«Άλλοι εικονογραφούν τα κείμενά τους. Εγώ κειμενοποιώ τις εικόνες μου»




Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

“Desperado”

Το πιάνο έκανε ένα παράταιρο γκλιν – γκλονγκ. Τα μάτια όλων στράφηκαν στην πόρτα, εκεί που στεκόταν εκείνος ο άντρας. Η κοψιά του και μόνο σου έκοβε το αίμα, στο βλέμμα του φώλιαζε ο θάνατος. Αυτός έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Πάνω απ‘ τη ζώνη του πρόβαλαν οι λαβές από δυο σαρανταπεντάρια. Για ένα ατέλειωτο λεπτό όλοι κράτησαν την ανάσα τους. Μετά εκείνος σωριάστηκε με τα μούτρα στο πάτωμα, μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη.
Τα φώτα άναψαν κι έκανε διάλειμμα.
Σου άρεσε πολύ ο Μπαντέρας, το ήξερα, σου το ‘χα κόψει μαχαίρι όμως όταν μου τα ‘ριχνες. Εσύ σήκωνες απλώς τους ώμους και δεν έτρεχε τίποτα.
Έκανε χοντρό κρύο στο Σικάγο την πρώτη χρονιά που πήγες, πήρες όμως εκείνα τα μαξιλαράκια για τα αφτιά κι εντάξει, την έβγαλες.
Σου άρεσε πολύ το Μπελίζε και το Κίγουεστ, απέναντι απ’ το Μαϊάμι, έφερνες χόρτο μ’ εκείνον τον Τζαμαϊκανό… που δε θυμάμαι τώρα πώς τον έλεγαν.
«Πέθανε», μου είπες ο φίλος σου ο Μαρκ, στον ύπνο του, πριν ένα χρόνο που μιλήσαμε. Έτσι απλά, σαν να ήξερες πως κάπως έτσι θα τέλειωνες.
Και προχθές αυτό το τηλεφώνημα…
Αν είχε γίνει πριν από χρόνια θα σ’ έβριζα. Τώρα νομίζω πως καταλαβαίνω. Δε γινότανε αλλιώς και μάλλον το περίμενα.