Έβρεχε. Ήπιε στο πόδι εκείνο το πράγμα που έμοιαζε με καφέ και προσπάθησε να δει μέσα απ’ το θολό τζάμι. Διέκρινε τον φύλακα που έμπαινε εκείνη τη στιγμή στο κιόσκι της εισόδου. Ο ουρανός ήταν σαν να ‘χε κατέβει χαμηλά, της φάνηκε πως αν άπλωνε το χέρι της θ’ άγγιζε τα σύννεφα. Ένα αυτοκίνητο πλησίασε τη μπάρα κι εκείνη ανεβοκατέβηκε αφήνοντάς το να χαθεί στην ομίχλη. Δε θα της ήταν καθόλου ευχάριστο αν έπρεπε τώρα να ταξιδέψει εξήντα τόσα χιλιόμετρα και να δει τα μούτρα του προϊστάμενου.
Ανέπνευσε με ικανοποίηση. Δε θα τον ξανάβλεπε ποτέ πια, δε θα απαντούσε στα χιλιάδες τηλεφωνήματα, δε θα ξανάστελνε φαξ, τέλος αυτό το 9 με 5. Από ‘δω και μπρος η ζωή θα της ανήκε, θα ταξίδευε, θα χαιρόταν τους φίλους της, τον έρωτα ίσως, δε μπορούσε να φανταστεί τι ήταν αυτό που περίμενε, πώς θα ήταν μια νέα ζωή. Τώρα είχε μόνον να τακτοποιήσει μερικές εκκρεμότητες. Μετά θα ‘κανε μια καινούργια αρχή, σ’ αυτόν τον νέο κόσμο.
Είχε καταθέσει τ’ απαραίτητα πιστοποιητικά κι είχε επιλεγεί ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες υποψήφιες. Παρά τα εξήντα πέντε της χρόνια ήταν υγιής κι αρκετά δυνατή, όλα τα τεστ τα είχε συμπληρώσει με επιτυχία. Φοβόταν λίγο, δεν το έκρυβε, δεν ήταν μικρό πράγμα, να παρατήσει τα πάντα αλλά «αυτή ήταν η μόνη της ευκαιρία, ή τώρα ή ποτέ», είχε πει στην επιτροπή, η άλλη επιλογή ήταν η σύνταξη. Τι να την έκανε όμως τη σύνταξη;
Είχε δει τον φύλακα να μπαινοβγαίνει στο κιόσκι μερικές φορές ακόμη, τη μπάρα ν’ ανεβοκατεβαίνει και σκέφτηκε πόσες φορές δεν τον χαιρέτησε το πρωί φεύγοντας, πόσες φορές είδε αυτή τη μπάρα, τα μούτρα ύστερα του προϊστάμενου… αλλά τώρα τέλος μ’ αυτά, θ’ άλλαζε σελίδα, οριστικά.
Επισκέφτηκε για τελευταία φορά τους δικούς της στο νεκροταφείο και τώρα μετέφερε τους λογαριασμούς στα παιδιά της, στον υπολογιστή. Οι κόποι μιας ζωής άλλαξαν χέρια μ’ ένα απλό κλικ. Έτσι θα ‘κανε κι αυτή, θ’ άλλαζε τα πάντα κάνοντας ένα απλό κλικ.
Έβαλε ν’ ακούσει μουσική. Σκέφτηκε αν ήθελε να ενημερώσει κάποιον κι έκρινε πως δεν ήταν απαραίτητο όλο αυτό να καταλήξει σε δυσάρεστους αποχαιρετισμούς. Θα ‘φευγε χωρίς να πει τίποτα, σε κανέναν. Μετά θα είχε όλο τον χρόνο μπροστά της να κλάψει, να θυμηθεί, να νοσταλγήσει… αλλά αυτή ήταν η μόνη της ευκαιρία. Αλλιώς θα ‘μενε εδώ, να γίνει μια νοικοκυρούλα σαν όλες τις άλλες κι αυτή ένοιωθε πως δεν ήθελε να τελειώσει κάπως έτσι, για πρώτη φορά ένοιωθε πως θα έκανε επιτέλους κάτι σημαντικό. Κι οτιδήποτε σημαντικό είχε κόστος… ας είχε.
Όλα αυτά είχαν συμβεί πριν από μήνες. Τώρα φορούσε τη διαστημική της στολή κι είχε σφίξει τη ζώνη ασφαλείας στη μέση της. Δεν μπορούσε να δει έξω, ήταν όμως χαρούμενη, αυτό που θα λέγαμε ευτυχισμένη. Ήταν η μόνη πολίτης που έπαιρνε μέρος στην αποστολή, όλοι τώρα θα μιλούσαν γι’ αυτήν. Κάποια φωνή στο ακουστικό της τη ρωτούσε αν αισθάνεται καλά, της έλεγε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος ν’ ανησυχεί, να μη φοβάται, όλα θα πήγαιναν καλά.
«Ναι, ναι», ψιθύρισε ενώ δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της, «ναι, είμαι ευτυχισμένη… ευχαριστώ».
Άκουγε την επικοινωνία που είχε ο κυβερνήτης με τον πύργο ελέγχου, τα αστεία που έκαναν μεταξύ τους, όλοι έδειχναν το ίδιο ευτυχισμένοι μ’ αυτήν, πρώτη φορά ένοιωθε στη ζωή της τόσο χαρούμενη, σαν να ολοκληρωνόταν επιτέλους σαν άνθρωπος, έκανε επιτέλους κάτι, τέρμα πια αυτό το 9 με 5.
«9 - 8 - 7…», άκουγε εκείνη τη φωνή απ’ το μεγάφωνο, «2 – 1 – 0». Αισθάνθηκε τον κραδασμό, τα δάκτυλά της είχαν βυθιστεί λες στη σάρκα του καθίσματος, είχε κλείσει τα μάτια, έφευγε.
Την άλλη στιγμή το διαστημικό λεωφορείο εξερράγη… εκείνοι ωστόσο είχαν προλάβει να διακτινιστούν στην άλλη διάσταση... κι αυτό ήταν κάτι που δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να μαθευτεί.
Δυο ώρες ακόμα...
Πριν από 1 εβδομάδα