Επιτέλους, σκεφτόταν με ανακούφιση, η μέρα είχε περάσει. Το τηλέφωνο είχε πάψει να κουδουνίζει από ώρα, η γιορτή τέλειωσε. Και ως συνήθως, όταν όλα εκείνα τα πυροτεχνήματα έσβησαν, ο ουρανός επέστρεψε στην αδιασάλευτη ησυχία του. Η νύχτα γύρισε, συνοδευόμενη από ένα ταπεινό φεγγάρι που ήταν στη χάση του… ή μήπως δεν ήταν; Δεν είχε σημασία. Όλα έγιναν όπως πριν, σαν ντεκόρ που ‘χε επαναληφθεί χιλιάδες, εκατομμύρια φορές, που θα επαναλαμβανότανε επ’ άπειρον. Και δεν υπήρχε κάποιο νόημα , αυτό ήταν σαφές. Ακόμα κι ένας ανόητος το καταλάβαινε… ή μήπως υπήρχε; Μήπως αδυνατούσε εκείνος να το δει; Και οι άλλοι; Κανένας δεν είχε σκεφτεί κάτι… εκτός από ‘κείνους τους φανατικούς της εκκλησίας. Αλλά αυτοί ήταν θρησκόληπτοι. Ή θεομπαίχτες.
Δεν πίστευε σε τίποτα… δεν έτυχε. Απ’ την άλλη πάλι… πώς στέκονταν αυτοί στο άλλο ημισφαίριο ανάποδα; Πώς κρεμόταν εκεί πάνω το φεγγάρι; Ποιος είχε φτιάξει όλα αυτά τα αστέρια; Και άσε τον Θεό στην άκρη του, τους τραγόπαπες, δεν είναι αυτό το θέμα.
Πώς μπορούσαν να συζητούν για τη χρεωκοπία; Είναι δυνατόν να ‘χεις μπροστά σου κάτι σαν αυτό και να επιμένεις να σκέφτεσαι τα δίφραγκα; Είναι δυνατόν να βλέπεις αυτό το πράγμα και να σκέφτεσαι τον Σώρος; Μα δεν έχουν μυαλό οι άνθρωποι; Ή είναι μονάχα τσέπες;
Εντάξει, δε θα τους έλυνε αυτό το πρόβλημα αλλά δεν είναι αυτό και λόγος… μην περιμένεις τίποτα, δε λέω αυτό. Λέω απλώς να σκέφτεσαι. Όλες αυτές τις τροχιές, τη νύχτα… πού πάνε και πέφτουνε τα αστέρια… θέλω απλώς να σκέφτεσαι.
Στο σαλόνι, το τηλέφωνο κουδούνιζε όλη αυτή την ώρα επίμονα. Το αγνόησε επιδεικτικά και πήγε στο ψυγείο, το άνοιξε και πήρε μια γκοφρέτα απ’ το ράφι. Ξετύλιξε το περιτύλιγμα και δάγκωσε ένα κομμάτι. Ετοιμαζόταν να δαγκώσει και δεύτερο όταν διάβασε την κάρτα της τύχης που περιείχε η γκοφρέτα: «Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΙΨΑΤΕ ΜΟΛΙΣ», έγραφε το χαρτί, «ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ΣΤΕΝΟΣ ΣΥΓΓΕΝΗΣ ΣΑΣ ΑΠ’ ΤΟ ΥΠΕΡΠΕΡΑΝ.ΧΑΣΑΤΕ ΕΤΣΙ ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ». Έμεινε σαν χαζός να κοιτάζει την κάρτα ενώ με το μυαλό του επαναλάμβανε τον ήχο που έκανε το τηλέφωνο, εκείνον που χτυπούσε στο πατρικό του σπίτι, όταν ήταν παιδί. Το τηλέφωνο κουδούνισε ξανά, μια - δυο φορές κι αυτή τη φορά τσακίστηκε να το προλάβει, «ναι», είπε με κομμένη την ανάσα, «ποιος είναι;»
«Άκουσέ με παιδί μου», αναγνώρισε τη φωνή, «δεν έχω πολύ χρόνο, άκουσέ με…». Η γραμμή έκλεισε. Δεν είχε προλάβει να του μιλήσει, είχε χάσει την ευκαιρία. Κατέβασε το ακουστικό. Δάγκωσε μηχανικά και το τελευταίο κομμάτι της γκοφρέτας και το μάσησε, περισσότερο απ' το κανονικό. Η πίκρα στο στόμα δεν έφευγε. Κοίταξε συλλογισμένος το άγνωστο νούμερο στην αναγνώριση. Κάλεσε πίσω τον αριθμό. Άκουσε το τηλέφωνο που καλούσε, μετά κάποιος το σήκωσε αλλά δε μίλησε. «Ναι», έκανε, «ποιος είναι παρακαλώ;»
«Μαμά, μαμά», ακούστηκε μια παιδική φωνή, «ο μπαμπάς».
«Πόσες φορές σου ‘χω πει να μη σηκώνεις το τηλέφωνο;», είπε σ’ αυστηρό τόνο μια γυναικεία φωνή. Ύστερα η ίδια φωνή ρώτησε: «Ναι, ποιος είναι στο τηλέφωνο;»
Έμεινε αμήχανος δυο δευτερόλεπτα. Μετά είπε: «συγγνώμη, φαίνεται πως η μικρή σας έπαιζε με το τηλέφωνο γιατί βρήκα μια κλήση».
«Με συγχωρείτε», είπε η γυναίκα, «δεν ξέρω τι να κάνω μ’ αυτό το παιδί». «
Νόμιζε πως ήταν ο μπαμπάς της», είπε αυτός.
«Ναι», είπε η γυναίκα χαμηλόφωνα, «ο μπαμπάς της… καταλαβαίνετε. Κι όλο νομίζει πως είναι αυτός στο τηλέφωνο».
«Καταλαβαίνω», έκανε. «Εδώ μεγάλοι άνθρωποι αποζητούν τον μπαμπά τους, πόσω μάλλον ένα παιδί».
«Ναι», έκανε αμήχανα τώρα η γυναίκα. «Όπως και να ‘χει… ήταν λάθος, συγγνώμη για την ενόχληση».
Είχε όμορφη φωνή. «Δεν πειράζει», της είπε, «έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσουμε».
Εκείνη γέλασε. «Μα είμαστε άγνωστοι», είπε, «τι έχουν να πουν δυο άγνωστοι;»
«Ξέρετε», είπε αυτός, «είχα μια περίεργη εμπειρία πριν λίγο… ένα λεπτό πριν καλέσω το νούμερο».
«Αλήθεια;», έκανε εκείνη μ’ ενδιαφέρον, «τι εμπειρία;»
«Να», είπε αυτός, «θα σας φανεί γελοίο… αλλά λίγο πριν που χτύπησε το τηλέφωνο, δεν ήταν η μικρή».
«Δεν ήταν η μικρή; Και ποιος ήταν;»
«Δεν ξέρω», της έκρυψε την αλήθεια, «κάποιος άλλος. Αλλά απ’ αυτό το νούμερο».
«Πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε η γυναίκα.
«Δεν ξέρω», της είπε, «συμβαίνουν ένα σωρό περίεργα πράγματα αυτές τις μέρες, θα μπερδεύτηκαν οι γραμμές».
«Ναι… μάλλον», είπε εκείνη, «αλλά τι άλλο σας συνέβη;», ρώτησε. Δεν έδειχνε ενοχλημένη που έχαναν την ώρα τους, αυτό ήταν ενθαρρυντικό.
«Να, πήγα στο ψυγείο πριν να φάω μία γκοφρέτα, ξέρετε από ‘κείνες που έχουν μέσα μια κάρτα της τύχης».
«Ξέρω», είπε η γυναίκα, «FORTUNA. Η μικρή μου τρελαίνεται γι’ αυτές τις γκοφρέτες, κάθε μέρα παίρνουμε τουλάχιστον τρεις. Δεν κάνει αλλά πώς να πεις όχι σ’ ένα παιδί;»
«Ναι», είπε αυτός. «Κι έλεγε μια από τις συνηθισμένες κουταμάρες που γράφουν σ’ αυτές τις κάρτες».
«Δηλαδή τι σας έλεγε η κάρτα;»
«Ότι θα απέρριπτα μια κλήση… πολύ σημαντική».
«Έχω κι εγώ εδώ μια γκοφρέτα», είπε η γυναίκα, «σταθείτε να δω τι λέει». Εκείνος περίμενε χωρίς να μιλάει. Μετά από λίγο η γυναίκα διάβασε: «ΘΑ ΔΕΧΘΕΙΤΕ ΕΝΑ ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ. ΜΗΝ ΤΟ ΑΓΝΟΗΣΕΤΕ, ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ Η ΖΩΗ ΣΑΣ».
«Έτσι λέει;»
«Ακριβώς έτσι».
«Κι εσείς τι λέτε;»
«Εγώ; Τι να πω; Αν το λέει η κάρτα έτσι θα είναι».
«Πιστεύετε στην τύχη;»
«Καθόλου… αλλά ποτέ δεν ξέρεις… θέλω να πω… τι θα φέρει η άλλη στιγμή».
«Σωστά», έκανε αυτός.
«Συγγνώμη, πρέπει να κλείσω, πρέπει να βάλω τη μικρή να κοιμηθεί».
«Μετά;», τη ρώτησε, «μπορώ να σας καλέσω μετά;»
«Ναι», είπε η γυναίκα, «αν θέλετε…».
Κατέβασε το ακουστικό. Τα άστρα στον ουρανό τρεμόπαιζαν, το φεγγάρι στεκότανε ακίνητο, όλα ήταν όπως πριν… και δεν ήταν.
Είναι άραγε τόσο σημαντική η προέλευση της διάσπασης της ηλεκτρασθενούς συμμετρίας; Τι σημασία έχει αν οι φορείς της ασθενούς πυρηνικής δύναμης έχουν μάζα και το φωτόνιο καθόλου; Μήπως παρ’ όλη την προσπάθεια για το αντίθετο στένεψαν τόσο τα πλαίσια που γίναμε σαν το μποζόνιο του Higgs, σκέφτηκε, αθέατοι και δε μπορούμε να ειδωθούμε;
Κρατούσε ακόμα στο χέρι του την κάρτα της γκοφρέτας. Από τη μία έγραφε τον χρησμό. Στην άλλη όψη, με μικρότερα στοιχεία έλεγε τα εξής: «Θεά της σύμπτωσης, του μη προβλεπόμενου ή επιδιωκόμενου, αλλά απροσδόκητου συμβάντος που βαθμηδόν έγινε η πολιούχος θεά της ευτυχίας των αρχαίων Ελληνικών πόλεων. Κατά τη «Θεογονία» του Ησίοδου ήταν θυγατέρα του Ωκεανού και της Τηθύος, δηλώνοντας ίσως το ότι η ναυτιλία και το ναυτικό εμπόριο γενικά υπήρξαν η πρώτη και κύρια αιτία πηγή της ευτυχίας των ανθρώπων. Σύμφωνα με άλλους συγγραφείς πατέρας της ήταν ο Δίας. Κατά τον Πίνδαρο, ο οποίος την καλεί και Φερέπολιν, ήταν μία από τις Μοίρες, που είχε την μεγαλύτερη ισχύ από τις αδελφές της, θεά άρα του πεπρωμένου, αλλά ευμενής. Ως ευμενής θεά του πεπρωμένου λατρεύονταν με το επώνυμο «Αγαθή Τύχη» στην αρχαία Ολυμπία, όπου είχε δικό της βωμό, και στην Λιβαδειά έχοντας το ιερό της στο Τροφώνιο. Ήταν συνδεδεμένη με τον Αγαθό Δαίμονα, ένα πνεύμα που προστάτευε τα άτομα και τις οικογένειες, και με την Νέμεση, την τιμωρό των υπερευημερούντων ανθρώπων, και έτσι πιστεύονταν ότι ενεργούσε ως παράγοντας ισορροπίας. Ως θεά της αφθονίας και του πλούτου απεικονίζονταν μεν στο ιερό της Θήβας κρατώντας, ως μητέρα ή τροφός, το παιδί Πλούτο (το έργο ήταν του Αθηναίου γλύπτη Καλλιστόνικου), ενώ στην Σμύρνη, από τον Βούπαλο, κρατώντας με το ένα της χέρι το κέρας της Αμάλθειας, σύμβολο της αφθονίας. Ως θεά που διεύθυνε την ανθρώπινη ζωή, απεικονίζονταν κρατώντας πηδάλιο, ως σύμβολο της κατευθύνσεως, την οποία αυτή έδινε σε κάθε άνθρωπο και ως θεά της ευμετάβλητης φύσης, απεικονίζονταν με τροχούς ή σφαίρες ή πτέρυγες ακόμη και με δεμένους οφθαλμούς , σύμβολα της αστάθειας, αβεβαιότητας και του ρίσκου. Στην Αιγείρα της Αχαΐας, με την αντίληψη ότι και τα περί του έρωτα περισσότερο από τύχη ή μέσω του κάλλους κατορθώνονταν, απεικονίζονταν δίπλα στο άγαλμά της, πτερωτός έρωτας».
Δυο ώρες ακόμα...
Πριν από 2 εβδομάδες