαρτάκια και κοίταξε να δει τι οφείλει. «Η αξιοπρέπειά του άξιζε κάτι παραπάνω από 25 ευρώ, διάολε».
Πλήρωσε και βγήκε στο δρόμο, σχεδόν απένταρος. «Την κλεψιά την έχεις, ή δεν την έχεις», σκέφτηκε.
Μπήκε στο αμάξι του που το ‘χε παρκάρει πιο πέρα, έβαλε μπροστά κι άνοιξε το ραδιόφωνο: «… και όποιος θέλει μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μας στα γνωστά κόλπα του σταθμού», έλεγε ο παρουσιαστής, «να πει τη γνώμη του, ή ό,τι άλλο θέλει. Και μη ξεχνάτε να γράψετε στο μήνυμά σας τη λέξη electric. Μια ηλεκτρική σόμπα θα έρθει στο σπίτι σας εντελώς δωρεάν, μετά από κλήρωση στο τέλος της εκπομπής. Οι σόμπες electric ζεσταίνουν σχεδόν ανέξοδα…».
Άνοιξε το κινητό του κι έγραψε το νούμερο. Από κάτω έγραψε τα εξής: «ξέρεις τι πιστεύω; Πως είσαι ένας καραγκιόζης, ένας κράχτης που μαζεύει πελάτες γι’ αυτή τη γαμημένη τη σόμπα, αυτό είσαι. Κι αν έχεις αρχίδια διάβασέ το». Μετά έκανε αποστολή.
Δυο φανάρια πιο πέρα ο παρουσιαστής είπε: «ξέρεις τι πιστεύω; Πως είσαι ένας καραγκιόζης, ένας κράχτης που μαζεύει πελάτες γι’ αυτή τη μπιπ τη σόμπα, αυτό είσαι. Κι αν έχεις μπιπ διάβασέ το, μας γράφει ο 682. Ωραία ρε φίλε, αν έτσι πιστεύεις… δε με χαλάει… αλλά δεν έβαλες τη λέξη κλειδί για τη σόμπα, electric. Αν θες γράψε electric και ξαναστείλε το».
«Να πας στο διάολο», είπε και έκλεισε το ραδιόφωνο. Προσπάθησε να μη σκέφτεται την άθλια εξέλιξη που ‘χε μπροστά του. Μόλις πριν από λίγο είχε γίνει περίγελος μιας σερβιτόρας… τώρα τον κορόιδευε αυτός ο κωλομαλάκας και αύριο ποιος ξέρει ποιός άλλος, πήγαινε απ’ το κακό στο χειρότερο. «Αν είχα τουλάχιστον ένα παιδί… κάτι. Αν δεν τα είχα κάνει όλα μαντάρα…», αλλά τώρα ήταν μάταιο να το σκέφτεται, δεν έβγαζε πουθενά.
Άφησε το αμάξι του στην πρώτη θέση που βρήκε, τρία τετράγωνα μακριά και περπάτησε αφηρημένος. «Δε μέτραγε πια… κι ίσως δηλαδή ποτέ να μη μέτραγε. Να 'χε φτιάξει μια ωραία εικόνα για τον εαυτό του και να 'χε ζήσει όλη του τη ζωή πάνω σ' εκείνο το συννεφάκι».
Πήρε το ασανσέρ και βγήκε στην αερογέφυρα. Φυσούσε κι ο ηλεκτρικός περνούσε εκείνη τη στιγμή από κάτω.
Δυο ώρες ακόμα...
Πριν από 2 εβδομάδες